No.1

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία;

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία; Facebook Twitter
Γκρεγκ Τζάκσον και Σπύρος Γιανναράς
1

Σπιντ, κόκα, παραισθησιογόνα, σερφάρισμα στο Ίντερνετ, άσκοπες περιπλανήσεις, βιαστικά ζευγαρώματα, απελπισμένες σκέψεις. Το σήμερα. Πώς, λοιπόν, γράφει κανείς όταν όλα γίνονται πληροφορία, πώς ακριβώς αντέχει η λογοτεχνία τόσο θόρυβο;


Ερωτήματα που αυτόματα προκύπτουν μετά την ανάγνωση της συλλογής του πρωτοεμφανιζόμενου Αμερικανού Γκρεγκ Τζάκσον «Άσωτοι» που συστήνουν στο ελληνικό κοινό οι εκδόσεις Αντίποδες, με τη μετάφραση του επίσης δικού τους συγγραφέα Παναγιώτη Κεχαγιά, καθώς οι ιστορίες εδώ δεν καταγράφονται ως αφηγήσεις αλλά ως ένα παράδοξο, ανάποδο κάλεσμα σε έναν τρομακτικά οικείο τόπο, γεμάτο λευκό θόρυβο και μοναξιά.


Οι πρωταγωνιστές του Τζάκσον δεν είναι τυχαία χαμένοι, ανίκανοι να ανταποκριθούν στην εικόνα που έχουν για εκείνους οι υπόλοιποι: αποτυχημένοι μέσα στην επιτυχία τους, τραγικές φιγούρες που κρατιούνται με δυσκολία σε μια ψεύτικα στημένη σκηνή, παρασυρμένοι θαρρείς από μια φρενήρη κίνηση που όσο πιο φρενήρης είναι, τόσο πιο αφανισμένο είναι το πνεύμα.

Ψυχοπαθολογικά, σχεδόν μετεωρικά μοτίβα που άλλοτε φέρνουν στον νου τους παραληρηματικούς κόσμους του Φόστερ Γουάλας και άλλοτε θυμίζουν σκηνές από Μπόρχες όπου έχουν εισβάλει ήρωες του Σαίξπηρ − δεν είναι τυχαίες οι διαρκείς αναφορές στο βιβλίο σε σκηνές από σαιξπηρικές τραγωδίες.


Κανείς δεν προλαβαίνει να δει ή να σκεφτεί τα δεδομένα και όλοι εμπλέκονται σε παράδοξες σχέσεις που απλώς επιβεβαιώνουν την άβυσσο της μοναξιάς: άλλος προσπαθεί να καταλάβει έναν πρώην διάσημο παίχτη τένις που ο ίδιος δεν ξέρει ότι υπάρχει, μια διαζευγμένη δικηγόρος βρίσκει στο πρώην εξοχικό της ένα νεαρό κορίτσι, ένας κινηματογραφιστής επιχειρεί ένα παράξενο road trip με την παρ' ολίγον γυναίκα της ζωής του και κατά κάποιον τρόπο ψυχοθεραπεύτριά του.

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία; Facebook Twitter
Ο 34χρονος Τζάκσον δημιουργεί ατμόσφαιρες, δυναμιτίζει τις παραδεδομένες νόρμες, αναρωτιέται διαρκώς τι στο καλό μπορεί να κάνει αυτός ως αφηγητής σε έναν τόσο μεστό σε πληροφορίες και αφηγήσεις κόσμο.

Ψυχοπαθολογικά, σχεδόν μετεωρικά μοτίβα που άλλοτε φέρνουν στον νου τους παραληρηματικούς κόσμους του Φόστερ Γουάλας και άλλοτε θυμίζουν σκηνές από Μπόρχες όπου έχουν εισβάλει ήρωες του Σαίξπηρ − δεν είναι τυχαίες οι διαρκείς αναφορές στο βιβλίο σε σκηνές από σαιξπηρικές τραγωδίες. Άλλωστε, όλοι οι πρωταγωνιστές νιώθουν τα όνειρά τους να βγαίνουν όλα πλάνες και τις ψευδαισθήσεις τους να ανακατεύονται ονειρικά και ενίοτε εντελώς ρεαλιστικά με τους πιο παράξενους εφιάλτες.


