1. ΓΚΙΩΝΗΣ: Από τους λίγους μόνιμους κατοίκους Ελλάδας και Αθήνας. Ένα είδος γλαύκας, λίγο πιο μικρός από την κουκουβάγια. Φωλιάζει σε τρύπες όπως αυτές της Αρχαίας Αγοράς στην Πλάκα, και τρέφεται κυρίως με έντομα. Το βαθύ και επαναλαμβανόμενο, μοναχικό σφύριγμά του ακούγεται μέχρι και ένα χιλιόμετρο μακριά και αποτελεί ιδανικό σιγοντάρισμα στα ερωτικά καλοκαιρινά ραντεβού.

2. ΚΟΥΚΟΥΒΑΓΙΑ: Οι κουκουβάγιες είναι σαρκοφάγα πτηνά. Μοιράζουν τη σοφία τους σε περιοχές όπως ο Υμηττός, το Αττικό Άλσος, η Ακρόπολη, του Φιλοπάππου, ο Λυκαβηττός και αλλού. Διαθέτουν τρομερή όραση -ακόμα και τη μέρα, παρά τις διάφορες διαδόσεις-, είναι δειλές και περιέργως πιο κουτές από τα υπόλοιπα αρπακτικά. Είναι τρομακτικές και υποβλητικές στην όψη και μπορούν να μείνουν μέρες χωρίς νερό, αφού ξεδιψάνε από το αίμα των θηραμάτων τους. Κατοικούν σε κουφάλες δέντρων και σε ρωγμές βράχων.

3. ΚΟΥΚΟΣ: Ζει στο κέντρο των Αθηνών, στα πέριξ της Ακρόπολης. Ο ερχομός του σημαίνει και τον ερχομό της άνοιξης. Είναι ζωηρός και ανήσυχος από την αυγή μέχρι τη νύχτα. Τρέφεται διαρκώς με έντομα χωρίς να δείχνει σημάδια κορεσμού. Το μοναδικό πτηνό που χρησιμοποιεί baby sitter για να επωάσει τα μικρά του. Μπορεί να εξημερωθεί πλήρως ύστερα από αιχμαλωσία.

4. ΑΗΔΩΝ Η ΜΕΓΑΛΟΡΥΓΧΟΣ (Luscinia megaryncha). Ο καλύτερος ψάλτης. Το μέγεθός του φτάνει τα 17 εκατ., με σταχτοκόκκινα τα νώτα και σταχτοκίτρινη την κοιλιά. Ζει κυρίως στα πεδινά. Απαραίτητη η ύπαρξη δέντρων και θάμνων. Στην Ελλάδα μας επισκέπτεται τέλη Μαρτίου. Το τραγούδι του ακούγεται λίγο πριν την ανατολή και λίγο μετά τη δύση (ερωτικό κάλεσμα). Είναι γνωστό πως το κελάηδισμά τους προσπάθησε να αποδώσει ο Μπετόβεν στην 6η συμφωνία του.

5. ΚΑΡΔΕΡΙΝΑ: Ή αλλιώς Σπίζα η Ακανθοφάγος. Προτιμά ανοιχτές περιοχές όπως αγρούς και κήπους. Το μέγεθός της δεν ξεπερνάει τα 13 εκ. και τα χρώματά της θυμίζουν έντονα χρωματικό κολάζ. Χοροπηδά με μεγάλη ευκολία πάνω στα δέντρα, ενώ είναι αδέξια στο έδαφος. Όσην ώρα το θηλυκό κατασκευάζει την αρτιστίκ φωλιά, το αρσενικό τη βοηθά με το εύθυμο και ηχηρό άσμα του.

6. ΔΕΚΑΟΧΤΟΥΡΑ: Ή Φιλικοτούνι. Μόνιμη σε πόλεις, αρκεί να υπάρχουν δέντρα για να φωλιάζει. Πήρε το όνομά της από το γουργούρισμα της που ακούγεται σαν δε-κο-κτώ. Τρέφεται με σπόρους και πλησιάζεται εύκολα από τον άνθρωπο.

7. ΗΜΕΡΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ: Προέρχονται από τα αγριοπερίστερα. Είναι το ντρουου που σου τριβελίζει κάθε μέρα τα αυτιά. Βρίσκονται παντού και φωλιάζουν στα κτίρια. Έχουν τέλειο προσανατολισμό, και επιστρέφουν κάθε φορά στη φωλιά τους από τον ίδιο δρόμο χωρίς να χάνονται. Ατραξιόν για τους τουρίστες στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ανάθεμα για τους απανταχού οδηγούς, αφού οι κουτσουλιές τους είναι ενοχλητικά τοξικές και ξεβάφουν τα βιομηχανικά «τετράποδα» της πόλης.

8. ΣΠΟΥΡΓΙΤΗΣ: Εξαρτημένος από τον άνθρωπο, ζει πάντα κοντά του σε πυκνά κοπάδια. Γυρνοβολάει από ταβέρνα σε καφενείο για λίγη ψίχα ψωμιού ή για μια ρόγα σταφύλι, που λέει και το ποίημα. Πετάει αδέξια και το καστανόμαυρο φτέρωμά του συχνά φαίνεται να έχει ατημέλητο styling.

9. ΧΕΛΙΔΟΝΙ: Υπάρχουν περίπου 145 είδη του πασίγνωστου αποδημητικού πτηνού. Κομψό, με πλατύ στήθος, μικρό λαιμό και χαμηλό κεφάλι. Είναι βαθύτατα κοινωνικό και εύθυμο. Το κελάηδημά του είναι φλύαρο. Δεν μπορεί να περπατήσει καλά στο έδαφος. Η φωλιά διακρίνεται για την ύψιστη αρχιτεκτονική τεχνική της. Μένουν στην Αθήνα όλο το θερμό εξάμηνο μέχρι να αποδημήσουν για τα πιο νότια και ζεστά κλίματα.

10. ΤΣΑΛΑΠΕΤΙΝΟΣ: Από τους ομορφότερους καλοκαιρινούς μικροσκοπικούς επισκέπτες. Συχνάζει κυρίως στα πάρκα, περνώντας τον περισσότερο χρόνο στο έδαφος, αναζητώντας τροφή. Καχύποπτος αλλά όχι φοβιτσιάρης - με τέτοιο λοφίο πώς να ήταν; Κίτρινο κεφάλι και γραμμωτή ασπρόμαυρη ουρά. Το τραγούδι του είναι ένα κούφιο ουπ-ουπ-ουπ (στα κυπριακά λέγεται Πουπούξιος) και το παράξενο είναι ότι δύσκολα το ακούς από κοντά, ενώ πολύ πιο εύκολα από μακριά.