Από τον Λεωνiδα Μπουρνιά, Δρ. Αρχαιολογίας, Γ' Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων, ΥΠΠΟΑ

Ο Ηριδανός ποταμός στον Κεραμεικό από τα δυτικά. Φωτογραφία: Σπύρος Στάβερης
Ο Ηριδανός ποταμός στον Κεραμεικό από τα δυτικά. Φωτογραφία: Σπύρος Στάβερης

 

Κατηφορίζω την οδό Ερμού προς τον Κεραμεικό, χαζεύοντας τον περίβολο του αρχαίου νεκροταφείου και προσπαθώντας να ξεχωρίσω κάτι ενδιαφέρον στα τόσα μηνύματα από σπρέι. «Αχ, Ελενίτσα, το σβήσανε πάλι...» γράφει κάποιος καψούρης, υπονοώντας προφανώς το προηγούμενο ερωτικό ραβασάκι του, που μάλλον έπεσε θύμα των υπεύθυνων καθαριότητας του Δήμου. Χαμογελώ και αναλογίζομαι πως από όλον αυτό τον συρφετό, μόνο το συγκεκριμένο διαθέτει τα γνωρίσματα του graffito όπως τα εννοούν οι αρχαιολόγοι: είναι αυτοσχέδιο, αυθόρμητο, άμεσο και εφήμερο... αλλά, τελικά, τόσο διαχρονικό!


Τότε, βέβαια, δεν υπήρχε το σπρέι αλλά η αιχμηρή ακίδα. Λίγα μέτρα πιο κάτω από εκεί που ο ερωτύλος κατέθεσε τον έρωτά του για την Ελενίτσα, πάνω σε κάποιον τοίχο του Διπύλου, της μεγαλύτερης και σημαντικότερης πύλης του αρχαίου οχυρωματικού περιβόλου της Αθήνας, είχαν χαραχτεί τα ονόματα της Μέλιττας και του πλοιοκτήτη Ερμότιμου, μαζί με αμοιβαία μηνύματα πόθου. Μαθαίνουμε, μάλιστα, ότι κάποιος κακόβουλος χάραξε εκεί το σχετικό κείμενο προκειμένου να σπείρει διχόνοια στη σχέση της κοπέλας με τον «νόμιμο» αγαπητικό της, τον ζηλιάρη Χαρίδημο (Λουκιανός, Εταιρικοί Διάλογοι, 4.3)!


Ορισμένα από τα αρχαία σπίτια που έχουν ανασκαφεί σε τούτη την πολύβουη γειτονιά, κοντά στα τείχη και στις πύλες της αρχαίας πόλης, έχουν αναγνωριστεί ως «οίκοι», όπου αντίστοιχες «Μέλλιτες» τύλιγαν με τα γλυκά τους θέλγητρα τους κουρασμένους ναυτικούς και ταξιδιώτες που έφταναν στην Αθήνα από το λιμάνι και την περιφέρεια (Ελενίτσα, συγγνώμη, δεν υπονοώ κάτι – είμαι σίγουρος ότι ο δικός σας έρωτας είναι άδολος!). Επάνω σε κομμάτι σοβά τοίχου, στη συμβατικά ονομαζόμενη «Οικία Υ» της Ύστερης Κλασικής Εποχής, βρέθηκε χαραγμένο ένα graffito που περιγράφει ως «καλή» −δηλαδή όμορφη− την εταίρα με το μάλλον κακόηχο όνομα Βουβάλιον (Κερ. I 528).