Πάντως, ακόμα και αν η αφήγηση μοιάζει να είναι καλειδοσκοπική και φρενήρης, δίνει το στίγμα ενός συγγραφέα που ξέρει ότι παίζει σε οικείο τερέν, αυτό της τεράστιας αμερικανικής no man's land που ξέβρασε την κόλαση και τον παράδεισο, άφησε ελεύθερους δαίμονες και αγγέλους και προσπάθησε να ξεγελάσει τις νέες γενιές με παραισθήσεις, κλέβοντάς τους τα πιο ουσιαστικά όνειρα.


Σε αυτές ακριβώς τις στιγμές που ο Τζάκσον μπαίνει στον κόσμο των ηρώων του γίνεται ανελέητα πρωτότυπος, σε άλλες που βγαίνει απέξω ως παρατηρητής και προσπαθεί να σατιρίσει το κλίμα της γενιάς του φαίνεται κάπως υπερβολικός, ειδικά στις ναρκισσιστικές παρατηρήσεις. Ενδεχομένως το χιούμορ του ανά στιγμές να ευθυγραμμίζεται με την ανοίκεια πλάκα μιας αδιέξοδης γενιάς.


Το «Βάγκνερ στην έρημο» δεν ξεφεύγει έτσι εύκολα από την ειρωνεία και τον κυνισμό, σε αντίθεση με το εσωτερικά ακριβές «Επιθαλάμιον», τις «Δυναμικές στη θύελλα» και τις «Αδελφές του Τάννερ», προφανής αναφορά και με εσωτερικό νόημα στον Ελβετό μυθιστοριογράφο Ρόμπερτ Βάλζερ.


Ο 34χρονος Τζάκσον δημιουργεί ατμόσφαιρες, δυναμιτίζει τις παραδεδομένες νόρμες, αναρωτιέται διαρκώς τι στο καλό μπορεί να κάνει αυτός ως αφηγητής σε έναν τόσο μεστό σε πληροφορίες και αφηγήσεις κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι Αμερικανοί κριτικοί τον λάτρεψαν γι' αυτήν του τη συνταρακτική ειλικρίνεια.

Έτσι, είναι ακριβείς οι περιγραφές του στις πιο κατατονικές στιγμές των πρωταγωνιστών, όπως η σπαρακτική στιγμή όπου η μοναχική δικηγόρος Χάρα ξεστήνει κάθε φορά το παζλ που φτιάχνει με τη νεαρή της φίλη Λύρικ, προκειμένου να κρατήσει ζωντανή τη συνεύρεσή τους. Απίστευτη και η απόδοση από τον Τζάκσον ενός τατουάζ, αντίστοιχη με αυτήν ενός επιβλητικού τοπίου που κόβει την ανάσα.

Όσο για τη θεματική των ιστοριών, μπορεί να είναι ετερόκλητη, αλλά συνδέεται με έναν αόρατο μίτο που ενώνει όλα τα διηγήματα, αυτόν της απόγνωσης, της μόνιμης εσωτερικής αναζήτησης, της εκκρεμότητας ενός μέλλοντος που αργεί να έρθει:

«Την εποχή πριν παραιτηθώ από τις καλλιτεχνικές μου φιλοδοξίες υπήρξαν, νομίζω, στιγμές που κρυφοκοίταξα πέρα από τις παρωπίδες και αυτό που είδα ήταν η γκρίζα απεραντοσύνη της θάλασσας του Βορρά, αυτό το κενό από κασσίτερο που το αυλακώνει ο άνεμος και ο ήλιος.


