TO BLOG ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΣΤΑΒΕΡΗ
Facebook Twitter

Το χρώμα του δέρματος στην Αρχαία Ελλάδα

Το χρώμα του δέρματος στην Αρχαία Ελλάδα

Η παρεμβολή μιας ανύπαρκτης προκατάληψης για το χρώμα στην αρχαιότητα


"Οι Έλληνες όντως έκαναν διακρίσεις εις βάρος ανθρώπων που διέφεραν από αυτούς, κατατάσσοντας τους εαυτούς τους πρώτους σε μια δικής τους έμπνευσης ιεραρχία, δίχως όμως αυτό να βασίζεται στο χρώμα του δέρματος ή να προσομοιάζει με τον ρατσισμό της σύγχρονης κοινωνίας. Το ερώτημα παραμένει: αν το χρώμα του δέρματος δεν αποτελούσε το κίνητρο για τις διακρίσεις, τότε τι τις προκαλούσε; Υποστηρίζω, εξετάζοντας τον Ηρόδοτο, ότι ο πολιτισμός ήταν ο βασικός λόγος που οι Έλληνες έβλεπαν ένα άλλο έθνος ως ουσιαστικά διαφορετικό και κατώτερό τους".

 

Το χρώμα του δέρματος στην Αρχαία Ελλάδα Facebook Twitter
Ελληνικός - Αττικός Αμφιπρόσωπος Κάνθαρος (κύπελλο), περ. 470 π.Χ. Ψημένος πηλός (τερρακότα). Μουσείο Καλών Τεχνών, Βοστώνη.

 

Το παρόν άρθρο αποτελεί μια συνοπτική έκδοση μιας προπτυχιακής διπλωματικής εργασίας με τίτλο Skin Colour in Ancient Greece: The Insertion of a Non-Existent Colour Prejudice into Antiquity, με την οποία η Maya Aziz (Σχολή Γλωσσών, Πολιτισμών και Κοινωνιών) ολοκλήρωσε τις πτυχιακές της σπουδές στις Κλασικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λιντς. Μαζί με την Kerry Pearson, της απονεμήθηκε το Βραβείο Lionel Cliffe για το έτος 2022 για την καλύτερη προπτυχιακή διπλωματική εργασία σε θέμα σχετικό με τις Αφρικανικές Σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Λιντς.
 

Maya Aziz
Leeds African Studies Bulletin No. 83 - 29.10. 2022

 

Εισαγωγή

Το χρώμα του δέρματος είναι κεντρικής σημασίας για τα φυλετικά ζητήματα στην κοινωνία του εικοστού πρώτου αιώνα. Αυτό, ωστόσο, δεν συνέβαινε πάντα. Στην αρχαία Ελλάδα δεν υπήρχε φυλετικός διαχωρισμός ανάμεσα σε "Μαύρους" και "Λευκούς", κι όμως οι Έλληνες επιστρατεύονται συνεχώς για να καταδείξουν τη Λευκή, ευρωπαϊκή ανωτερότητα. Η παρούσα μελέτη εξερευνά την απουσία προκατάληψης για το χρώμα στην Ελλάδα και εξηγεί ότι, τελικά, οι κατηγοριοποιήσεις σε "Μαύρους" και "Λευκούς" αποτελούν σύγχρονες επινοήσεις. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι Έλληνες δεν είχαν προκαταλήψεις απέναντι στους άλλους – είχαν. Το ζήτημα, ωστόσο, είναι ότι αυτές οι προκαταλήψεις δεν βασίζονταν στο "Μαύρο" και το "Λευκό".

Η παρούσα μελέτη εξετάζει τις αρχαίες ελληνικές αναπαραστάσεις των Μαύρων ανθρώπων στην τέχνη και τη λογοτεχνία τους. Το τι εννοώ με τον όρο "Μαύρος" θα πρέπει να διευκρινιστεί, εφόσον η ίδια η έννοια απουσιάζει από την ελληνική σκέψη. Αναφέρομαι σε ανθρώπους που περιγράφονται ως έχοντες "μαύρο" δέρμα. Ως εκ τούτου, η μελέτη επικεντρώνεται σε μεγάλο βαθμό στις αναπαραστάσεις της Αιθιοπίας, με αναφορές στην Αίγυπτο και την Ινδία όπου αυτό κρίνεται σκόπιμο. Η κοινή παραδοχή είναι ότι οι Αιθίοπες αποτελούσαν για τους Έλληνες την επιτομή της μαύρης φυλής. Ο Snowden (1970, σ.2) περιγράφει τους Αιθίοπες ως το "μέτρο σύγκρισης" για τη μέτρηση του χρώματος, και ο Gruen (2011, σ.202) υποστηρίζει ότι έγιναν "σχεδόν συνώνυμοι" με το μαύρο χρώμα. Η ιδέα αυτή επιβεβαιώνεται από τις αρχαίες πηγές, από τον ισχυρισμό του Αριστοτέλη ότι το δέρμα των Αιθιόπων είναι "πιο σκούρο από οποιουδήποτε άλλου λαού" (Αριστ. Προβλ. 10.666), έως την παρατήρηση του Αρριανού ότι οι Ινδοί είναι πιο σκούροι από όλους τους άλλους ανθρώπους, "εκτός από τους Αιθίοπες" (Αρρ. Αλεξ. Ανάβ. 5.4.4). Δεδομένου ότι η Αιθιοπία προσφέρει την πιο ξεκάθαρη αναπαράσταση του μαύρου χρώματος στην αρχαία Ελλάδα, αποτελεί το επίκεντρο αυτής της έρευνας σχετικά με την προκατάληψη για το χρώμα του δέρματος.