Λίγο πιο κάτω, τραβά την προσοχή μου ένα μήνυμα πολιτικής βωμολοχίας ανάμεσα σε άφθονες μουντζούρες με σπρέι... Η αφορμή παραμένει διαχρονική, σκέφτομαι, μόνο το μέσο και η έκφραση αλλάζουν! Το μεγαλύτερο και εντυπωσιακότερο corpus χαραγμάτων πολιτικού περιεχομένου, αποτελούμενο από περίπου 8.500 κομμάτια, βρέθηκε μεταξύ των ετών 1966 και 1967 στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού με τη μορφή «οστράκων οστρακισμού», δηλαδή κομματιών από σπασμένα αγγεία, πάνω στα οποία είχαν χαραχτεί με αιχμηρό εργαλείο τα ονόματα γνωστών ανδρών της αρχαίας Αθήνας, υποψήφιων για δεκαετή εξορία. Τα «όστρακα», αφού χρησιμοποιήθηκαν ως ψήφοι, απορρίφθηκαν σε δεύτερη χρήση έξω από το προτείχισμα, ως μπάζωμα των μαλακών εδαφών του Ηριδανού ποταμού.


Ο οστρακισμός υπήρξε καθιερωμένος θεσμός της Αθηναϊκής Δημοκρατίας (από το 487 ως το 416 π.Χ.) και αποσκοπούσε στην προστασία της πόλης και του πολιτεύματος από κάθε απόπειρα επιβουλής. Από τον Αριστοτέλη (Αθ. Πολ. 43.5) και τον Φιλόχορο (FGrHist 328, F 30) μαθαίνουμε τα σχετικά με την τέλεση της οστρακοφορίας: οι ψηφοφόροι έμπαιναν στην Αγορά κατά φυλές και υπό την εποπτεία των εννέα αρχόντων και της Βουλής ψήφιζαν εντός περισχοινίσματος, αφήνοντας τα όστρακα με τρόπο ώστε το όνομα του συμπολίτη τους που επιθυμούσαν να εξοριστεί από την πόλη επί μία δεκαετία, ως επιζήμιος για τα δημόσια πράγματα, να μην είναι ορατό: «στρέφοντες τὴν ἐπιγραφήν». Οπωσδήποτε, όμως, όστρακα χαραγμένα σε όλη την επιφάνεια ή και στις δύο πλευρές, με ενίοτε εμπαθείς χαρακτηρισμούς κατά ορισμένων δημόσιων προσώπων, μαρτυρούν ότι ούτε η μυστικότητα ήταν όρος απαράβατος, ούτε τα κίνητρα της ψηφοφορίας ήταν πάντα αμιγώς πολιτικά!


Το χαριτωμένο ανέκδοτο που αφορά κάποιον αγράμματο Αθηναίο που ζήτησε από τον Αριστείδη Λυσιμάχου να γράψει ο ίδιος το όνομά του στο όστρακο που του πρότεινε χωρίς να τον αναγνωρίσει, ώστε να τον υποδείξει για εξορία επειδή βαρέθηκε να ακούει τους πάντες να τον αποκαλούν «δίκαιο» (Πλουτ. Αριστ. 7.7-8), είναι γνωστό. Πέρα από το συγκεκριμένο παράδειγμα «πολιτικού πολιτισμού» (που όμως στοίχισε στον Αριστείδη τον οστρακισμό του, το 482 π.Χ.!), αρκετά από τα όστρακα του Κεραμεικού φέρουν graffiti που απηχούν τις απόψεις του μέσου ανθρώπου για τους πολιτικούς ταγούς, οι οποίες τότε, όπως και σήμερα, κυμαίνονταν από απλώς αγοραίες ως απολύτως προσβλητικές ή χυδαίες! Παραθέτω ορισμένα ενδεικτικά, καθώς και την ελεύθερη απόδοσή τους:


