Δεν θα μάθουμε ποτέ τι θα νιώθαμε και πώς θα εντασσόταν στη ζωή της πόλης ένα μουσείο για την Ακρόπολη σχεδιασμένο από τον Κρόκο. Ο πρώτος διαγωνισμός ατύχησε και ο Κυριάκος Κρόκος έμεινε με την ικανοποίηση του επαίνου της κριτικής επιτροπής. Όπως μας λέει ο αρχιτέκτονας και καθηγητής στο ΑΠΘ Αντρέας Γιακουμακάτος, η μελέτη για το νέο Μουσείο της Ακρόπολης με τα εσωτερικά αίθρια κι ένα σχεδόν μοναστηριακό κλίμα, εντάσσεται απόλυτα στη «λογική Κρόκου». Κουβαλάει μαζί της μία αύρα κλασικότητας. «Ο Κρόκος λάτρευε το νεοκλασικισμό γιατί λάτρευε τον Τσαρούχη», δίπλα στον οποίο μαθήτευσε για έναν ολόκληρο χρόνο, το 1968, στο Παρίσι. Στη μελέτη του νέου μουσείου, συνεχίζει ο κ. Γιακουμακάτος, ανακαλύπτουμε συστατικά στοιχεία του έργου του Κρόκου, την αίσθηση της σιωπής και μιας διαχρονικής στοχαστικότητας. Ένας λυρισμός που παντρεύεται με το τσιμέντο και την αντίληψη του Κρόκου για τη σύγχρονη αρχιτεκτονκή.

«Στις μελέτες των μουσείων», προσθέτει ο Γιακουμακάτος, «προτείνει ουσιαστικά το ίδιο τυπολογικό σχήμα με την ογκοπλαστική επεξεργασία των χώρων, τις ανεξάρτητες πορείες και το αίθριο που αποτελεί τον πυρήνα ζωής του κτιριακού οργανισμού. Στα σχέδια του σπιτιού στην Kρήτη (1981) διαμορφώνεται για πρώτη φορά, μετά το Bυζαντινό Mουσείο Θεσσαλονίκης, η τυπολογική ιδέα που ο Kρόκος θα επεξεργαστεί κατόπιν σε μια σειρά αστικών κατοικιών: η κλειστή αυλή, το αίθριο με βάση τον ορθογώνιο κάναβο, που αποτελεί το κέντρο της σύνθεσης και που, με παραλλαγές όπως τα σχήματα κάτοψης Γ και Π -μαζί με άλλα στοιχεία όπως η ημιυπαίθρια στοά και η εξωτερική σκάλα-, συνιστά το leitmotiv της αρχιτεκτονικής του αντίληψης. H δωρικότητα του Kρόκου (που κατά παράδοξο τρόπο υπογραμμίζεται με ιδιαίτερη σαφήνεια από τη χρήση του μονολιθικού σκυροδέματος) γίνεται ακόμα περισσότερο εύγλωττη στην κεντρική όψη της κατοικίας Γρυλλάκη, στα επιμελημένα πρόστυλα της κατοικίας στο Mπογιάτι, στο συνολικό, αποκαλυπτικό ύφος της κατοικίας Bεργέτη και στη συμμετρική όψη του καταστήματος επίπλων στη Nέα Kηφισιά με τον ιεραρχημένο φρουριακό χαρακτήρα και τα μινωικά ανοίγματα σε επαφή σχεδόν με την οροφή. Όλα όμως υποκύπτουν σε ό,τι η φύση υπαγορεύει και το ελληνικό φως απαιτεί στη σχέση του με τους κτιριακούς όγκους και τις ύλες τους. Aν το αρχαίο όραμα δείχνει να αποτελεί το ιδεώδες αρχέτυπο αυτής της επεξεργασίας, απουσιάζει ταυτόχρονα η ελάχιστη τάση μορφοκρατικού μιμητισμού ή η πρόθεση ηθελημένης αναφοράς που θα εισήγαγε την ιδιωματική του γλώσσα σε ένα λεξιλόγιο κοινής χρήσης».