Παρά τα προβλήματα, η Αθήνα είναι όντως μια πολυπρόσωπη πόλη, στοιχείο που επιχείρησαν να επισημάνουν πρόσφατα και διεθνή μέσα όπως οι «New York Times» και το «Buzzfeed». Πώς, όμως, μπορούμε να «πουλήσουμε» αυτή την ιδιαιτερότητα στους ξένους; Εικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO
Παρά τα προβλήματα, η Αθήνα είναι όντως μια πολυπρόσωπη πόλη, στοιχείο που επιχείρησαν να επισημάνουν πρόσφατα και διεθνή μέσα όπως οι «New York Times» και το «Buzzfeed». Πώς, όμως, μπορούμε να «πουλήσουμε» αυτή την ιδιαιτερότητα στους ξένους; Εικονογράφηση: Ατελιέ/ LIFO

 

Συγκαταλέγονται στους αφανείς ήρωες της ελληνικής τουριστικής βιομηχανίας. Ευγενικοί και χαμογελαστοί, υπομένουν με περισσή στωικότητα κάθε είδους παράλογη απαίτηση ή απροσδόκητη ερώτηση και είναι πάντα έτοιμοι να ανταποκριθούν σε πάσης φύσεως καιρικές συνθήκες προκειμένου να ξεναγήσουν τους τουρίστες από κάθε γωνιά του πλανήτη στους πιο εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους και μνημεία της Ελλάδας, με την ελπίδα πως όταν αυτοί αναχωρήσουν για τα νησιά ή τις πατρίδες τους, θα έχουν πάρει μαζί τους μερικές σταγόνες από τη δική μας Ιστορία.


Μια τέτοια περίπτωση είναι και ο Διονύσης Φλεβοτόμος που εργάζεται ως ξεναγός στην Αθήνα εδώ και δέκα χρόνια. Οι σπουδές του στην Αρχαιολογία και η μεγάλη ανεργία του κλάδου τον οδήγησαν στην τότε Δημόσια Σχολή Ξεναγών, η λειτουργία της οποίας πλέον, δυστυχώς, έχει περιοριστεί σε σεμινάρια με δίδακτρα. Μιλάει αγγλικά, ισπανικά και πορτογαλικά, οπότε δουλεύει με τουρίστες από Αγγλία, Αμερική, Καναδά, Αυστραλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Λατινική Αμερική. Για να σχεδιάσει τις προτάσεις μιας ημέρας για ένα γκρουπ τουριστών, ο κ. Φλεβοτόμος θα εξετάσει καταρχάς τα ενδιαφέροντά τους. Μας εξηγεί ότι η πλειονότητα των ξένων έχει γνώσεις όσον αφορά την κλασική αρχαιότητα, οπότε η Ακρόπολη, η Αγορά και το Θέατρο του Διονύσου είναι χώροι που σίγουρα θα ζητήσουν να δουν. Οι προτάσεις του όμως θα συμπεριλάβουν κι άλλες ιστορικές εποχές που αναδεικνύονται μέσα από μια βόλτα στην Πλάκα και στο Μοναστηράκι και, φυσικά, την urban πλευρά της σύγχρονης πόλης μέσα από του Ψυρρή, τη Βαρβάκειο, την πλατεία Αγίας Ειρήνης, την Κολοκοτρώνη και το Γκάζι. Του ζητήσαμε να μας δώσει κάποια γενικά χαρακτηριστικά των εθνικοτήτων με τις οποίες έρχεται σε επαφή: «Οι Ισπανοί και οι Πορτογάλοι έχουν βαθιά γνώση της ιστορίας και τους αρέσει η λεπτομέρεια στη μελέτη της. Οι τουρίστες που έρχονται από άλλες ηπείρους, Αμερική ή Αυστραλία, συνήθως γνωρίζουν μόνο την κλασική Ελλάδα, οπότε ο ξεναγός οφείλει να καλύψει το κενό από τότε μέχρι σήμερα. Τα ειδικά ενδιαφέροντα που μπορεί να έχει ο κάθε λαός συνδέονται με την κατάσταση της χώρας τους. Οι Βραζιλιάνοι, για παράδειγμα, ενδιαφέρονται πολύ και ρωτούν για την οικονομική κρίση. Οι Αμερικανοί από τις συντηρητικές Πολιτείες του Νότου θέλουν να μάθουν για τον χριστιανισμό. Οι προερχόμενοι από μεγάλες πόλεις γνωρίζουν από street art και αναζητούν τα ελληνικά χαρακτηριστικά της, ενώ όσοι κατάγονται από αγροτικές περιοχές τη συνδέουν με την παραβατικότητα και δεν τους αρέσει».

