«Η βάρκα μας αναποδογύρισε... Προσπαθήσαμε ν' ανέβουμε στο πλοίο του Λιμενικού, αλλά εκείνοι μας χτυπούσαν με πόδια, χέρια ή τα κοντάκια των όπλων για να ξαναπέσουμε στο νερό»... Αρχικά ακουγόταν σαν φλασμπάκ από την καταστροφή της Σμύρνης το '22. Κοντά σ' εκείνα τα νερά συνέβη κιόλας. Ήταν, όμως, απόλυτα σύγχρονη. Δώδεκα νεκροί, τρεις γυναίκες, εννέα παιδάκια. Οι πιο αδύναμοι είναι που την πληρώνουν. Μόνο που τώρα οι πρόσφυγες ήταν ξεριζωμένοι Ανατολίτες κι εκείνοι που σπρώχνανε τους απελπισμένους ναυαγούς πίσω στη θάλασσα όχι κάποιοι «απάνθρωπα» ουδέτεροι σύμμαχοι αλλά εμείς, οι Έλληνες, που μέχρι στον Ξένιο Δία στολή ανθρωποδιώκτη φορέσαμε.

 

Οι μαρτυρίες για την πρόσφατη τραγωδία στο Φαρμακονήσι δεν χωράνε, λέει, στον ανθρώπινο νου. «Δεν είναι δυνατόν, κάτι άλλο θα έγινε... εντάξει, μπορεί να τους φοβέρισαν λίγο, δεν μπορώ όμως να φανταστώ πως θα άφηναν γυναικόπαιδα να πνιγούν» επέμενε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη, κατά τα άλλα, γνωστή μου. Μιλήσανε κι άλλοι για «υπερβολές», ακόμα και για «δασκαλεμένα ψέματα» των διασωθέντων προσφύγων. Οι οποίοι, προφανώς, περάσανε από χίλια κύματα για να φτάσουν ως εδώ απλώς και μόνο για να δυσφημήσουν την υπερηφάνως προεδρεύουσα χώρα της Ε.Ε.

 

Όμως αποτελεί κοινό πια τόπο ότι το ήθος και οι πρακτικές των σωμάτων ασφαλείας μας θυμίζουν συχνά-πυκνά αυταρχικά καθεστώτα τριτοκοσμικών μπανανιών. Κι αν αυτό ισχύει για τους «γηγενείς», πόσο μάλλον για τους «επήλυδες». Χιλιάδες περιστατικά κακοποίησης, διακρίσεων, ακόμα και δολοφονίες μεταναστών, «παράνομων» και μη, έχουν καταγραφεί την τελευταία εικοσαετία στην ελληνική επικράτεια. Πολιτικοί, ιερωμένοι, δημοσιογράφοι ξεσυνερίζονται σε εκφορά ρατσιστικού λόγου κι ακόμα συζητάμε πόσο πιο «δημοκρατικός» θα έπρεπε να είναι ο νέος αντιρατσιστικός νόμος, ώστε να προστατεύει και τους... ρατσιστές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός μάς καλούσε παλιότερα εμάς, τους Άριους Έλληνες, να ανακαταλάβουμε τις πόλεις μας από τους μετανάστες! Και είναι παντελώς αδιάφορο πόσο «μεταφορικά» το εννοούσε, όπως ισχυρίστηκε: φαντάσου να το λέγανε αυτό οι Αμερικανοί για την Αστόρια, οι Αυστραλοί για τη Μελβούρνη και οι Γερμανοί για το Μόναχο ή το Βερολίνο!

 

Διακηρύξεις και πρακτικές σαν αυτές μπορεί να ανησυχούν σφόδρα διεθνείς οργανισμούς και οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων –δεν προλαβαίνουμε να μαζεύουμε καταγγελίες και καταδίκες–, απολαμβάνουν όμως την ανοχή, αν όχι την ενθάρρυνση μεγάλου κομματιού της κοινωνίας. Στην Ελλάδα της κρίσης, περισσότερο ακόμα από πριν, αποδιοπομπαίος τράγος συνεχίζει να είναι ο ξένος, ο αλλόφυλος. Που μας παίρνει «τσαμπουκά» τα μεροκάματα, περιορίζει τον ζωτικό μας χώρο, απομυζά τους φόρους μας, χαλάει το DNA, το γούστο, τον αέρα που αναπνέουμε, απειλεί το βιός, το αίμα, την τιμή, την οικογένεια, τη θρησκεία, το έθνος ολάκερο. «Ξεχνάμε» φυσικά πόσο συνέβαλαν στο ελληνικό όνειρο που προηγήθηκε της διάψευσής του ή ότι χάρη, εν πολλοίς, στο μεταναστευτικό εργατικό δυναμικό λειτουργούν ακόμα κάποια πράγματα σε αυτήν τη χώρα...

