Ένα από τα πιο εμβληματικά έργα του ευρωπαϊκού θεάτρου και της παγκόσμιας δραματουργίας, τους Βρικόλακες του Ίψεν, αποφάσισε να ανεβάσει φέτος (το 2014 είναι έτος Ίψεν συν τοις άλλοις) η Μπέτυ Αρβανίτη με την εταιρεία θεάτρου ΠΡΑΞΗ, ερμηνεύοντας την κυρία Άλβιγκ. Το να αναμετρηθεί μια ηθοποιός με έναν διάσημο ρόλο είναι πάντα μια πρόκληση. Η γνωστή πρωταγωνίστρια, που μόλις βγήκε από μια άλλη επιτυχημένη και βραβευμένη παράσταση, τη Φόνισσα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, φλέρταρε χρόνια με τη συγκεκριμένη ιψενική ηρωίδα, έναν ρόλο που κατά καιρούς έχουν ερμηνεύσει σπουδαίες ηθοποιοί, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα.

 

Το Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας, όπου από το 1987 έχουμε δει εξαιρετικές παραστάσεις και ακόμα εξαιρετικότερα έργα, σύγχρονα αλλά και κλασικά, φέτος ανακαινίστηκε εκ βάθρων. Από τετράπλευρο που ήταν, αφαιρέθηκε η μια του πλευρά προς όφελος της σκηνής, που πήρε άλλο βάθος, βοηθώντας πάρα πολύ το ανέβασμα του αριστουργηματικού αυτού έργου. «Βέβαια, αν το ανεβάζαμε σε ένα μεγάλο θέατρο, όπως το Ρεξ λόγου χάρη, θα ήταν εντελώς άλλη η σχέση μας μαζί του, εντελώς άλλη προσέγγιση. Αλλά όλα αυτά τα χρόνια έχουμε δημιουργήσει μια ιδιαίτερη σχέση με το κοινό μας, ακριβώς λόγω της μικρής απόστασης του ηθοποιού από τον θεατή, η οποία προϋποθέτει ακόμα μεγαλύτερη ανάγκη για αλήθεια» μου εξηγεί η ίδια. Έχει ελάχιστες μέρες που ξεκίνησε η παράσταση και ακόμα τρέχει να προλάβει υποχρεώσεις και εργασίες που έχουν μείνει πίσω. Ως εκ τούτου, η συνομιλία μας θα είχε σύντομη διάρκεια, αλλά αρκετή για να μου φωτίσει τη σχέση της με τον θηριώδη αυτό ρόλο που τόσο ήθελε να παίξει, και που τώρα γίνεται πραγματικότητα, με τη σκηνοθετική καθοδήγηση ενός σταθερού της συνεργάτη, του Στάθη Λιβαθινού, ο οποίος έκανε και τη δραματουργική επεξεργασία στην εντελώς νέα μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα.

 

Με τον συμπρωταγωνιστή της, Νίκο Χατζόπουλο
Με τον συμπρωταγωνιστή της, Νίκο Χατζόπουλο

 

Παρόλο που η ΠΡΑΞΗ δεν είναι η πρώτη φορά που ανεβάζει Ίψεν –έχει προηγηθεί Η κυρία από τη θάλασσα το 1994–, δεν μπορώ να αντισταθώ από το να ρωτήσω πού συναντιέται ένα δράμα του 19ου αιώνα με το σήμερα. Μου εξηγεί: «Τα θέματα που θίγει δεν έχουν τελειώσει καθόλου! Υπάρχει μια τρομερή σύγκρουση της συντήρησης και της προόδου, της παλιάς αντίληψης και της προκατάληψης με καθετί νέο. Αυτή η μοιραία κληρονομιά των παλιότερων γενεών, το γνωστό "αμαρτίαι γονέων παιδεύουσι τέκνα" που λέμε κάθε φορά που ένα παιδί καλείται να πληρώσει τα λάθη του γονέα του. Λέει σε έναν μικρό της μονόλογο η Άλβιγκ: "Ανοίγω την εφημερίδα και βλέπω ανάμεσα στις αράδες να γλιστρούν φαντάσματα κι όλη η χώρα είναι φαντάσματα, γιατί αυτά έχουμε κληρονομήσει από τον πατέρα μας και τη μητέρα μας, τις παλιές αντιλήψεις. Και δεν μπορούμε να τις ξεφορτωθούμε εύκολα. Γι' αυτό φοβόμαστε τόσο αξιοθρήνητα το φως". Ακόμα και σήμερα οι άνθρωποι αδυνατούν να αντικρίσουν θαρραλέα την αλήθεια. Μ' αγγίζει τόσο πολύ αυτή η φράση». Εδώ όμως υπάρχει και η σχέση λατρείας της μητέρας με τον γιο της, σχολιάζω. Συναινεί και το αναλύει: «Το έργο βρίσκεται στα όρια της αρχαίας τραγωδίας, έχοντας μια αντιστοιχία με τον Οιδίποδα. Ο ρόλος του Όσβαλντ είναι ρόλος επιπέδου Ορέστη ή Άμλετ. Θίγονται ξανά όλα αυτά τα θέματα της ανθρώπινης ψυχής όλων των μεγάλων έργων. Και κυρίαρχα οι συνέπειες του ψέματος απέναντι στην αλήθεια. Η Άλβιγκ, η οποία λέει ότι δεν θα 'θέλε να κληρονομήσει το παιδί της τίποτα από τον πατέρα του, από την άλλη έχει φτιάξει ένα σπίτι μυστικών και φαντασμάτων όπου μέσα του θυσίασε όλη της τη ζωή».

