Το 2015, ο Τάκης Καβαλλιεράτος πραγματοποίησε την πρώτη του ατομική έκθεση ζωγραφικής με τίτλο Ατάκτως ερριμμένα. Tα έργα εκείνης της περιόδου απεικονίζουν αυτοσχέδιες γλυπτικές συνθέσεις –κατασκευές ανθρωπόμορφου χαρακτήρα– συγκροτημένες από ετερόκλητα και μεταχειρισμένα αντικείμενα, όπως τενεκέδες, χαρτόκουτα, ξύλα και πανιά. Οι συνθέσεις αυτές οργανώνονται γύρω από το άτακτο και το τυχαίο, στοιχεία που λειτουργούν ως δομικές συνθήκες της εικόνας.

 

Οι ζωγραφικές συναρμογές του Καβαλλιεράτου αντλούν την καταγωγή τους από συγκεκριμένες υπερρεαλιστικές πρακτικές απεικόνισης. Συγγενεύουν με τα οπτικά λογοπαίγνια του Giuseppe Arcimboldo, όπου το ανθρώπινο σώμα συντίθεται από αντικείμενα όπως βιβλία, φρούτα και λουλούδια· με τις φωτογραφίες του Salvador Dalí από το ακρωτήριο Cap de Creus, κοντά στο Cadaqués, τη δεκαετία του 1930, στις οποίες οι φυσικοί βραχώδεις σχηματισμοί προσλαμβάνονται ως ανθρωπόμορφες παρουσίες· και, κυρίως, με τις παράδοξες τοπιογραφίες του Yves Tanguy της δεκαετίας του 1940. Σε μια πιο υπόγεια συγγένεια, μπορούν ακόμη να συσχετιστούν με τη μεταφυσική ζωγραφική του Giorgio de Chirico, όπου το άδειο τοπίο, η στατική οργάνωση του χώρου και η αίσθηση αναμονής συγκροτούν μια εμπειρία αποξένωσης. Στο έργο του Καβαλλιεράτου, οι αναφορές αυτές συμπυκνώνονται σε μια ζωγραφική της ύλης και του υπολείμματος, δομημένη γύρω από την ιδέα της ανακατασκευής.

 

Δεν είναι τυχαίο ότι τα έργα της πρώτης αυτής ενότητας διαμορφώνονται την περίοδο 2013-2015, σε ένα κλίμα κοινωνικής και οικονομικής κρίσης. Το ονειρικό στοιχείο, η αίσθηση ακινησίας και η εμμονή σε ετερόκλητες, εύθραυστες μορφές αρθρώνονται μέσα σε μια συνθήκη γενικευμένης αβεβαιότητας. Σε αυτό το επίπεδο, η σχέση με το έργο του Yves Tanguy αποκτά και μια χρονική, υπαρξιακή διάσταση: όπως οι πίνακές του δημιουργήθηκαν κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι και τα έργα της πρώτης ατομικής έκθεσης του Καβαλλιεράτου συγκροτούνται σε περίοδο κρίσης, όταν το τοπίο μοιάζει ταυτόχρονα γνώριμο και αποξενωμένο.

 

Από το 2015 και έπειτα, η ζωγραφική του αρχίζει να ακολουθεί μια διαφορετική κατεύθυνση. Το ενδιαφέρον του καλλιτέχνη μετατοπίζεται σταδιακά από τη συσσώρευση και τη συναρμολόγηση προς την οργάνωση και την τακτοποίηση. Σε αυτό το νέο πεδίο εμφανίζονται οι πέτρες και τα στρατιωτάκια: απλές, επαναλαμβανόμενες μορφές, στοιχειώδεις μονάδες, οργανωμένες σε παρατάξεις με αυστηρά ελεγχόμενη χωρική ακρίβεια. Οι πέτρες λειτουργούν ως φάροι και σημεία σταθερότητας, ενώ τα στρατιωτάκια εισάγουν το στοιχείο του παιχνιδιού και της γλυπτικής· μεγεθυμένα και αποσπασμένα από την κανονική τους κλίμακα, αποκτούν μνημειακή υπόσταση.