 

Δεν είναι μόνο το 7-10% που εξακολουθούν δημοσκοπικά να συγκεντρώνουν ακόμα και μετά απ' όσα ακολούθησαν τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα οι ναζί Μαφιόζοι που παριστάνουν τον πολιτικό σχηματισμό. Αποτελεί δα κοινό μυστικό ότι το ποσοστό όσων συμμερίζονται λίγο-πολύ τις ξενοφαγικές της απόψεις θα σχημάτιζε άνετα όχι απλώς ένα τρίτο σε δύναμη κόμμα, όπως η Χ.Α., αλλά μέχρι κυβέρνηση! Τι τα θες; Μέχρι κι η συγκέντρωση διαμαρτυρίας που οργανώθηκε το Σάββατο το μεσημέρι στο Σύνταγμα για ένα τόσο σοβαρό συμβάν μάζεψε με το ζόρι χίλια άτομα. Δεν θιγόταν, βλέπεις, κάποιο «κεκτημένο», δεν υπήρχε κάποιος μεγαλοπρεπής νεκρός.

 

«Πώς γίνεται να χαθούν ζωές σε πλοίο υπό ρυμούλκηση;» ρωτούσε επίμονα ο ΟΗΕ την κυβέρνηση του successstory, ενώ ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβουλίου της Ευρώπης την καλούσε να σταματήσει την παράνομη πρακτική των μαζικών επαναπροωθήσεων. Ο Μιλτιάδης Βαρβιτσιώτης αράδιασε κάτι αρλούμπες περί υπαιτιότητας των ίδιων των επιβατών της μοιραίας βάρκας (!) κι απόπειρας δημιουργίας τεχνητού πολιτικού ζητήματος (ναι, αυτό τον μάρανε). Ο κύριος υπουργός εξακολουθεί να είναι στη θέση του, φυσικά, όπως και ο αρχηγός του Λιμενικού. Μήτε είμαστε Κουτόφραγκοι να κηρύξουμε εθνικό πένθος, όπως έκαναν οι γείτονές μας Ιταλοί με τους 270 πνιγμένους μετανάστες του ναυαγίου της Λαμπεντούζα πέρσι τον Οκτώβριο, παρότι ούτε κι εκεί τους χαρίζονται. Εδώ, βέβαια, δεν επρόκειτο καν για ναυάγιο αλλά για έγκλημα: το μοιραίο σκάφος αναποδογύρισε ενόσω οι λιμενικοί το «επαναπροωθούσαν» πίσω στα τουρκικά χωρικά ύδατα. Με τη «συνδρομή» μας ή όχι, πάντως, εκατοντάδες μετανάστες χάνονται κάθε χρόνο στα πελάγη της σιωπής και στα «μακρά τείχη» του Έβρου. «Θεέ μου, πόσο μπλε ξοδεύεις για να μη βλέπουμε το κόκκινο», θα έγραφε σήμερα ο ποιητής...

 

Αλλά και για όσους τα καταφέρνουν τελικά, οι καταπατήσεις στοιχειωδών δικαιωμάτων, η εργατική εκμετάλλευση, τα βασανιστήρια και οι άθλιες συνθήκες σε τμήματα και χώρους κράτησης, οι ρατσιστικές επιθέσεις –ακόμα κι από μαθητές γυμνασίου– σε καταστήματα, σπίτια, καταυλισμούς, χώρους λατρείας αλλά κι απλούς διαβάτες, έτσι, στον σωρό, οι τραυματισμοί, οι δολοφονίες ακόμα αποκαλύπτουν μια Ελλάδα εφιαλτική, πολύ μακριά από αυτήν του συλλογικού φαντασιακού που και οι ίδιοι, πιθανόν, μοιράζονται. Συνήθη θύματα είναι μάλιστα οι πιο σκουρόχρωμοι, καθότι ελόγου μας, ως γνωστόν, είμαστε άπαντες ξανθομπούμπουρες. Έχω ταξιδέψει πολύ, μα πουθενά δεν είδα τόσα φοβισμένα βλέμματα μεταναστών όσα τα τελευταία χρόνια στην Αθήνα. «Ναι, αλλά κι εκείνοι εγκληματούν» λέει. Μα, φυσικά υπάρχουν κι οι «κακοί» – μήπως εδώ ζούμε μόνο άγγελοι; Και πότε ακριβώς νομοθετήσαμε τη συλλογική ευθύνη;

 