Η αοριστία του όρου "αρχαίοι Έλληνες" θα πρέπει επίσης να εξεταστεί. Η μελέτη αυτή αναφέρεται σε πηγές που εκτείνονται από τον όγδοο αιώνα π.Χ. έως τον τρίτο αιώνα μ.Χ., επομένως οι απόψεις και οι στάσεις που συναντάμε δεν είναι σταθερές ούτε απόλυτα αντιπροσωπευτικές τόσων πολλών λαών σε ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Επίσης δεν στοχεύει στο να εμβαθύνει στις συγκεκριμένες απόψεις συγκεκριμένων ομάδων ανθρώπων. Αντίθετα, στοχεύει στη συγκέντρωση των διαθέσιμων στοιχείων προκειμένου να δείξει ότι πολλά από τα ζητήματα γύρω από το χρώμα του δέρματος που μας είναι οικεία αποτελούν σύγχρονες κατασκευές, ενώ οι προσπάθειες να ανιχνευθεί η εξέλιξή τους πίσω στην αρχαία Ελλάδα στερούνται ακρίβεια. Το γενικό συμπέρασμα αυτής της μελέτης δεν θα πρέπει να είναι ότι "όλοι οι Έλληνες σκέφτονταν με αυτόν τον τρόπο για το χρώμα του δέρματος" αλλά, γενικότερα, ότι οι σύγχρονες προκαταλήψεις που έχουν διαμορφωθεί γύρω από το χρώμα του δέρματος απουσιάζουν από την αρχαία ελληνική σκέψη.

Η μελέτη εστιάζει αρχικά στις αντιλήψεις των αρχαίων Ελλήνων για το μαύρο δέρμα. Εξετάζουμε πρώτα το αντιθετικό μοντέλο αυτοπροσδιορισμού των Ελλήνων, το οποίο δημιούργησε τις θεμελιώδεις έννοιες του "Έλληνα" και του "Βαρβάρου". Κι έπειτ την περιβαλλοντική θεωρία, μια άλλη κεντρική ιδέα, η οποία εξηγούσε τις διαφορές στο χρώμα του δέρματος και στον χαρακτήρα με βάση την εγγύτητα στον ήλιο. Μετά από αυτό, διερευνούμε την αντίθεση μεταξύ σκοταδιού και φωτός στη μυθολογία, προκειμένου να δείξουμε τη διαφορά στη χρήση τους στην αρχαία Ελλάδα. Στην τέχνη, στρέφουμε το ενδιαφέρον μας στα αγγεία με διπλό προσωπείο και εξετάζουμε κατά πόσο αυτά εκλαμβάνονταν ως καρικατούρες, για να αναδείξουμε στη συνέχεια τις ουδέτερες απεικονήσεις του Μαύρου βαρβάρου στην ελληνική τέχνη. Επιστρέφοντας στη λογοτεχνία, εξετάζουμε τα μοτίβα της αγριότητας, πριν καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι τέτοιες αρνητικές κρίσεις δεν γίνονταν με βάση το χρώμα του δέρματος, αλλά την πολιτισμική πρακτική.

Μετά την εξέταση των αρχαίων ελληνικών αντιλήψεων, περνάμε στον Διαφωτισμό για να δούμε πώς διέφεραν οι απόψεις για το χρώμα του δέρματος και πώς οι θεωρητικοί οικειοποιήθηκαν αυθαίρετα την αρχαιότητα. Αρχικά, εξετάζουμε τις αντιλήψεις περί "Λευκότητας" ως συνώνυμο της ομορφιάς και της κανονικότητας, ιδωμένες μέσα από το πρίσμα της επιστήμης. Στη συνέχεια, εξετάζουμε τη διαχρονικότητα των αναπαραστάσεων περί "αγριότητας" γύρω από την Αιθιοπία και βλέπουμε πώς οι περιγραφές του Διαφωτισμού για την "αγριότητα" εμπεριέχουν φυλετικές προκαταλήψεις που απουσιάζουν από τα αρχαία κείμενα. Τέλος, μεταφερόμαστε στον εικοστό πρώτο αιώνα και διαπιστώνουμε ότι η χρήση της αρχαιότητας για τη δικαιολόγηση της λευκής ανωτερότητας παραμένει πρόβλημα, εξετάζοντας την επίκληση της Ελλάδας σε ιστοσελίδες υποστηρικτών της λευκής ανωτερότητας.