-ΚΙΜΩΝ | ΜΙΛΤΙΑΔΟ | ΕΛΠΙΝΙΚΗΝ | ΛΑΒΩΝ | ΙΤΩ –> Κίμωνα, γιε του Μιλτιάδη, πάρε την Ελπινίκη σου και άντε στα τσακίδια...
-ΛΕΑΓΡΟΣ | ΓΛΑΥΚΩΝΟΣ | ΒΑΣΚΑΝΟΣ –> Λέαγρε, γιε του Γλαύκωνα, γκαντέμη.
-ΜΕΓΑΚΛΕΕΣ | ΗΙΠΠΟΚΡΑΤΟ( ) | ΑΛΕΙΤΕΡΟΣ –> Μεγακλή, γιε του Ιπποκράτη, καταραμένε.
-ΜΕΓΑΚΛΕΣ | ΗΙΠΠΟΚΡΑΤΟΣ | ΜΟΙΧΟΣ –> Μεγακλή, γιε του Ιπποκράτη, μπερμπάντη.
-ΜΕΝΟΝ ΕΚΚ ΠΡΟ[ΔΟΤ]Ω[Ν] –> Μένων, ένας από τους προδότες.
-ΘΕΜΙΣΘΟΚΛΕΣ | ΚΑΤΑΠΥΓΟΝ | ΝΕΟΚΛΕΟΣ –> Θεμιστοκλή, πόρνε, γιε του Νεοκλή.

 

Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού από τα ανατολικά. Σε πρώτο επίπεδο το Πομπείον. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν
Ο αρχαιολογικός χώρος του Κεραμεικού από τα ανατολικά. Σε πρώτο επίπεδο το Πομπείον. Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν


Η μελέτη και η προκαταρκτική δημοσίευση των οστράκων έχει καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η πιο πολυάριθμη ομάδα ανήκει σε μια οστρακοφορία του 471 π.Χ., στην οποία υπήρξαν υποψήφιοι, μεταξύ άλλων, ο Μεγακλής, ο Θεμιστοκλής και ο Αριστείδης. Όλοι οι παραπάνω και πολλοί ακόμα γνωστοί Αθηναίοι γεύτηκαν κάποια στιγμή της πολιτικής τους σταδιοδρομίας την πικρή γεύση της εξορίας.


Ο Μεγακλής, ανιψιός του Κλεισθένη και θείος του Περικλή (Ηροδ. 6,131,2), μέλος του γένους των Αλκμεωνίδων, είχε οστρακιστεί για πρώτη φορά μεταξύ των ετών 486-480 π.Χ. ως φίλος των Τυράννων (Αριστ. Αθ. Πολ. 22,5) και το 471 π.Χ. οστρακίστηκε πιθανότατα εκ νέου, συγκεντρώνοντας 4.218 ψήφους (Λυσ. 14,39). Δεύτερος σε ψήφους κατετάγη στη συγκεκριμένη οστρακοφορία ο Θεμιστοκλής, ο οποίος όμως δεν γλίτωσε τελικά τον οστρακισμό τον επόμενο χρόνο, παρά το γεγονός ότι η Αθήνα του χρωστούσε ουσιαστικά την ύπαρξή της (Αριστοφ. Ιππ. 819, Θουκ. 1,135,2-3). Τέλος, ο Κίμων, γιος του Μιλτιάδη, οστρακίστηκε –πιθανότατα την άνοιξη του 461 π.Χ.– ως «φιλολάκων» (Πλούτ. Κίμων 16.1-3, 16.9, 17.3), αλλά κυρίως ως αρχηγός των αριστοκρατικών και πολιτικός αντίπαλος του Περικλή και άλλων δημοκρατών, παρότι έως το 462 π.Χ. εκλεγόταν συνέχεια στρατηγός, ενισχύοντας με τις στρατιωτικές του επιτυχίες την αθηναϊκή ηγεμονία στην ανατολική Μεσόγειο.