 

Παράλληλα, στη ζωγραφική του εικονίζονται κουρδιζόμενα σιδερένια πουλιά, vintage παιχνίδια μιας άλλης εποχής, τα οποία εισάγουν το στοιχείο της κίνησης σε έναν κατά τα άλλα στατικό κόσμο. Υβριδικά και αμφίσημα, κινούνται ανάμεσα στο οικείο και στο ανοίκειο. Το παιχνίδι συνυπάρχει εδώ με μια υπόρρητη αίσθηση απειλής, που εντείνεται από τη μεγέθυνση και τη συχνή απομόνωση των μορφών αυτών μέσα στο τοπίο. Η παρουσία τους ενεργοποιεί μια ατμόσφαιρα διατάραξης μιας φαινομενικά ήρεμης καθημερινότητας, που φέρνει στον νου την ταινία Τα πουλιά (1963) του Alfred Hitchcock.

 

Τα έργα που παρουσιάζονται στον χώρο τέχνης ENOIKOS καλύπτουν την περίοδο 2015-2025 και συγκροτούν ένα ενιαίο σώμα, στο οποίο η ζωγραφική συνδιαλέγεται στενά με τη χειροποίητη κατασκευή. Στις συνθέσεις αυτές συνυπάρχουν στοιχεία φυσικά και τεχνητά, το γήινο με το ανθρώπινο, το λίθινο με το πλαστικό. Η φωτορεαλιστική ακρίβεια συμπλέκεται με έναν υπερρεαλιστικό τρόπο θέασης, διαμορφώνοντας τοπία ονειρικής έντασης.

 

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την εικονογραφία διατηρεί το παιχνίδι και η σημασία του για τη γενιά του Καβαλλιεράτου, για όσες και όσους μεγάλωσαν σε ένα περιβάλλον όπου η εμπειρία της στέρησης και της καταστροφής παρέμενε παρούσα. Ο αυτοσχεδιασμός, η κατασκευή παιχνιδιών από φτωχά και άχρηστα υλικά, η επινοητικότητα και η φαντασία συγκροτούν θεμελιώδη στοιχεία αυτής της εμπειρίας. Η επανάχρηση αποκτά έτσι δημιουργικό χαρακτήρα. Όπως και στα πρώιμα έργα του, ο καλλιτέχνης εμψυχώνει το άψυχο αντικείμενο, του προσδίδει κίνηση και πνοή, μεταφέροντας στη ζωγραφική του μια χειρονομία που αντλεί από τα πρώιμα χρόνια της ζωής.

 

Στα έργα με τα στρατιωτάκια, οι μορφές έρχονται συχνά σε αντιπαράθεση, με φόντο ειδυλλιακούς ουρανούς και ηλιοβασιλέματα. Οι πέτρες της Σίφνου παρουσιάζονται άλλοτε μεμονωμένες, σχεδόν ως πορτρέτα –σαν ο ζωγράφος να διερευνά τη φυσιογνωμία και τον χαρακτήρα καθεμιάς– και άλλοτε ως ομάδες ή «οικογένειες», με διαφορετικές διαθέσεις και ρόλους. Όλες μαζί διαμορφώνουν νεκρές φύσεις και πόλεις της φαντασίας, που συγγενεύουν με τις τοπιογραφίες του Γρηγόρη Σεμιτέκολο. Σε άλλη κατεύθυνση, τα πουλιά εμφανίζονται σε ταράτσες πολυκατοικιών, βασισμένες σε φωτογραφίες του ίδιου του καλλιτέχνη, ανάμεσα σε ηλιακούς θερμοσίφωνες και κεραίες τηλεόρασης, εγγράφοντας αυτή την εικονογραφία στο ιδιότυπα σουρεαλιστικό αστικό τοπίο της Αθήνας.