Αυτοπροσδιορισμός μέσω Αντιθέσεων: Η Συγκρότηση της Ελληνικής Ταυτότητας

Οι Έλληνες στερούνταν μιας ξεκάθαρης αίσθησης κοινής ταυτότητας (ως Έλληνες) μέχρι τους Περσικούς Πολέμους (499 π.Χ. - 449 π.Χ.). Το πρώτο ερώτημα που πρέπει να τεθεί, επομένως, είναι: τι άλλαξε; Πώς ακριβώς αυτό το γεγονός κατάφερε να συσπειρώσει κοινότητες που μέχρι τότε ήταν διάσπαρτες; Όπως το θέτει η Sassi (2001, σ.101), οι Έλληνες απέκτησαν μια συλλογική ταυτότητα, η οποία υπερέβη τις τοπικές και περιφερειακές ταυτότητες των πόλεων-κρατών, μέσα από τη στρατιωτική συμμαχία μεταξύ της Αθήνας και της Σπάρτης (δύο από τις ισχυρότερες πόλεις-κράτη σε πολλές περιόδους της ελληνικής αρχαιότητας). Μέσα από τη συνεργασία μεταξύ των επιμέρους πόλεων-κρατών, σε συνδυασμό με την αυξημένη επαφή με κοινούς εχθρούς, οι Έλληνες άρχισαν ταυτόχρονα να θεωρούν τους εαυτούς τους ενωμένους και τους άλλους πολιτισμούς διαφορετικούς. Αυτές οι δύο παρατηρήσεις επέτρεψαν να αναπτυχθεί η ιδέα του "βαρβάρου" ως του αντίθετου του "Έλληνα".

Οι Έλληνες υιοθέτησαν αυτό που η Hall (1997, σ.47) αποκαλεί ένα "αντιθετικό" μοντέλο αυτοπροσδιορισμού, στο οποίο ο "βάρβαρος" χρησίμευε για να συμπεριλάβει καθετί μη ελληνικό και, κατ' επέκταση, για να ορίσει καθετί ελληνικό. Ο Θουκυδίδης σημειώνει ότι, πριν από τον Τρωικό Πόλεμο, το όνομα "Ελλάς" δεν ήταν "καθολικό". Αναφέρει την παράλειψη του όρου "βάρβαρος" από τον Όμηρο, αποδίδοντάς την στο ότι οι Έλληνες "δεν είχαν ακόμη ξεχωρίσει με ένα κοινό όνομα ως Έλληνες" (Θουκ. 1.3.1-4). Εδώ έχουμε μια επιβεβαίωση του αντιθετικού αυτοπροσδιορισμού, παράλληλα με την αναγνώριση ότι οι Έλληνες δεν ήταν πάντα ενωμένοι και ότι, επομένως, δεν υπήρχε μια πάγια αντίθεση μεταξύ "Έλληνα" και "βαρβάρου". Αποδεικνύεται έτσι ότι ο βάρβαρος χρησιμεύει πρωτίστως για να ορίσει τον Έλληνα. 'Εχει πολύ μεγάλη σημασία να κατανοήσουμε αυτή τη διαδικασία αυτοπροσδιορισμού και τη χρήση των αντιθέσεων για τον ορισμό των εννοιών, επειδή, όπως θα δούμε, βρίσκεται πίσω από ένα μεγάλο μέρος της στάσης των Ελλήνων απέναντι στους ξένους λαούς.

Η περιβαλλοντική θεωρία

Η χρήση του όρου "Αιθίοψ" ("καμένο πρόσωπο") για την αναφορά σε έναν άνθρωπο με μαύρο δέρμα θα φανεί προσβλητική στους αναγνώστες του εικοστού πρώτου αιώνα. Αυτός, όπως σημειώνει ο Gruen (2011, σ.197), ήταν ένας ελληνικός όρος για την περιγραφή των Αιθιόπων και η ετυμολογική ρίζα του ονόματός τους. Η αρχική δυσφορία με τον όρο υπογραμμίζει τη σημασία της κατανόησης του τρόπου σκέψης των Ελλήνων γύρω από τον εθνοτικό "άλλο", προκειμένου να εξηγηθεί γιατί αναφέρονταν στους Μαύρους ανθρώπους με αυτόν τον τρόπο. Μόλις διαβάσουμε τέτοιες αναπαραστάσεις μέσα στο πλαίσιο της εποχής τους, βλέπουμε ότι αυτή η περιγραφή δεν έχει σκοπό να προσβάλει, αλλά αντανακλά την ελληνική μέθοδο ερμηνείας των σωματικών διαφορών μέσω του κλίματος.