Δεν μπορούσα να δω πουθενά μια σημαδούρα που να λέει πόσο βαθιά είναι τα νερά. Καμία ακτή για να συρθώ πάνω της. Πολύ απλά δεν μπορούσα πια να παραιτηθώ από τη ζωή μου, από την κεντρική μου θέση σε αυτήν, ούτε από την προνομιακή θέση που έδινα στην απομονωμένη γλώσσα με την οποία επινοούμε τον εαυτό μας, τις ατελείωτες ιστορίες που, παρότι καθεμιά αποκλίνει μόνο μία μοίρα από τον γεωγραφικό Βορρά, αν τις βάλεις τη μία μετά την άλλη, το αποτέλεσμα θα είναι ένας κόσμος γυρισμένος ανάποδα.
Μου φαινόταν ότι η μόνη μου επιλογή ήταν ανάμεσα στη συνενοχή αυτής της απεριόριστης, ασήμαντης ψευδορκίας και σ' εκείνη την ειλικρίνεια που καταλήγει να αναιρεί τον εαυτό της» ομολογεί χαρακτηριστικά ένας του ήρωας.

Αλλά και πάλι, ο Τζάκσον δεν θέλει να χαρακτηριστεί υπαρξιακός συγγραφέας: «Αν ήταν να αισθάνομαι δέος όλη την ώρα, μάλλον θα πήγαινα στη θεολογική αντί να παίζω τένις» γράφει με τη δέουσα ειρωνεία.

Ίντερνετ, ουσίες και μοναξιά: πώς στο καλό να γράψεις σήμερα μια ιστορία; Facebook Twitter
Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, στη γραφή του ο Γιανναράς αποκαθιστά τη χαμένη φήμη των επιθέτων και επανεφευρίσκει τη χαρά των συνηχήσεων και τον όμορφο στροβιλισμό του ρυθμού, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στον εξωραϊσμό.

Όταν ακούγεται ένα δυνατό ελληνικό κομμάτι, με έντονο και εξακολουθητικό ρυθμό, η αίθουσα πάντα ηλεκτρίζεται: όλοι σηκώνονται από τα καθίσματα ή απλώς κουνιούνται σε αυτά, βάζουν στην άκρη τα δεδομένα, τρελαίνουν όλες τις δυτικές εξηγήσεις για το πώς μπορούν να γιορτάσουν πραγματικά οι άνθρωποι.

Με έναν αντίστοιχα πρωτότυπο ελληνικό τρόπο σέρνει συγγραφικά τον ρυθμό του χορού ο Σπύρος Γιανναράς, κάνοντάς μας να δούμε διαφορετικά το ελληνικό σύμπαν: να ξαναδούμε την πωλήτρια που φοράει τη γιορτινή στέκα αυτές τις μέρες στο σούπερ-μάρκετ, το ζευγάρι των ηλικιωμένων που περνάει από δίπλα μας, την άστεγη με τις άπειρες σακούλες που τελικά αποδεικνύεται δεινή μεταφράστρια.

Η συγγραφική τέχνη συνίσταται, άλλωστε, στο να κάνεις όλη τη διαδρομή, να πας ίσαμε κει που δεν παίρνει άλλο και να πεις πως τη «μέρα που θα σηκωνόμουν να χορέψω», όπως είναι και ο τίτλος της νέας συλλογής διηγημάτων του Σπύρου Γιανναρά, μπορούν να γίνουν όλα.


Καταρχάς, μπορείς να χρησιμοποιήσεις τους αφανείς πρωταγωνιστές της χώρας σου, όπως αντίστοιχα κάνει ο Τζάκσον με τα πρώτα υλικά της αμερικανικής ενδοχώρας: τον χεβιμεταλά φοιτητή που έτυχε να φιλοξενείται σε έναν πύργο στην Ουαλία ή την άνεργη μεταφράστρια που μετατρέπεται από εξαθλιωμένος πλάνητας σε πραγματικό ήρωα της πόλης, σε έναν νέο Μίσκιν, κάπου στο τέλος του βιβλίου.

Το πιο ανθρώπινο και τρυφερό στοιχείο των ιστοριών έγκειται, εν προκειμένω, στην αμφιθυμία και αντιφατικότητα των ηρώων, σε έναν ρεαλισμό του παραλόγου, ενδεχομένως και ένα εμφανές αποτύπωμα που άφησε ο μεταφρασμένος από τον ίδιο τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ.