Τα μίση και τα πάθη αποδεικνύονται διαχρονικά, το ίδιο όμως και οι φιλίες, όπως αφήνει να διαφανεί ένα ακόμη graffito από το Πομπείον, στον αρχαιολογικό χώρο του Κεραμεικού. Το κτίριο αυτό κατασκευάστηκε λίγα χρόνια μετά την πτώση των Τριάκοντα Τυράννων (403 π.Χ.) και πριν από την ανακαίνιση του τείχους της πόλης από τον Κόνωνα (394 π.Χ.) στον κενό χώρο μεταξύ του Διπύλου και της Ιεράς Πύλης και σχεδόν σε επαφή με τα κατεστραμμένα τότε –λόγω της ήττας της Αθήνας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο– τείχη (το γκρέμισμα των οποίων είχε, μάλιστα, λάβει πανηγυρικό χαρακτήρα αφού, όπως χαρακτηριστικά μας πληροφορεί ο Ξενοφών, έγινε υπό τον ήχο αυλών. (Ξενοφ., Ελληνικά, II. 2, 16-23: «Μετά δὲ ταῦτα Λύσανδρός τε κατέπλει εἰς τόν Πειραιᾶ καὶ οἱ φυγάδες κατῇσαν καὶ τά τείχη κατέσκαπτον ὑπ› αὐλητρίδων πολλῇ προθυμίᾳ, νομίζοντες ἐκείνην τὴν ἡμέραν τῇ Ἑλλάδι ἄρχειν τῆς ἐλευθερίας».)


Το Πομπείον παρουσιάζει την αρχιτεκτονική διαμόρφωση ενός αρχαίου Γυμνασίου με μνημειώδες πρόπυλο στα ανατολικά, μεγάλη, περίστυλη αυλή στο κέντρο και μια σειρά τετράγωνων αιθουσών συμποσίου στη δυτική και βόρεια πλευρά του. Στη μακρόστενη κεντρική αυλή φυλασσόταν το πλοίο της πομπής των Μεγάλων Παναθηναίων, στον ιστό του οποίου οι Αθηναίοι κρεμούσαν τον υφασμένο από τις εργαστίνες πέπλο της Αθηνάς, για να μεταφερθεί στη συνέχεια με πομπή στην Ακρόπολη και να ντύσει το παμπάλαιο άγαλμα (ξόανο) της θεάς. Σύμφωνα με επιγραφική μαρτυρία, η διανομή του κρέατος από την εκατόμβη προς τιμήν της θεάς γινόταν στον Κεραμεικό. Οι προύχοντες της πόλης απολάμβαναν το μερίδιό τους στις αίθουσες συνεστίασης του Πομπείου, ενώ ο λαός στον υπαίθριο χώρο του Διπύλου και στην αυλή του Πομπείου.


Το Πομπείον ήταν όμως παράλληλα και Γυμνάσιο. Για τη δεύτερη αυτή χρήση μας πληροφορούν όχι μόνο το αρχιτεκτονικό του σχέδιο αλλά και οι επιγραφές εφήβων που βρέθηκαν χαραγμένες στην εσωτερική πλευρά της αυλής, δίπλα σε μια μικρή θύρα που ανοίγεται στο νότιο άκρο του τοίχου της ανατολικής στοάς. Οι νέοι, για να χαράξουν τα ονόματά τους πάνω στον καταληπτήρα (δηλαδή στο ανώτατο τμήμα) των μαρμάρινων ορθοστατών του τοίχου, προφανώς κάθονταν στο λίθινο έδρανο, τα λείψανα του οποίου σώζονται στην ανατολική στενή πλευρά της στοάς. Η επιγραφή σώζεται σε δύο τμήματα: «Πε|ιραικός, Στρατόνικος» αριστερά και δεξιά «φίλοι, Στρατόνικος, Σύμμαχος, Φορμίων, Σέλευκος Εὔβιος, ῾Ηλιόδωρος, Γάιος, ᾿Επίγονος, Δημήτριος Λαμ[ίου] | Μιλήσιος» [IG II 2, 4256 (Κερ. I 235)]. Ανάμεσα στις δύο ενότητες βρίσκεται χαραγμένο το όνομα του κωμωδιογράφου Μενάνδρου (342-291 π.Χ.), οπωσδήποτε όχι γιατί υπήρξε και εκείνος μέλος της φιλικής παρέας (η οποία συγκροτήθηκε αργότερα,εφόσον η επιγραφή χρονολογείται στο τελευταίο τέταρτο του 2ου αι. π.Χ.), αλλά γιατί οι τοίχοι της στοάς πάνω από τους ορθοστάτες πρέπει να ήταν στολισμένοι με τοιχογραφίες ρητόρων και κωμωδιογράφων (Πλούτ., Ηθικά 839 γ) και το όνομα προσδιόριζε τη –χαμένη σήμερα– τοιχογραφία του ποιητή. Σύμφωνα με τον συγγραφέα της Ύστερης Αρχαιότητας Διογένη Λαέρτιο, ένας χάλκινος ανδριάντας του Σωκράτη, έργο του Λυσίππου, επίσης κοσμούσε το Πομπείο (6, 22), ενώ συχνά έκανε εκεί την εμφάνισή του ο φιλόσοφος Διογένης (2, 43).