Οι Έλληνες εξηγούσαν το μαύρο δέρμα με βάση την εγγύτητα στον ήλιο. Αυτή από μόνη της φαίνεται να είναι μια εύλογη, αν και ανακριβής, διαπίστωση. Η θεωρία ότι το κλίμα επηρεάζει την εξωτερική εμφάνιση διατυπώθηκε στο έργο Περί αέρων, υδάτων και τόπων και υιοθετήθηκε από πολλούς αρχαίους συγγραφείς, από τον ισχυρισμό του Ηροδότου ότι οι Αιθίοπες είναι "μαύροι από τη ζέστη" (Ηρόδ. 2.22), μέχρι τον Αισχύλο που περιγράφει τους Αιγυπτίους ως "ηλιοκαμένο γένος" (Αισχ. Ικέτ. 154-155). Είναι σημαντικό ότι η θεωρία αυτή δεν επιστρατευόταν αποκλειστικά για να εξηγήσει το μαύρο δέρμα. Όσοι ζούσαν πιο κοντά στον ήλιο είχαν σκούρο δέρμα, ενώ όσοι ζούσαν πιο μακριά από αυτόν ήταν πιο ανοιχτόχρωμοι. Αυτό φαίνεται καθαρά στην άποψη ότι η ζέστη επηρεάζει το σώμα των Αιγυπτίων και το κρύο των Σκυθών (Ιππ. Αέρ. 18), σε σημείο που το ψύχος "τσουρουφλίζει" το "λευκό δέρμα" τους (Ιππ. Αέρ. 20). Η θεωρία αυτή εφαρμόζεται σε ανθρώπους όλων των χρωματικών τόνων. Το κλίμα επηρέαζε επίσης και τον χαρακτήρα. Το Περί αέρων αναφέρει ότι η Ευρώπη και η Ασία "διαφέρουν από κάθε άποψη", περιγράφοντας τους Ασιάτες ως "πράους" λόγω του κλίματος (Ιππ. Αέρ. 12). Ο Ηρόδοτος απηχεί αυτή την άποψη όταν περιγράφει την αντίδραση του Κύρου στην πρόταση να εγκαταλείψουν οι Πέρσες την "άγονη" Περσία και να καταλάβουν μια καλύτερη γη. Ο Κύρος ισχυρίζεται ότι, αν το έκαναν αυτό, δεν θα ήταν πλέον κυβερνήτες, δηλώνοντας πως "από το ίδιο χώμα δεν φυτρώνουν ποτέ και θαυμαστοί καρποί της γης και άνδρες γενναίοι στον πόλεμο" (Ηρόδ. 9.122).

Η ιδέα ότι το κλίμα επηρεάζει τον χαρακτήρα είναι επικίνδυνη διότι, όπως επισημαίνει ο Isaac (2006, σ. 163-165), δημιούργησε κοινά χαρακτηριστικά τα οποία εντάχθηκαν σε μια ιεραρχία – μια ιδέα που υιοθετήθηκε με ανυπομονησία από τους ρατσιστές θεωρητικούς. Ασφαλώς και δεν αποδίδω ρατσισμό στην ελληνική περιβαλλοντική σκέψη. Οι ελληνικές ιδέες τροποποιήθηκαν και παρερμηνεύτηκαν από μεταγενέστερους υποστηρικτές, αλλά αυτό απλώς ενισχύει τη σημασία του να μελετάμε τις αρχαίες ιδέες ξεχωριστά από τις σύγχρονες αντιλήψεις περί φυλής. Η ελληνική περιβαλλοντική σκέψη δεν εισήγαγε διακρίσεις με βάση το χρώμα του δέρματος. Γίνονταν κρίσεις αναφορικά με το χαρακτήρα, αλλά, όπως σημειώνει ο Snowden (1970, σ. 176), η θεωρία εξηγούσε τη φυλετική ποικιλομορφία με ομοιόμορφο τρόπο για τους ανθρώπους όλων των χρωματικών τόνων. Μπορούμε να δούμε την περιβαλλοντική θεωρία ως μέρος της ελληνικής επιθυμίας να κατανοήσουν τον "άλλο" και, κατ' επέκταση, τον εαυτό τους. Η θεωρία ήταν, ομολογουμένως, ιδιοτελής, καθώς απέδιδε στους Έλληνες ανώτερα χαρακτηριστικά, και πράγματι επέβαλλε μια ιεραρχία. Ωστόσο, οι κρίσεις αυτές δεν γίνονταν εξαιτίας του χρώματος του δέρματος, δεν περιορίζονταν στους Μαύρους ανθρώπους και δεν εξυπηρετούσαν τίποτα που να μοιάζει με τον συστημικό ρατσισμό που υπάρχει στη σύγχρονη κοινωνία. Η θεωρία αναγνώριζε τόσο τα θετικά όσο και τα αρνητικά ποιοτικά χαρακτηριστικά των λαών, πάντα σε συνάρτηση με το κλίμα τους.