 

Tο σημαντικότερο πρόβλημα που έχουμε ως κλάδος είναι ότι δεν έχει ανοίξει ακόμα η Σχολή Ξεναγών, και μιλάμε για μια σχολή που έχει βραβευτεί ως η καλύτερη σχολή ξεναγών σε όλη την Ευρώπη.


Και αντίστροφα, όμως, τα στερεότυπα για τους Έλληνες καλά κρατούν στο μυαλό των επισκεπτών, όπως μας περιγράφει ο κ. Φλεβοτόμος. Οι περισσότεροι θεωρούν ότι είμαστε τεμπέληδες και ατίθασοι, άποψη που αντιστρέφεται εν μέρει όταν επισκεφτούν τη χώρα μας. «Τους αρέσει το επαναστατικό του Έλληνα, λένε πώς αν καταφέρουμε την αλλαγή, θα ακολουθήσουν κι εκείνοι. Όταν όμως κάνουμε περίπατο σε εργάσιμη μέρα και βλέπουν τόσο κόσμο να πίνει καφέ, πάντα ρωτούν τι συμβαίνει. Εκεί τους εξηγείς ότι είναι στοιχείο της νοοτροπίας μας, ότι αν έχουμε μια ώρα κενή, θα πάμε για καφέ ή ότι ακόμα και οι άνεργοι δεν μιζεριάζουν στο σπίτι και θα ξοδέψουν τα τελευταία τους χρήματα με αυτό τον τρόπο. Μας θεωρούν φιλόξενους κι ευγενικούς, βρίσκουν την Αθήνα ζωντανή πόλη, τους αρέσει ο τρόπος ζωής μας, ακόμα και τα στοιχεία της που εμείς θεωρούμε άσχημα, η άναρχη δόμηση, η μείξη ιστορικών εποχών, αρχιτεκτονικής και αισθητικής».

 

H Δημητρία Παπαδοπούλου είναι διπλωματούχος ξεναγός, με μεταπτυχιακό και διδακτορικό στην Επικοινωνία και τα ΜΜΕ και μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Σωματείου Διπλωματούχων Ξεναγών. Αποφοίτησε από τη Σχολή Ξεναγών το 2011 και έκτοτε ξεναγεί αγγλόφωνους (Αμερική, Αυστραλία) και γαλλόφωνους (Γαλλία, Καναδά) τουρίστες στους αρχαιολογικούς χώρους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Ποια είναι τα βασικά προβλήματα που αντιμετωπίζει αυτήν τη στιγμή ο κλάδος των ξεναγών; «Το σημαντικότερο πρόβλημα που έχουμε ως κλάδος είναι ότι δεν έχει ανοίξει ακόμα η Σχολή Ξεναγών, και μιλάμε για μια σχολή που έχει βραβευτεί ως η καλύτερη σχολή ξεναγών σε όλη την Ευρώπη. Μέχρι τώρα, για να γίνει κάποιος ξεναγός θα έπρεπε να τελειώσει τη σχολή αυτή, η φοίτηση στην οποία διαρκούσε 2,5 χρόνια και περιλάμβανε υποχρεωτικές επισκέψεις σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους της Ελλάδας και θεωρητικά μαθήματα σε διάφορους τομείς, όπως η αρχαιολογία, οι πρώτες βοήθειες, η επικοινωνία και η ξενάγηση. Η δική μου φουρνιά, που αποφοίτησε από τη σχολή το 2011, ήταν η τελευταία, γιατί το υπουργείο αποφάσισε να βγάλει σωρηδόν μια μάζα ξεναγών για να καλύψει, υποτίθεται, τις ανάγκες της αγοράς. Έτσι, έπαψε τη Σχολή Ξεναγών και διοργάνωσε κάποια ταχύρρυθμα σεμινάρια, τα οποία μπορούσαν να παρακολουθήσουν μόνο απόφοιτοι του Ιστορικού-Αρχαιολογικού και διάφορων άλλων ειδικοτήτων, χωρίς να ελέγχονται ούτε στη χρήση της ξένης γλώσσας, που είναι ένα πολύ βασικό κριτήριο για να γίνει κάποιος ξεναγός, και χωρίς να τους καταρτίζουν σε άλλα βασικά αντικείμενα» εξηγεί η κ. Παπαδοπούλου και συνεχίζει: «Έχουμε κάνει ως Πανελλήνια Ομοσπονδία Ξεναγών μια προσφυγή στο ΣτΕ και είμαστε στη φάση που εκδικάζεται η απόφαση. Έχουμε προσφύγει για να δείξουμε ότι η 4χρονη εκπαίδευση των αρχαιολόγων στα πανεπιστήμια δεν έχει καμία σχέση με την εκπαίδευση των ξεναγών. Είναι δύο εντελώς διαφορετικά επαγγέλματα».