Σάμπως όλοι να κατοικούν σε έναν παράδοξο τόπο, σε ένα φανταστικό κουρείο, όπου κουρεύονται «Νεκροί και Κίονες», όπως γράφει η ταμπέλα από το διήγημα «Ξύρισμα», και ο πελάτης προσποιείται, προς στιγμήν, τον πεθαμένο για να πετύχει το ξύρισμα, αφού ο κουρέας επιδίδεται μονάχα στη φροντίδα νεκρών και άρα πρόσκαιρα φιλοξενούμενων στην κάσα.


Αλλά λίγη σημασία έχει ποιος είναι ο νεκρός και ποιος ο πεθαμένος «στο απέραντο ξενοδοχείο που έγινε ο κόσμος» του Σεφέρη ή στο νεοπλουτίστικο κατασκεύασμα που ξεπροβάλλει πάνω από τα αγέρωχα ελληνικά τοπία του Σπύρου Γιανναρά:

«Η υγρή ζέστη ήταν ορατή στο βλέμμα, περιορίζοντάς το: μια γαλακτερή θολούρα απλωνόταν από άκρη σε άκρη, μετατρέποντας το τοπίο σε ιμπρεσιονιστικό πίνακα. Η ακρογιαλιά σχημάτιζε ένα ανοιχτό πέταλο που απ' τα αριστερά, κοιτάζοντας το νερό, οριζόταν από έναν μεγάλο τσιμεντένιο μόλο όπου έδεναν τα λιγοστά καΐκια και οι βάρκες του χωριού: έναν λιμενοβραχίονα, όπως τον ονόμασαν οι ποιητές, καθώς έκανε γωνία στον αγκώνα σαν ανθρώπινο χέρι.


Από δεξιά οριζόταν από έναν άλλο βραχίονα, φυσικό: μια λεπτή χρυσαφένια παρεκβολή της άμμου στη θάλασσα, μια χερσόνησο σε μικρογραφία, μια αμμουδερή γλώσσα που πνιγόταν στο νερό στην προσπάθειά της να ενωθεί με τη βραχώδη προέκταση του αντικρινού νησιδίου» είναι το πανέμορφο τοπίο που ορίζει το «Διαπόρι» και την ελληνική διάρκεια.

Η ανακάλυψη του συγγραφέα συνίσταται, επομένως, σε αυτή την επισήμανση, μέσω των ευσύνοπτων, τις περισσότερες φορές, ιστοριών που μοιάζουν με εικαστικές λεπτομέρειες στη νεοελληνική Γκερνίκα, και άρα μιας ομορφιάς που αναδύεται μέσα από την πιο σκληρή καθημερινότητα.


Η ιλαροτραγική ένταση που ποτίζει όλες τις ιστορίες, οι οποίες βγάζουν ταυτόχρονα γέλιο και πόνο, αποτελείται από αυτήν ακριβώς την ακροβασία του διονυσιακού και του απολλώνειου, του ανείπωτου πόνου και της οργιαστικής χαράς. Μπουφόνικες παρεκτροπές, μισανθρωπικές εξάρσεις, ειρωνικά ενσταντανέ σε αντιδιαστολή με τις πιο καίριες υπαρξιακές επισημάνσεις ορίζουν το αφηγηματικό σύμπαν του Γιανναρά, όπως η τρομερή σκηνή με τον μάτσο, ξενοφοβικό ήρωα από την «Πισίνα», ο οποίος καταλήγει να απολαμβάνει συνωμοτικά το τσιγάρο του παρέα με τον Αλβανό που είχε για τα θελήματα:

«Με μερικές τέτοιες αργόπιοτες Άμστελ περνούσαν κάτι μελαγχολικά απόβραδα με τον Φρέντυ, στις ίδιες πράσινες καρέκλες, παρατηρώντας αμίλητοι μέσα στο σκοτάδι τις καύτρες των τσιγάρων τους να κοκκινίζουν σε κάθε ρουφηξιά».