Το Σκοτάδι και το Φως στη Μυθολογία

Επεσήμανα ότι οι χρήσεις των χρωματικών όρων "μαύρο" και "λευκό" σήμερα διαφέρουν από τις χρήσεις τους στην Ελλάδα, αντανακλώντας τους συνειρμούς τους στη μυθολογία. Ο Snowden (1991, σ.84) αναγνωρίζει την ελληνική τάση να συνδέει το λευκό με το καλό και τον Όλυμπο (την κατοικία των θεών στην ελληνική θρησκεία), και το μαύρο με το κακό και τον κάτω κόσμο. Ο Αισχύλος περιγράφει "τη μαύρη άβυσσο του Άδη" (Αισχ. Προμ. Δεσμ. 432-433), ο Ευριπίδης μιλά για "μαύρο θάνατο" (Ευρ. Τρωάδ. 1302), και ο Ησίοδος αποδίδει το χάος στη "μαύρη Νύχτα" (Ησ. Θεογ. 123-125). Φυσικά, πολλά παραδείγματα του μαύρου χρώματος στον μύθο φέρουν αρνητικούς συνειρμούς.

Το κρίσιμο ερώτημα που πρέπει να τεθεί είναι αν οι αρνητικοί συνειρμοί που συνδέονταν με το μαύρο χρώμα στη μυθολογία μεταφέρθηκαν και στους ανθρώπους με μαύρο δέρμα. Ο Snowden (1991, σ.84) επιχειρηματολογεί κατά αυτής της άποψης, αμφιβάλλοντας για το αν εκφράσεις όπως "μαύρη λίστα" ή "μελανόψυχος" θα δημιουργούσαν προκατάληψη ενάντια σε όσους έχουν μαύρο δέρμα στον σύγχρονο κόσμο, εάν απουσίαζαν φαινόμενα όπως το αφρικανικό δουλεμπόριο και η αποικιοκρατία. Δεδομένου ότι οι Έλληνες λειτουργούσαν πράγματι σε μια κοινωνία από την οποία έλειπαν τέτοια φαινόμενα, η αρνητικότητα που συνδεόταν με το μαύρο χρώμα στη μυθολογία φαίνεται απίθανο να είχε μεταφερθεί σε όσους είχαν μαύρο δέρμα. Εδώ επιστρέφουμε στη σημασία του να διαβάζουμε την αρχαιότητα μέσα στο δικό της πλαίσιο. Όπως είδαμε από την περιβαλλοντική τους θεωρία, οι Έλληνες δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους "Λευκούς", επομένως η ιδέα ότι η λευκότητα και το καλό ίσχυαν για τους Έλληνες, ενώ το μαύρο χρώμα και το κακό για τον μαύρο βάρβαρο, δεν προκύπτει από τη μυθολογική υπόσταση αυτών των χρωματικών όρων. Το να διαβάσει κανείς τον ελληνικό μύθο με αυτόν τον τρόπο θα σήμαινε ότι τον βλέπει μέσα από έναν σύγχρονο, και άρα αναχρονιστικό, φακό.

Εχθρικές Προθέσεις; Η Αντίθεση στην Τέχνη

Θα πρέπει να στρέψουμε την προσοχή μας στην ελληνική τέχνη, και συγκεκριμένα στα ιανόμορφα αγγεία που απεικονίζουν μια Μαύρη και μια Λευκή κεφαλή πλάι-πλάι (Εικ. 1-4). Η πρόσληψή τους ποικίλλει: ορισμένοι τα εκλαμβάνουν ως καρικατούρες που είχαν ως στόχο να χλευάσουν τους Μαύρους ανθρώπους που απεικονίζουν. Η δική μου θέση είναι ότι αυτή η θεώρηση είναι εσφαλμένη –τα αγγεία δεν αποσκοπούν στο να χλευάσουν τους Μαύρους ανθρώπους που αναπαριστούν– και ότι τέτοιες υποθέσεις αντανακλούν σύγχρονες προκαταλήψεις γύρω από το χρώμα του δέρματος.