 

Μια άλλη σειρά έργων περιλαμβάνει τοτεμικές, αινιγματικές δομές που λειτουργούν ως αυτόνομες παρουσίες μέσα στο τοπίο και ενίοτε συνυπάρχουν με τα πουλιά και τα στρατιωτάκια. Οι δομές αυτές οργανώνονται κατακόρυφα, συχνά σε σειρές ή ομάδες, αποκτώντας μνημειακή υπόσταση και παραπέμποντας σε αρχιτεκτονικούς όγκους. Στην αυστηρότητα και την επαναληπτικότητά τους μπορεί κανείς να αναγνωρίσει μια μακρινή συγγένεια με τις «ατελείωτες στήλες» του Constantin Brancusi. Παράλληλα, η εικαστική τους λογική συνομιλεί με τη ζωγραφική του René Magritte, όπου τα αντικείμενα αποσπώνται από τη λειτουργική τους χρήση και εμφανίζονται ως φορείς εννοιολογικής παρουσίας μέσα στον χώρο. Τοποθετημένες σε ασφαλτοστρωμένους επαρχιακούς δρόμους της Σίφνου και σε ανοιχτές εκτάσεις του νησιού, οι δομές αυτές λειτουργούν ως σταθερά σημεία αναφοράς μέσα σε ένα τοπίο από το οποίο απουσιάζει ο άνθρωπος.

 

Το σύνολο αυτής της εικονογραφίας διαπερνάται από μια ήπια μελαγχολία. Όπως έχει επισημάνει η Michael Ann Holly, το έργο τέχνης μπορεί να ιδωθεί ως υλικό κατάλοιπο ενός κόσμου που έχει παρέλθει. Σε συγγενή κατεύθυνση, ο Jean Clair προσεγγίζει τη μελαγχολία ως μορφή εγρήγορσης απέναντι σε έναν κόσμο όπου τα πράγματα επιμένουν να υπάρχουν, παρότι έχουν απολέσει τη λειτουργία τους. Στη ζωγραφική του Τάκη Καβαλλιεράτου, η μελαγχολία αυτή μετατρέπεται σε έναν προσωπικό τρόπο παρατήρησης του κόσμου, μέσα από τον οποίο το παιχνίδι, η υλικότητα των αντικειμένων και το τοπίο συνυπάρχουν σε μια κατάσταση εύθραυστης ισορροπίας, στον απόηχο ενός ανακτημένου χρόνου.

 

Χριστόφορος Μαρίνος

Ιστορικός τέχνης και επιμελητής

 

Ο Τάκης Καβαλλιεράτος γεννήθηκε το 1940 στην Αθήνα. Σπούδασε ζωγραφική στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας (1960–1964) με δάσκαλο τον Γιάννη Μόραλη και σκηνογραφία-διακοσμητική με τον Βασίλη Βασιλειάδη. Από το 1969, σε συνεργασία με τη σύζυγό του, τη γλύπτρια Στέλλα Καβαλλιεράτου, στράφηκε συστηματικά στο κόσμημα-αντικείμενο και στις κατασκευές. Το κοινό τους έργο αντλεί αναφορές από τον φυσικό κόσμο, με έμφαση στη θαλάσσια εμπειρία, τη χλωρίδα και την εντομολογία, και πραγματώνεται σε μοναδικά ή περιορισμένου αριθμού χειροποίητα έργα, μέσα από τη συνειδητή χρήση μετάλλων και οργανικών υλικών. Έχουν παρουσιάσει το έργο τους σε ατομικές και ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και διεθνώς, σε πόλεις όπως το Παρίσι, το Μιλάνο, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, η Γενεύη, η Ζυρίχη και η Νέα Υόρκη, καθώς και σε διεθνείς εκθέσεις κοσμήματος στο Τάξκο, τη Βασιλεία και τη Μπολόνια. Το 2007 το Μουσείο Μπενάκη (Κτίριο οδού Πειραιώς), σε συνεργασία με την γκαλερί Bernier/Eliades, διοργάνωσε αναδρομική έκθεση αφιερωμένη στα κοσμήματα και τα αντικείμενα τέχνης τους. Παράλληλα, η ζωγραφική του Καβαλλιεράτου συγκροτείται ως αυτόνομη πρακτική, βασισμένη σε συσσωρεύσεις αντικειμένων, με συνδυασμούς τοπίου, νεκρής φύσης και ανθρωπομορφικών ασαμπλάζ. Το 2015 παρουσίασε την πρώτη ατομική του έκθεση ζωγραφικής, με τίτλο «Ατάκτως Ερριμμένα», στην Γκαλερί Σκουφά. Η έκθεση «Πέτρες και στρατιωτάκια», στον χώρο τέχνης ENOIKOS, αποτελεί τη δεύτερη ατομική του παρουσία στη ζωγραφική. Ζει και εργάζεται στη Σίφνο.