ADVERTORIAL
Υπάρχει μια συγκεκριμένη περίοδος κάθε χρόνο που οι μέρες αρχίζουν να μεγαλώνουν αισθητά. Βγαίνεις από το γραφείο και έχει ακόμη φως. Ο αέρας είναι πιο ζεστός και η ιδέα να γυρίσεις κατευθείαν σπίτι μοιάζει ξαφνικά λιγότερο ελκυστική. Έτσι ξεκίνησε κι εκείνο το απόγευμα για την Άννα και τον Μάρκο. Η μέρα είχε κυλήσει όπως όλες οι υπόλοιπες. Meetings, μηνύματα, εκκρεμότητες, η γνωστή αίσθηση ότι η εβδομάδα έχει τραβήξει λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε. Ο Μάρκος οδηγούσε και η Άννα κοιτούσε έξω από το παράθυρο τα μπαλκόνια που είχαν αρχίσει να γεμίζουν ξανά με κόσμο.
«Πάμε κάπου;» ρώτησε κάποια στιγμή. Ο Μάρκος χαμογέλασε. «Πού;» Η Άννα γύρισε και τον κοίταξε. «Δεν ξέρω. Κάπου». Και αυτό ήταν αρκετό. Δεν υπήρχε σχέδιο. Ούτε κράτηση, playlist ή προορισμός στο Google Maps. Μόνο εκείνη η αίσθηση του Ιουνίου ότι η μέρα δεν έχει τελειώσει ακόμα. Λίγο πιο κάτω, ο Μάρκος έβγαλε φλας. «Μια στάση πρώτα». Η Άννα τον κοίταξε. «Έχεις σχέδιο τελικά;» «Όχι. Αλλά αν είναι να πάμε κάπου… ας μην πάμε με άδεια χέρια». Μπήκαν στα Lidl. Δεν ήταν τα ψώνια της εβδομάδας, ούτε η καθιερωμένη στάση στον δρόμο για το σπίτι. Όλα συνέβαιναν… για τη στιγμή σε μια αυθόρμητη παρόρμηση.
Ο Μάρκος πήρε δύο κρύα ροφήματα από το ψυγείο. Η Άννα διάλεξε μερικά νόστιμα snacks που δεν είχε ξαναπάρει και λίγο πιο κάτω, εμφανίστηκαν τα παγωτά. Στο ταμείο στάθηκαν για λίγο κοιτάζοντας το καλάθι. Δεν περιείχε τίποτα από αυτά που αγοράζεις στην επιστροφή για το σπίτι. Αλλά είχε πολύ περισσότερα από εκείνα που παίρνεις όταν δεν θες να γυρίσεις ακόμη! «Πού πάμε τελικά;» ξαναρώτησε η Άννα. Ο Μάρκος σήκωσε τους ώμους. «Θα το βρούμε». Και για κάποιον λόγο, αυτή ήταν η μόνη σωστή απάντηση.
Άφησαν πίσω όλους τους πιθανούς δρόμους, που συνήθως οδηγούν στη γειτονιά τους και συνέχισαν διαφορετικά. Σκέφτηκαν τη θάλασσα, αλλά ήταν αργά. Και έπειτα ένα μπαρ, αλλά κανείς δεν είχε όρεξη για κόσμο. Τους πέρασε από το μυαλό να τηλεφωνήσουν σε φίλους, αλλά κάτι από αυτήν τη μικρή ελευθερία του να μην έχουν κανονίσει τίποτα, τους κρατούσε πίσω. Τελικά, κατέληξαν σε ένα σημείο της πόλης που δεν ήταν ιδιαίτερα διάσημο. Ένα μέρος που έβλεπε ουρανό, φώτα και πόλη. Η Άννα έβγαλε όλα όσα είχαν μόλις αγοράσει και τα άφησε ανάμεσά τους, πάνω σε μια μαντήλα. Ένα snack mix XXL, η πιο XXL εκδοχή ενός συνηθισμένου απογεύματος. Ο Μάρκος άνοιξε το δικό του αγαπημένο. Tonic basil & lime, έγραφε η ετικέτα. Η Άννα ζήλεψε αυτόματα και του έκλεψε μια γουλιά. Η πρώτη μικρή βουτιά του καλοκαιριού έγινε σε εκείνο το cheese dip που άνοιξαν λίγο αργότερα, καθώς ο ήλιος χανόταν εμφανώς πίσω από τα κτίρια. Το παγωτό-ξυλάκι είχε προλάβει να εξαφανιστεί στη διαδρομή, με την ταχύτητα που μόνο ένα παιδί μπροστά σε παγωτό μπορεί να επιδείξει.
Ο Μάρκος κοίταξε γύρω του. Υπάρχει κάτι όμορφο σε αυτές τις μικρές στάσεις, που προηγούνται των μεγάλων σχεδίων, ακόμη και αν αυτά δεν φτάσουν ποτέ. Σαν τις παρενθέσεις που τελικά θυμάσαι περισσότερο από την ίδια την πρόταση. Μερικές σωστές επιλογές, λίγη καλή διάθεση και η ελευθερία να ακολουθήσεις μια αυθόρμητη ιδέα χωρίς να την πολυσκεφτείς. Όπως ακριβώς συμβαίνει με τις πιο ωραίες στιγμές της καθημερινότητας. Απλές, προσιτές και πάντα εκεί, έτοιμες να γίνουν κάτι περισσότερο από αυτό που είχες υπολογίσει.
Έμειναν λίγο ακόμα. Μέχρι που η πόλη άρχισε να αλλάζει χρώμα. Ώσπου κατάλαβαν ότι δεν θυμόντουσαν πια τι ακριβώς τους είχε κουράσει μέσα στην ίδια ημέρα. Στον γυρισμό, η Άννα κοίταξε έξω από το παράθυρο. «Τελικά πού πήγαμε;» Ο Μάρκος σκέφτηκε για λίγο. «Δεν ξέρω». Και οι δυο χαμογέλασαν. «Αλλά πήγαμε».
Κάπου μέσα στον Ιούνιο αρχίζουν τα πρώτα «πάμε κάπου». Δεν είναι ταξίδια, ούτε μεγάλα σχέδια. Είναι εκείνες οι μικρές έξοδοι, ενίοτε και διέξοδοι, που ξεκινούν χωρίς λόγο και τελειώνουν λίγο αργότερα απ’ όσο τελικά περιμένει κανείς. Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο σημάδι του ελληνικού καλοκαιριού. Στην πραγματικότητα, δεν φεύγεις. Απλώς, για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν βιάζεσαι να επιστρέψεις. Πόσο οκ είναι αυτό!