Η κατασκευή των αγγείων είναι ενδεικτική: ο Gruen (2011, σ.216) σημειώνει ότι οι κεφαλές έχουν πλαστεί από την ίδια μήτρα, και ο Bérard (2000, σ.410) τονίζει την ισορροπημένη αντιμετώπιση των θεμάτων, παρατηρώντας ότι κάθε κεφαλή έχει φιλοτεχνηθεί με τον ίδιο βαθμό προσοχής. Και οι δύο αρνούνται ότι υπάρχει οτιδήποτε σε αυτή την τεχνική που να υποδηλώνει πρόθεση παρουσίασης της μίας πλευράς ως ανώτερης από την άλλη. Πρέπει να αναρωτηθούμε, επομένως: εάν τα αγγεία έχουν φιλοτεχνηθεί με τρόπο που να μην υποδηλώνει καμία ανισορροπία, γιατί πολλοί ερμηνευτές διαφωνούν; Με μια πρώτη ματιά, η αντίθεση είναι αρκετά έντονη και ενθαρρύνει τη σύγκριση. Αυτό, ωστόσο, δεν σήμαινε απαραίτητα ότι θα ωθούσε τους αρχαίους θεατές σε μια μεροληπτική πρόσληψη. Η πιθανή δυσφορία που νιώθουν οι σύγχρονοι θεατές αντανακλά τους σημερινούς συνειρμούς που συνοδεύουν το μαύρο και το λευκό χρώμα, οι οποίοι απουσίαζαν από τους Έλληνες. Φυσικά, οι Έλληνες συχνά θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους από άλλους λαούς· ωστόσο, αυτές οι κρίσεις δεν γίνονταν με βάση την εξωτερική εμφάνιση. Μάλιστα, ο Bérard (2000, σ.411) υποστηρίζει ότι η αντίθεση των δύο κεφαλών χρησιμεύει για να εξαίρει την εμφάνιση και των δύο – ο καλλιτέχνης δεν θεωρεί τη μία πλευρά όμορφη και την άλλη άσχημη, αλλά εργάζεται για να αναπαραστήσει την κλασική ομορφιά από τη μία πλευρά και μια "εξωτική" ομορφιά από την άλλη. Οι Έλληνες θεατές μπορεί κάλλιστα να θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους από τους Αιθίοπες· ωστόσο, τα ίδια τα αγγεία δεν υποστηρίζουν αυτό το αφήγημα. Εκεί όπου οι σύγχρονοι σχολιαστές μπορεί να βλέπουν μια ανισορροπία, οι αρχαίοι θεατές πιθανότατα έβλεπαν μόνο μια ανάδειξη των διαφορών μεταξύ δύο ανθρώπων, χωρίς καμία νύξη κατωτερότητας στο ένα μισό του αγγείου.

[...]

Ο πολιτισμός είναι το κλειδί!

Το επιχείρημά μου έως τώρα είναι ότι οι Έλληνες όντως έκαναν διακρίσεις εις βάρος ανθρώπων που διέφεραν από αυτούς, κατατάσσοντας τους εαυτούς τους πρώτους σε μια δικής τους έμπνευσης ιεραρχία, δίχως όμως αυτό να βασίζεται στο χρώμα του δέρματος ή να προσομοιάζει με τον ρατσισμό της σύγχρονης κοινωνίας. Το ερώτημα παραμένει: αν το χρώμα του δέρματος δεν αποτελούσε το κίνητρο για τις διακρίσεις, τότε τι τις προκαλούσε; Υποστηρίζω, εξετάζοντας τον Ηρόδοτο, ότι ο πολιτισμός ήταν ο βασικός λόγος που οι Έλληνες έβλεπαν ένα άλλο έθνος ως ουσιαστικά διαφορετικό και κατώτερό τους.

Η αναγνώριση της πολιτισμικής σχετικότητας από τον Ηρόδοτο παρουσιάζει ενδιαφέρον. Ο ίδιος διατυπώνει κρίσεις, τόσο θετικές όσο και αρνητικές, για τα έθιμα των βαρβάρων, αλλά έχει επίγνωση ότι, όπως το θέτει η Thomas (2000, σ. 131), "οι βάρβαροι έχουν τους δικούς τους βαρβάρους". Αυτό αντικατοπτρίζεται στον ισχυρισμό του: "αν προτεινόταν σε όλα τα έθνη να επιλέξουν ποια έθιμα θεωρούν τα καλύτερα από όλα, το καθένα, μετά από εξέταση, θα τοποθετούσε τα δικά του πρώτα· τόσο πολύ είναι πεπεισμένο ότι τα δικά του είναι μακράν τα καλύτερα" (Ηρόδ. 3.38.1). Είναι σαφές ότι οι Έλληνες τοποθετούν τους εαυτούς τους πρώτους στη δική τους ιεραρχία, αλλά το ίδιο κάνουν και τα άλλα έθνη, τοποθετώντας τους Έλληνες χαμηλότερα στη δική τους.