Ύστερα από χρόνια άσκησης μιας αλλοπρόσαλλης, υστερόβουλης, εκδικητικής σχεδόν πολιτικής, η Πολιτεία εδέησε πέρσι τον Οκτώβρη να θέσει σε συζήτηση έναν νέο, πιο εκσυγχρονισμένο μεταναστευτικό κώδικα, που επιταχύνει μεν τις διαδικασίες για έκδοση άδειας διαμονής και τις παρατείνει χρονικά, ειδικά για τη λεγόμενη δεύτερη γενιά. Υπάρχουν όμως εξόφθαλμα κενά: η ελληνική ιθαγένεια παραμένει ακριβοθώρητη (τρομάρα της), ακόμα και για όσους γεννήθηκαν εδώ. Ο κώδικας επιμένει στο αναχρονιστικό, φασίζον «δίκαιο του αίματος», ενώ δεν διαφαίνεται πρόβλεψη επαναφοράς στη νομιμότητα όσων αδυνατούν, λόγω κρίσης, ν' ανανεώσουν τα χαρτιά τους: «Τον Δεκέμβριο του '09 υπήρχαν 600.000 καταγεγραμμένοι, νόμιμοι μετανάστες. Σήμερα εμφανίζονται μειωμένοι κατά μερικές δεκάδες χιλιάδες, και όχι λόγω αποδημίας, ενώ αυξήθηκαν σημαντικά όσοι παραμένουν σε καθεστώς εκκρεμότητας και ανασφάλειας» αναφέρει χαρακτηριστικά η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου. Αντίθετα –οποία ειρωνεία–, ο νέος κώδικας επιφυλάσσει ειδική εύνοια στους... επενδυτές μετανάστες. Επιταχύνονται επίσης, μαθαίνουμε, οι διαδικασίες χορήγησης ασύλου όπου είμαστε «πάτος» πανευρωπαϊκά – από τις 20.000 αιτήσεις σε μια δεκαετία, ζήτημα να εγκρίθηκαν οι 500! Κι ας υποδέχονταν έξω κάποτε με ανοικτές αγκάλες τους πρόσφυγες της δικής μας χούντας.

 

«Ωραία και τι προτείνεις, ρε φίλε, να τους αφήσουμε όλους μέσα; Μήπως τους θες και σπίτι σου;» ακούω ήδη. Θα συμφωνήσω ότι οι μετανάστες που μας έρχονται είναι πάρα πολλοί, ότι είναι πρακτικά αδύνατο να τους υποδεχτούμε όλους, δίχως να δημιουργηθεί κοινωνικό πρόβλημα, ακόμα και με τις ιδανικότερες προϋποθέσεις – κι ας είμαι καταρχήν αλλεργικός με σύνορα και φράκτες. Αλλά μήπως εκείνοι θέλουν την Ελλάδα της παρακμής; «Τράνζιτ» μας επισκέπτονται στη μεγάλη τους πλειονότητα, οδεύοντας προς κεντρική και βόρεια Ευρώπη. Και όσο υπάρχουν ταραχές, πόλεμοι κι ανέχεια, δεν θα σταματήσουν να έρχονται ούτε με σφαίρες – στην κυριολεξία. Χαρτιά χρειάζονται ώστε να μπορέσουν να πορευτούν. Ως προεδρεύουσα χώρα της Ε.Ε., η Ελλάδα, ούσα από τις κύριες «πύλες εισόδου», θα έπρεπε να επεξεργαζόταν ήδη ένα «Δουβλίνο ΙΙΙ». Αυτό, όμως, θα απαιτούσε, προφανώς, μια τολμηρότερη, δημοκρατικότερη και κοινωνικά πιο ευαίσθητη κυβέρνηση – η υφιστάμενη εξάντλησε πια τα όρια κοινωνικής αναλγησίας, καταστολής και βαρβαρότητας για ντόπιους και ξένους. Στο μεταξύ, «παρακαλώ να συμφωνήσουμε πως όταν ένας άνθρωπος βρίσκεται στη θάλασσα,πρώτα τον σώζουμεκαι μετά ας διαφωνήσουμε για το τι θα τον κάνουμε» καθώς είπε η Βάσω Κατριβάνου στη Βουλή. Υπερασπιζόμενος επίσης το αυτονόητο, απαντώ πως ναι, αγαπητέ, σε μια τέτοια ανάγκη θα τους έβαζα και σπίτι μου. Όσους μπορούσα. Γιατί κάτι τέτοιες στιγμές παίζεται το στοίχημα του ανθρώπου και του πολιτισμού του, την κοιτίδα του οποίου καμωνόμαστε.