Το πιο ανθρώπινο και τρυφερό στοιχείο των ιστοριών έγκειται, εν προκειμένω, στην αμφιθυμία και αντιφατικότητα των ηρώων, σε έναν ρεαλισμό του παραλόγου, ενδεχομένως και ένα εμφανές αποτύπωμα που άφησε ο μεταφρασμένος από τον ίδιο τον συγγραφέα Μισέλ Ουελμπέκ.


Κατά τα άλλα, είναι προφανείς οι επιδράσεις κεντρικών Ελλήνων διηγηματογράφων, από τον Παπαδιαμάντη έως τον Σκαμπαρδώνη, οι οποίοι διαπερνούν τον κεντρικό αφηγηματικό ιστό, χωρίς όμως ευτυχώς να επιτρέπουν τη λοξοδρόμηση προς τον μονόδρομο της ηθογραφίας. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, στη γραφή του ο Γιανναράς αποκαθιστά τη χαμένη φήμη των επιθέτων και επανεφευρίσκει τη χαρά των συνηχήσεων και τον όμορφο στροβιλισμό του ρυθμού, χωρίς ωστόσο να υποκύπτει στον εξωραϊσμό.


Γιατί δεν θα έπρεπε να ξεχνάμε τα υλικά που μας έπλασαν με μέτρο και με τόλμη, όπως προστάζει και ένας έντονος χορός που εμείς ξέρουμε με αυτό τον τρόπο να χορεύουμε μια κάποια αξέχαστη μέρα.

Βιβλίο
1

No.1

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

«Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Το πίσω ράφι / «Εκτελούσαμε αποφάσεις, ακόμα κι όταν διαφωνούσαμε»

Η Μαρία Μπέικου αφηγείται με τρόπο λιτό τη ζωή της στο «Αφού με ρωτάτε, θα θυμηθώ», τη συμμετοχή της στην Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τα χρόνια της στην ΕΣΣΔ και τη σχέση της με μεγάλους Ρώσους καλλιτέχνες.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Ζιζέλ Πελικό: «Έχω ξαναβρεί τη χαρά της ζωής»

Βιβλίο / Ζιζέλ Πελικό: «Οι βιαστές μου να σκύψουν το κεφάλι• όχι εγώ»

Πέρα από κάθε προσδοκία και παρά τη φρίκη που κρύβουν οι σελίδες της, η αυτοβιογραφία της Πελικό, «Ύμνος στη ζωή», είναι ένα απαράμιλλο παράδειγμα γενναιότητας κι ένα μήνυμα αισιοδοξίας, δικαιώνοντας απόλυτα τον τίτλο του. Κυκλοφόρησε μόλις και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός.
ΕΙΡΗΝΗ ΓΙΑΝΝΑΚΗ
Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Βιβλίο / Γιατί διαβάζουμε (και αγαπάμε) ακόμα τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Η ταινία της Έμεραλντ Φένελ μας θύμισε την αξεπέραστη αξία του κλασικού έργου της Έμιλι Μπροντέ και τους άπειρους λόγους για τους οποίους παραμένει ανάμεσα στα αγαπημένα αναγνωστών και κριτικών.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Lifo Videos / Ευάρεστος Πιμπλής: «Το να σε λέει “τέρας” ένας Πρόεδρος είναι τρομακτικό»

Ο νεαρός συγγραφέας που έκανε αίσθηση με το πρώτο του μυθιστόρημα «Πέρα από τη συναίνεση» (εκδ. Πόλις) μιλά για την queer κουλτούρα στα χρόνια του Tραμπ και για το πώς συμφιλιώνεται κανείς με τον ομοερωτικό σεξουαλικό του προσανατολισμό σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
«Εξομολόγηση και μαθητεία»

Long Stories / «Εξομολόγηση και μαθητεία»