Ο Ηρόδοτος, επομένως, εντάσσει τους ισχυρισμούς του σε ένα πλαίσιο: διατυπώνει μεν κρίσεις, αλλά αναγνωρίζει ότι αυτές ορίζονται από την αντίληψη των ανθρώπων ότι ο δικός τους πολιτισμός είναι ανώτερος. Για να το εκφράσει αυτό παραστατικά, ο Ηρόδοτος παρουσιάζει τον Δαρείο να ρωτά τους Έλληνες και τους Ινδούς για τις αντίστοιχες πρακτικές τους σχετικά με τους νεκρούς. Αρχικά, ο Δαρείος ρώτησε τους Έλληνες "έναντι ποιου τιμήματος θα έτρωγαν τα νεκρά σώματα των πατέρων τους", για να λάβει την απάντηση ότι "δεν υπάρχει τίμημα για το οποίο θα το έκαναν αυτό". Στη συνέχεια ρώτησε τους Ινδούς "τι θα τους έκανε πρόθυμους να κάψουν τους πατέρες τους όταν πεθάνουν", με τους Ινδούς να "φωνάζουν δυνατά να μη μιλά για μια τόσο φρικτή πράξη".

Και οι δύο λαοί, που είναι  βαρβάροι ο καθένας στα μάτια του άλλου, αποστρέφονται έντρομοι τα έθιμα του άλλου· έτσι, ο Ηρόδοτος καταλήγει: "νόμος πάντων βασιλεύς"  (Ηρόδ. 3.38.4). Οι Έλληνες και οι Ινδοί διαφέρουν στην εξωτερική εμφάνιση, αλλά αυτή η στιχομυθία δίνει την εντύπωση ότι, πάνω απ' όλα, ο πολιτισμός είναι αυτός που καθιστά αυτούς τους ανθρώπους ουσιαστικά διαφορετικούς.

Ο πολιτισμός αποτελούσε τον κύριο προσδιοριστικό παράγοντα για το πόσο διέφεραν οι άλλοι λαοί από τους Έλληνες. Οι παρατηρήσεις γύρω από το χρώμα του δέρματος συνέβαλαν σε αυτή τη διαφοροποίηση, αλλά αποτελούσαν πολύ περισσότερο προϊόν περιέργειας παρά έδαφος για τη διατύπωση ουσιαστικών κρίσεων. Οι διακρίσεις ήταν παρούσες μεταξύ των Ελλήνων, και έχουμε δει ότι συχνά τοποθετούσαν τους εαυτούς τους πάνω από τους άλλους, αλλά η αντίληψη του Ηροδότου για την πολιτισμική σχετικότητα, παράλληλα με τις ποικίλες αναπαραστάσεις στην τέχνη και τη λογοτεχνία, μας επιτρέπει να δούμε ότι το δίπολο Έλληνας/Βάρβαρος δεν ήταν πάντα τόσο άκαμπτο όσο το "ανώτεροι Έλληνες" και "κατώτεροι Βάρβαροι". Βλέπουμε εδώ μια παραδοχή ότι όλοι οι πολιτισμοί διαφέρουν, και ο Ηρόδοτος όντως παρουσιάζει τους Έλληνες με ευνοϊκό τρόπο, όπως κάνουν και άλλοι συγγραφείς, αλλά, το κυριότερο, αναγνωρίζει ότι η δική του αφήγηση δεν είναι η μοναδική.

[...]

Συμπέρασμα

Είναι σαφές ότι οι Έλληνες ήταν καλά εξοικειωμένοι με τους Μαύρους ανθρώπους και ότι το χρώμα του δέρματός τους σχολιαζόταν, σε μεγάλο βαθμό, ως ένα διαφοροποιητικό χαρακτηριστικό. Είναι απαραίτητο να κατανοήσουμε, ωστόσο, ότι αυτή η διαφορά δεν αποτελούσε αιτία διάκρισης. Γνωρίζουμε ότι οι Έλληνες γοητεύονταν από πράγματα που διέφεραν από τους ίδιους, ειδικά μετά τη διαμόρφωση του αντιθετικού αυτοπροσδιορισμού κατά τους Περσικούς Πολέμους. Οι περιγραφές του μαύρου δέρματος ήταν σε μεγάλο βαθμό επιφανειακές, και δεν γίνονταν ουσιαστικές κρίσεις με βάση το χρώμα του δέρματος. Οι παρατηρήσεις ήταν σύμφωνες με την περιβαλλοντική θεωρία, και οι κρίσεις αναφορικά με το χαρακτήρα συνόδευαν τις παρατηρήσεις για το μαύρο δέρμα· ωστόσο, οι κρίσεις αυτές δεν γίνονταν εξαιτίας του ίδιου του μαύρου δέρματος.