Καθώς πλησιάζω σιγά-σιγά προς το σταθμαρχείο του ΗΛΠΑΠ και το Γκάζι, τα απλά graffiti με σπρέι, μαρκαδόρο και στένσιλ έχουν δώσει τη θέση τους σε πραγματικούς πίνακες ζωγραφικής αρκετών τετραγωνικών μέτρων τοίχου-καμβά! Εδώ υπάρχει σχεδιασμός και εκτέλεση με άνεση χρόνου και ξεχωρίζουν η έμπνευση και το ταλέντο... Οι επώνυμοι και συχνά δημοφιλείς καλλιτέχνες –γιατί για τέτοιους πρόκειται– υπογράφουν τα έργα τους, τα οποία κοσμούν τον δημόσιο χώρο για μήνες ή χρόνια, εφόσον τυγχάνουν καθολικού σεβασμού και ουδείς τα ρυπαίνει με νέα graffiti.

 

Όστρακο ερυθρόμορφου κρατήρα σε δεύτερη χρήση, ως όστρακο οστρακισμού κατά του Μεγακλή. Σώζει τμήμα στρογγυλής ασπίδας με επίσημα κόρακος και ξίφος, τα οποία πιθανώς ανήκουν σε παράσταση Αμαζονομαχίας του Ηρακλέους που αποδίδεται στο ζ. του Κλεοφράδους. Μουσείο Κεραμεικού, αρ. εθρ.: Κερ.: 04116 (Ο 1117). Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων
Όστρακο ερυθρόμορφου κρατήρα σε δεύτερη χρήση, ως όστρακο οστρακισμού κατά του Μεγακλή. Σώζει τμήμα στρογγυλής ασπίδας με επίσημα κόρακος και ξίφος, τα οποία πιθανώς ανήκουν σε παράσταση Αμαζονομαχίας του Ηρακλέους που αποδίδεται στο ζ. του Κλεοφράδους. Μουσείο Κεραμεικού, αρ. εθρ.: Κερ.: 04116 (Ο 1117). Φωτογραφία: Πάρις Ταβιτιάν © Υπουργείο Πολιτισμού και Αθλητισμού / Ταμείο Αρχαιολογικών Πόρων


Έχω όμως κολλήσει στα απλά, συχνά σαχλά και ανόητα «κοτσάκια» που κάποιοι ανώνυμοι έγραψαν βιαστικά στον περίβολο του Κεραμεικού πίσω μου! Άλλωστε, άγνωστος και ανώνυμος δεν παραμένει και εκείνος που χάραξε πάνω σε ένα ταπεινό αγγείο του πότου –μια τριφυλλόστομη οινοχόη (δηλαδή κανάτι κρασιού)– μία από τις αρχαιότερες ελληνικές επιγραφές των ιστορικών χρόνων, γύρω στο τρίτο τέταρτο του 8ου αι. π.Χ.; Το αγγείο βρέθηκε το 1871 σε λαθρανασκαφές κοντά στο Δίπυλο του Κεραμεικού και αναγνωρίστηκε ως προϊόν του εργαστηριακού περιβάλλοντος του Ζωγράφου του Διπύλου, ενός σπουδαίου καλλιτέχνη της ώριμης Γεωμετρικής Εποχής στην οποία ανήκει. Σήμερα εκτίθεται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο (ΕΑΜ 192) και είναι γνωστό ως η Οινοχόη του Διπύλου.


