Ο Κωνσταντίνος Ρήγος, τριάμισι χρόνια από τον Καρυοθραύστη, την τελευταία του χορογραφική δουλειά, επιστρέφει με την Αρκαδία, ένα έργο απόγνωσης, σκοτεινό και μεταφυσικό, μια αντιστροφή της ειδυλλιακής και εξιδανικευμένης Αρκαδίας των ποιητών και των Ευρωπαίων ζωγράφων που ανατρέπει την ονειρική ενατένιση του αρχαιοελληνικού βουκολικού τοπίου του Θεόκριτου και μιλάει για την καταστροφή. Εμπνέεται από τις εικόνες μιας καμένης γης, αποτέλεσμα των πρόσφατων πυρκαγιών, και περιγράφει το συμβολικό κάψιμο της ιδέας της Αρκαδίας. Μπορεί, άραγε, να ξαναχτιστεί ένας πολιτισμός επάνω σε έναν καμένο τόπο; Μπορούν οι άνθρωποι να ξαναβρούν κατάλυμα, να ξαναγαπήσουν, να ξαναβρούν την επαφή τους με τη φύση; Μήπως οι στάχτες που άφησε πίσω της η πύρινη λαίλαπα σηματοδοτεί και το τέλος της αθωότητας, οριστικά και αμετάκλητα;

 

 

 

Η αναζήτηση της ευτυχίας, που όμως αιωρείται σαν καταδίκη, η μνήμη της Αρκαδίας, που εμφανίζεται και αμέσως μετά εξαφανίζεται, γίνεται ξανά όραμα, μια αναζήτηση που ποτέ δεν φτάνει στο ιδεατό, στιγμές ελπίδας που χάνονται. Μια παράσταση εσωτερικού χώρου χωρίς σαρκασμό, χιούμορ ή ειρωνεία, στοιχεία που άλλοτε διαπερνούσαν το χορογραφικό σύμπαν του ευφάνταστου χορογράφου. Εδώ έχουν αντικατασταθεί από τη λογική της τελετουργίας, μια σαφή αναφορά στο παλιότερο έργο του Λευκός θόρυβος, που βασιζόταν στις περιγραφές βασανισμών από το Γκουαντάναμο. Τώρα, ο στόχος είναι οι άνθρωποι και η προσπάθειά τους να βρουν φως στο σκοτάδι, αρμονία στο σώμα τους, επαφή για να ξαναδημιουργήσουν συναίσθημα.

 

 

 

Σκηνικό και κοστούμια, μαύρο στο μαύρο με μαύρο. Υπάρχει ερωτισμός; «Το έργο προσπαθεί να βρει τον ερωτισμό. Αν το θέμα της Αρκαδίας ήταν πάντα ο εξιδανικευμένος έρωτας, εδώ ο έρωτας εφευρίσκεται, αλλά δεν μπορεί να γίνει ιδανικός» εξηγεί ο δημιουργός της ομάδας Οκτάνα που επανέρχεται με μια νέα δωδεκάδα νεαρών χορευτών, σε μια απόπειρα επανεκκίνησης στη νέα εποχή, απόπειρα μιας μεγάλης χειρονομίας που η εποχή μας έχει ανάγκη. Ο Κωνσταντίνος Ρήγος ελπίζει ότι αυτή η παράσταση μπορεί και να αποτελέσει τη νέα αφετηρία, αν και εφόσον οι συνθήκες συνηγορήσουνε σε αυτό.