Έχουμε συναντήσει τόσο θετικές όσο και αρνητικές περιγραφές για την Αιθιοπία, εντοπίζοντας ιδιαίτερα αρνητικές απεικονίσεις σε αναφορές για "άγριους" Αιθίοπες. Αυτές οι περιγραφές αναδεικνύουν μια ελληνική αίσθηση ανωτερότητας και προκατάληψης απέναντι σε όσους διαφέρουν πολιτισμικά. Αυτές οι κρίσεις, ωστόσο, δεν γίνονταν με βάση το χρώμα του δέρματος. Οι Έλληνες τοποθετούσαν πράγματι τους εαυτούς τους στην κορυφή της δικής τους ιεραρχίας, αλλά αυτό γινόταν εξαιτίας της υποτιθέμενης πολιτισμικής τους ανωτερότητας. Οι περιγραφές περί αγριότητας δείχνουν, το πολύ, ότι οι Έλληνες θεωρούσαν τους εαυτούς τους ανώτερους όσον αφορά τις πολιτισμικές τους πρακτικές. Το βασικό ζήτημα είναι ότι οι αρνητικές απεικονίσεις των Μαύρων ανθρώπων στην ελληνική σκέψη δεν συνεπάγονταν ρατσισμό ή προκατάληψη για το χρώμα του δέρματος, επειδή συνυπάρχουν με πολλές θετικές περιγραφές και δεν γίνονταν εξαιτίας του μαύρου χρώματος. Τα στοιχεία δείχνουν μια μάλλον ισορροπημένη εικόνα για τους Αιθίοπες· αν και μερικές φορές παρουσιάζονταν αρνητικά, αυτό ίσχυε για πολλούς λαούς, όχι μόνο για όσους είχαν μαύρο δέρμα.

Καθ' όλη τη διάρκεια αυτής της εργασίας, έχω τονίσει ότι οι Έλληνες δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους "Λευκούς", παρά τις σύγχρονες προσπάθειες να παρουσιαστούν ως τέτοιοι. Αυτό το σημείο είναι σημαντικό για δύο λόγους. Πρώτον, δείχνει τον κίνδυνο να διαβάζουμε την ελληνική αρχαιότητα έχοντας κατά νου τις σύγχρονες έννοιες της μαύρης και της λευκής φυλής. Οι όροι "μαύρος" και "λευκός" δεν είχαν την ίδια σημασία για τους Έλληνες που έχουν για εμάς. Η λευκότητα και η μαύρη ταυτότητα συνδέθηκαν με τη φυλή κατά τη διάρκεια του Διαφωτισμού, αλλάζοντας ανεπανόρθωτα τη σημασία αυτών των όρων. Αν διαβάζουμε τον ελληνικό κόσμο έχοντας κατά νου αυτές τις έννοιες, θα τον παρερμηνεύσουμε και κινδυνεύουμε να εισαγάγουμε έναν ρατσισμό ή μια προκατάληψη για το χρώμα του δέρματος που απλώς δεν υπήρχε. Δεύτερον, δείχνει πόσο ανυπόστατο είναι το επιχείρημα που χρησιμοποιεί την αρχαία Ελλάδα για να στηρίξει τη λευκή υπεροχή. Η οικειοποίηση των ελληνικών επιτευγμάτων ως "λευκών" υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι των ευρωπαϊκών αξιώσεων περί ανωτερότητας, τόσο κατά τον Διαφωτισμό όσο και στον εικοστό πρώτο αιώνα. Αναγνωρίζοντας ότι οι Έλληνες δεν αυτοπροσδιορίζονταν ως Λευκοί, γίνεται εμφανές το παράλογο της τάσης ανθρώπων, για παράδειγμα, βρετανικής καταγωγής να ιδιοποιούνται τα ελληνικά επιτεύγματα. Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι οι Έλληνες δεν θεωρούσαν τους εαυτούς τους Λευκούς, προκειμένου να αποτραπεί η συνεχιζόμενη κατάχρηση της ελληνικής αρχαιότητας για την υποστήριξη ρατσιστικών ιδεών γύρω από τη λευκή υπεροχή, μια πρακτική που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.
 

Το χρώμα του δέρματος στην Αρχαία Ελλάδα Facebook Twitter
Αττικό αμφιπρόσωπο ερυθρόμορφο αγγείο: γυναικεία κεφαλή και κεφαλή Αφρικανού νέου. Ύστερη αρχαϊκή / Μετάβαση στην πρώιμη κλασική, περ. 490-480 π.Χ. Υλικό: Πηλός (κεραμική). Τόπος εύρεσης: Σίφνος. Μόναχο, Κρατικές Αρχαιολογικές Συλλογές (Staatliche Antikensammlungen) N.I. 9535

Αλμανάκ

ΘΕΜΑΤΑ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

THE GOOD LIFO ΔΗΜΟΦΙΛΗ