Η επιγραφή, που χαράχτηκε πάνω στον ώμο του αγγείου μετά το ψήσιμό του, γράφει επί τα λαιά (δηλαδή από δεξιά προς τα αριστερά): «ὃς νῦν | ὀρχη|στῶν πάν|των ἀτα|λώτατα | παίζει τῶ τόδε (?)». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όποιος απ' όλους τους χορευτές πιο ανάλαφρα τώρα χορεύει, σ' αυτόν ανήκω». Ο τελευταίος στίχος έχει κατά καιρούς αποδοθεί και ερμηνευτεί ποικιλοτρόπως, αλλά αυτό ελάχιστα αλλάζει το νόημα, το οποίο δεν αποπνέει ιδιαίτερη εμβρίθεια ή στοχαστικότητα... Προφανώς, πρέπει να ερμηνευτεί σε ένα πλαίσιο συμποσιακού κεφιού και ευθυμίας για το οποίο προοριζόταν το σκεύος, και αργότερα, μετά τον θάνατο του ιδιοκτήτη του, τον συνόδευσε στην ύστατη κατοικία του, όπως συνηθιζόταν, μαζί με άλλα αγαπημένα κτερίσματα.


Ανεξάρτητα από τα παραπάνω και από τις όποιες τυχόν επιρροές άσκησαν ή δεν άσκησαν στη γραφή οι επαφές των Ελλήνων με τους Φοίνικες, η σημασία του συγκεκριμένου ευρήματος είναι απαραγνώριστη. Εγκαινιάζει την εποχή του «λόγου» και αφήνει παρακαταθήκη το ελληνικό αλφάβητο, το ίδιο που είτε χαράσσοντας τα γράμματα με την ακίδα είτε γράφοντάς τα με τον μαρκαδόρο είτε ψεκάζοντάς τα με σπρέι –αδιάφορο– αποτυπώνει ανά τους αιώνες από φευγαλέα συναισθήματα ως νοήματα περισπούδαστα.


Λίγο παραπέρα, μια παρέα νεαρών ψάχνει μάταια κάποιον άδειο τοίχο για να γράψει το δικό της graffitο...

 

ΠΗΓΕΣ

Peek W., Kerameikos III, Inschriften, Ostraka, Fluchtafeln, Βερολίνο, 1941 / Lenardon R.J., «The chronology of Themistokles' ostracism and exile», Historia, 8, 1959, p. 23-48 / Jeffery L.H., The Local Scripts of Archaic Greece, Οξφόρδη, 1961 / Vanderpool E., Ostracism at Athens, Cincinnati, 1970 / Hoepfner W., Kerameikos. Ergebnisse der Ausgrabungen X: Das Pompeion und seine Nachfolgerbauten, Μόναχο, 1976 / Immerwahr H.R., Attic Script. A Survey, Οξφόρδη, 1990 / Knigge U., Ο Κεραμεικός της Αθήνας. Ιστορία-Μνημεία-Ανασκαφές, Αθήνα, 1990 / Brenne S., «Portraits auf Ostraka», AM, 107, 1992, p. 161-185 / Brenne S., «Ostraka and the Process of Ostrakophoria», στο Coulson W.D.E. κ.ά., The Archaeology of Athens and Attica under the Democracy, Οξφόρδη, 1994, p. 13-24 / Κοπιδάκης Μ. Ζ. (επιμ.), Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Αθήνα, 1999, σ. 367. / Brenne S., «Die Ostraka als Testimonien», στο Siewert P. (εκδ.), Ostrakismos-Testimonien I, Historia Einzelschrift 155, Στουτγάρδη, 2002, p. 36-166 / Stroszeck J., Der Kerameikos in Athen, Geschichte, Bauten und Denkmaler im archäologischen Park, Αθήνα, 2014