Η Ιωάννα Ζαχαροπούλου ανήκει σε αυτήν τη «νέα φουρνιά» ξεναγών που εκπαιδεύτηκαν μέσω αυτών των σεμιναρίων. Προηγήθηκαν οι σπουδές της στο Ιστορικό-Αρχαιολογικό και το μεταπτυχιακό της στη Διαχείριση Πολιτιστικής Κληρονομιάς. Όπως μας εξηγεί, μία από τις δεσμεύσεις της προηγούμενης κυβέρνησης απέναντι στην Τρόικα ήταν η αντικατάσταση της Σχολής Ξεναγών, που θεωρούνταν κοστοβόρα, από τα συγκεκριμένα ιδιωτικά σεμινάρια, πράγμα εντελώς οξύμωρο για μια χώρα στην οποία ο τουρισμός είναι η μοναδική «βαριά βιομηχανία». «Τα σεμινάρια ήταν υπερ-ταχύρρυθμα και γι' αυτόν το λόγο εξουθενωτικά. Εκπαιδευτήκαμε σε τεχνικές ξενάγησης αλλά είχαμε ελάχιστες ευκαιρίες, λόγω έλλειψης χρόνου, να κάνουμε ταξίδια και πρακτική εκπαίδευση με τον τρόπο που γινόταν στην παλιά σχολή».

 

Αντιμετωπίζουμε πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα με τους παράνομους ξεναγούς. Στην Ελλάδα ο νόμος ορίζει πως για να ξεναγήσεις σε αρχαιολογικό χώρο, αλλά και εκτός αρχαιολογικού χώρου, όπως π.χ. στην Πλάκα, θα πρέπει να είσαι πιστοποιημένος ξεναγός.


Το θέμα της Σχολής Ξεναγών που παραμένει κλειστή δεν είναι το μοναδικό μελανό σημείο του κλάδου: «Αντιμετωπίζουμε πάρα πολύ μεγάλο πρόβλημα με τους παράνομους ξεναγούς. Στην Ελλάδα ο νόμος ορίζει πως για να ξεναγήσεις σε αρχαιολογικό χώρο, αλλά και εκτός αρχαιολογικού χώρου, όπως π.χ. στην Πλάκα, θα πρέπει να είσαι πιστοποιημένος ξεναγός. Πρέπει να σου πω ότι στην Τουρκία, αν τολμήσεις να ξεναγήσεις στην Αγία Σοφία χωρίς να είσαι ξεναγός, πηγαίνεις αυτόφωρο. Είναι ποινικό αδίκημα. Στην Ελλάδα πληρώνεις απλώς ένα πρόστιμο. Επιπλέον, ακριβώς λόγω του ότι δεν υπάρχουν έλεγχοι και επειδή η Τουριστική Αστυνομία του κέντρου της Αθήνας έχει μόνο δύο υπαλλήλους, το υπουργείο δεν έχει καταφέρει να βρει έναν τρόπο να πιάνει τους παράνομους ξεναγούς, οι οποίοι κυκλοφορούν ανενόχλητοι μέσα στους αρχαιολογικούς χώρους, δεν έχουν καμία απολύτως εκπαίδευση, δεν πληρώνουν φόρο ή ασφαλιστικές εισφορές, όπως πληρώνουμε εμείς, και λένε ό,τι θέλουν να πουν αυτοί για την ιστορία της χώρας μας» λέει η κ. Παπαδοπούλου και εντοπίζει ένα ακόμη πρόβλημα: «Έχουμε ένα πάρα πολύ μεγάλο θέμα με τα γνωστά μηχανήματα που έχουν βάλει σε όλους τους αρχαιολογικούς χώρους. Το εισιτήριο που αγοράζεις πλέον εκδίδεται αυτόματα από ένα μηχάνημα και είναι τελείως ακαλαίσθητο. Γράφει "Ακρόπολη" και έχει πάνω ένα barcode. Το παλιό είχε πάνω τον Παρθενώνα και το κρατούσαν οι τουρίστες για σουβενίρ. Εκτός του ότι είναι ακαλαίσθητο, είναι και πάρα πολύ χρονοβόρα η διαδικασία για να το βγάλεις. Όταν εγώ έχω μαζί μου ένα γκρουπ με 50 άτομα και πηγαίνω και περιμένω το μηχάνημα να βγάλει 50 εισιτήρια, καταλαβαίνετε την καθυστέρηση. Οι τουρίστες, επίσης, δεν βρίσκουν τον κατάλληλο τρόπο για να τα σκανάρουν, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τεράστιες ουρές. Όταν έχει πάρα πολύ ήλιο τα μηχανήματα δεν λειτουργούν, όταν έχει πάρα πολλή ζέστη επίσης. Μπορεί να μη σου φαίνεται σημαντικό, αλλά όταν έχεις 3.000 άτομα πάνω στην Ακρόπολη και πρέπει να εκδοθούν 3.000 εισιτήρια, το πρόβλημα που δημιουργείται είναι τεράστιο».