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος υπήρξε στενός φίλος του Μένη Κουμανταρέα από το 1978 μέχρι το 2014, που ο σημαντικός Έλληνας συγγραφέας δολοφονήθηκε. Σε αυτό το διάστημα αντάλλαξαν επιστολές, «ένα δούναι και λαβείν ανάμεσα σε δυο ψυχές, ένα γραμμένο από την ίδια τη ζωή επιστολογραφικό μυθιστόρημα», που ετοιμάστηκαν για να κυκλοφορήσουν, η έκδοσή τους όμως έχει «παγώσει». Δημοσιεύουμε τον πρόλογο που ο Β. Ραπτόπουλος ετοίμασε για αυτόν τον τόμο, υπό μορφή μιας τελευταίας άτυπης επιστολής, όπως λέει ο ίδιος.
ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ
Τι κοινό έχουν ο Μπάρακ Ομπάμα και η Ντούα Λίπα;

The Review / Ας μιλήσουμε για το βιβλίο που ενθουσίασε τη Ντούα Λίπα και τον Μπάρακ Ομπάμα

Διάβασαν και προώθησαν και οι δυο το μυθιστόρημα «Σάρκα» του Ουγγροβρετανού Ντέιβιντ Σόλοϊ, που κέρδισε το βραβείο Booker του 2025 και θα κυκλοφορήσει στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ψυχογιός. H Βένα Γεωργακοπούλου συζητά γι’ αυτό με τον σκηνοθέτη Λευτέρη Χαρίτο, πρόεδρο της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου.
ΒΕΝΑ ΓΕΩΡΓΑΚΟΠΟΥΛΟΥ
Γιάννης Παλαβός

Οι Αθηναίοι / Γιάννης Παλαβός: «Τα βιβλιοπωλεία είναι γεμάτα μέτρια ή κακά βιβλία»

Μεγάλωσε σ’ ένα γυναικείο περιβάλλον και βρήκε καταφύγιο στην παιδική βιβλιοθήκη του χωριού του. Δεν ένιωσε ποτέ πραγματικά Αθηναίος και τον ενοχλεί ο διάχυτος εγωισμός των social media. Aκόμη και σήμερα αρκετοί πιστεύουν πως το «Παλαβός» είναι ψευδώνυμο. Ο βραβευμένος συγγραφέας αφηγείται τη ζωή του στη LiFO.
M. HULOT
Έχουν, αλήθεια, νόημα οι επανεκδόσεις βιβλίων;

Βιβλίο / Έχουν νόημα οι επανεκδόσεις;

Η εκ νέου κυκλοφορία ξένων τίτλων φέρνει στο προσκήνιο κλασικά έργα, αλλά θέτει και το εξής ερώτημα: χρειαζόμαστε επετειακές εκδόσεις βιβλίων όπως η «Λίγη Ζωή» της Γιαναγκιχάρα, που μοιάζει να αφορά την εποχή που γράφτηκε;
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Το πίσω ράφι/ Άρια Σαϊονμάα: «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται»

Το πίσω ράφι / «Μίκη, ήσουν και είσαι ο πιο σημαντικός μέντορας»

Το αυτοβιογραφικό αφήγημα της Άρια Σαγιονμάα «Μια νέα γυναίκα αποκαλύπτεται» σφραγίζει η πληθωρική προσωπικότητα του Θεοδωράκη, καθώς ανασυστήνεται η πολιτικοποιημένη ατμόσφαιρα των ’70s.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Άλαν Χόλινγκχερστ: «Στην queer λογοτεχνία, κάτι από εκείνη την παλιά οργή θα επιστρέψει»

Βιβλίο / Άλαν Χόλινγκχερστ: «Η παλιά οργή θα επιστρέψει στην queer λογοτεχνία»

Με αφορμή την ελληνική έκδοση της «Υπόθεσης Σπάρσολτ» ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Βρετανούς συγγραφείς μιλάει στη LiFO για την εξέλιξη της queer λογοτεχνίας, τη μετατόπιση του δημόσιου λόγου γύρω από την ταυτότητα και τα δικαιώματα, αλλά και για τον τρόπο γραφής του σήμερα.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