Στο θέμα της οργάνωσης στέκεται και η κ. Ζαχαροπούλου: «Τα πωλητήρια σε πολλά μουσεία, όπως σε αυτό των Δελφών, δεν λειτουργούν και οι ξένοι εκπλήσσονται. Επίσης, η Αθήνα, ως γνωστόν, δεν είναι φιλική πόλη για τα άτομα με αναπηρίες. Είχα ένα γκρουπ από ευρωπαϊκό σχολείο για παιδιά με ειδικές ικανότητες. Μία από τις μαθήτριες, που κινούνταν με αμαξίδιο και είχε διανοητική υστέρηση, ήταν το άτομο που ενδιαφερόταν και είχε τις περισσότερες γνώσεις απ' όλη την ομάδα για την ελληνική ιστορία και μυθολογία. Είχε τεράστια λαχτάρα να πάει στην Ακρόπολη, αλλά το αναβατόριο ήταν εκτός λειτουργίας και λυπήθηκε πολύ».


Παρά τα προβλήματα, η Αθήνα είναι όντως μια πολυπρόσωπη πόλη, στοιχείο που επιχείρησαν να επισημάνουν πρόσφατα και διεθνή μέσα όπως οι «New York Times» και το «Buzzfeed». Πώς, όμως, μπορούμε να «πουλήσουμε» αυτή την ιδιαιτερότητα στους ξένους; Ο κ. Φλεβοτόμος προτείνει: «Πρέπει να αναπτυχθούν οι μορφές εναλλακτικού τουρισμού, όπως ο γαστρονομικός. Η κουζίνα μας αρέσει πολύ. Είναι κρίμα να τους σερβίρουν ακόμα μόνο μουσακά και σουβλάκι. Ή να αναπτυχθεί ένα είδος τουρισμού που να συνδυάζεται με καλλιτεχνικά φεστιβάλ, όπως το Φεστιβάλ Αθηνών. Για να συμβεί αυτό, όμως, απαιτείται η συνεργασία του υπουργείου Τουρισμού με αυτά τα φεστιβάλ, να τα "σπρώχνει" μέσω της ιστοσελίδας του ή να τα διαφημίζει με τουριστικά γραφεία σε αεροδρόμια και λιμάνια και να διευκολύνει τη διαδικτυακή προαγορά εισιτηρίων. Τώρα σιγά-σιγά ξεκινούν να παρουσιάζουν παραστάσεις με υπέρτιτλους, αν και τους περισσότερους τουρίστες τούς ενδιαφέρει απλώς να δουν ένα θέαμα σε αρχαίο θέατρο κι ας μην καταλαβαίνουν ακριβώς τι βλέπουν. Εκεί που υστερούμε είναι στην οργάνωση. Οι ταμπέλες στους δρόμους είναι ελλιπέστατες. Ειδικά οι ισπανόφωνοι, που δεν μιλούν συνήθως αγγλικά, νιώθουν μεγάλη ανασφάλεια να κυκλοφορήσουν μόνοι τους. Αυτό, σε συνδυασμό με τα ανεπαρκή μέσα μαζικής μεταφοράς για την πρόσβαση στην παραλιακή Αττική, δυσχεραίνει την πρόταση της Αθήνας ως προορισμού ανεξάρτητου από τα νησιά. Το tour για το Σούνιο τους φέρνει σε επαφή με την "αθηναϊκή Ριβιέρα", αλλά δεν αρκεί, γιατί δεν υπάρχει χρόνος για μπάνιο. Αν κάποιος θέλει να πάει μόνος του για μπάνιο, δυσκολεύεται. Η πρόσβαση με ταξί κοστίζει πολύ, ενώ αν τους στείλεις με λεωφορείο, γυρνούν και κάνουν παράπονα. Πελάτες που λάτρεψαν τη Βουλιαγμένη ταλαιπωρήθηκαν πολύ στην επιστροφή κι ευτυχώς βρήκαν κάποιον στη στάση που μιλούσε αγγλικά. Βέβαια, για να λέμε και τα θετικά, οι Αθηναίοι μιλούν αγγλικά, πράγμα που δεν συμβαίνει παντού στο εξωτερικό και το οποίο εκτιμούν ιδιαίτερα οι ξένοι».