 

Οι Βρικόλακες, έργο που ο σπουδαίος ανανεωτής του θεάτρου Ίψεν έγραψε το 1881, πραγματεύεται την ιστορία της οικογένειας του λοχαγού Άλβιγκ, ο οποίος ήταν αφοσιωμένος στη «χαρά της ζωής», δηλαδή τον έρωτα, απαγορευμένος καρπός στην προτεσταντική Νορβηγία του 19ου αιώνα, παραμελώντας τη γυναίκα του και απολαμβάνοντας συγχρόνως μια ανεύθυνη ζωή με απολαύσεις και κανέναν κόπο. Με το θάνατό του, η γυναίκα του, η οποία με τη δουλειά της έχτισε μια ολόκληρη περιουσία που η ίδια ψευδώς αποδίδει σ' εκείνον, αναγείρει ένα ορφανοτροφείο στη μνήμη του. Ακριβώς τότε επιστρέφει από το Παρίσι, όπου σπουδάζει, ο γιος τους Όσβαλντ, τον οποίο η Άλβιγκ έχει στείλει εκεί ώστε να αποφύγει το πρότυπο του πατέρα του, ενώ την ίδια στιγμή μέσα από τα γράμματά της τον εξυμνεί και ο γιος μεγαλώνει με την εικόνα ενός ιδανικού πατέρα. Οι αποκαλύψεις που θα γίνουν στην εξέλιξη του έργου, αλλά και ένα φοβερό μυστικό που ο ίδιος φέρει, οδηγούν σε ένα τραγικό φινάλε.

 

Ψέματα, αλήθειες, υποκρισία, θρησκοληψίες, απιστία, αιμομιξία, μια σειρά από κοινωνικές καταγγελίες του συγγραφέα - καταπέλτης για την εποχή που γράφτηκε και που τάραξε το τότε αστικό κοινό. Όντως δεν μοιάζει να έχουν αλλάξει πολλά από τότε. «Αναρωτιέσαι και εκπλήσσεσαι πάντα πόσο η πραγματική φύση του ανθρώπου δεν έχει αλλάξει καθόλου. Τα βασικά ερωτήματα και θέματα όπως ο θάνατος και ο έρωτας, δεν έχουν αλλάξει, δεν έχουν λυθεί. Αλλά και η σχέση μας με το ψέμα και την αλήθεια» μου σχολιάζει η σύγχρονη κυρία Έλεν Άλβιγκ της οδού Κεφαλληνίας. Μιας παράστασης που ανεβαίνει όχι ακαδημαϊκά αλλά με μια σύγχρονη ματιά για ένα σύγχρονο κοινό. Χωρίς βέβαια οι ηθοποιοί να φοράνε μπλουτζίν (θα μπορούσαν, το έχουμε δει πολλές φορές κι αυτό), με άχρονα κοστούμια, απευθύνονται στο κοινό τους που εν πολλοίς απαρτίζεται από νέους που σπάνια έχουν την ευκαιρία να δουν κλασσικό ρεπερτόριο. «Οι νέοι είναι και οι πιο ενθουσιώδεις, ξέρετε, γιατί είναι πιο αγνοί, πιο δεκτικοί. Οι μεγαλύτεροι μπορεί να περιμένουν ότι θα ξαναδούν κάτι που έχουν δει παλιότερα» μου λέει. Πάντως είναι μεγάλο τόλμημα να ανεβάζεις Ίψεν στο ελεύθερο θέατρο και της το επισημαίνω. «Δεν θα με ενδιέφερε να κάνω θέατρο για το θέατρο. Το όραμα μας είναι να κάνουμε θέατρο ρεπερτορίου χωρίς εκπτώσεις. Αυτή τη στιγμή οι Βρικόλακες ανεβαίνουν με μεγάλη επιτυχία στην Αγγλία και στην Αμερική. Είναι ένα έργο που δεν τελειώνει, έχει χιλιάδες αναγνώσεις, ένα συνεχές ψάξιμο σε βάθος. Ήταν προσωπική μου επιθυμία να το ανεβάσω ακριβώς γιατί είναι από τα σπουδαιότερα και τα πιο δύσκολα. Αλλά το θέατρο είναι συλλογική δουλειά και αν δεν έχεις τις κατάλληλες συνθήκες, αν δεν έχεις τον Πάστορα Μάντερς, τον Όσβαλντ, τη Ρεγγίνε, ρόλοι με ιδιαίτερες απαιτήσεις δεν ανεβάζεις «Βρικόλακες». Η Άλβιγκ επίσης έχει πολλές απαιτήσεις ως ρόλος. Έχει μια ενδιαφέρουσα εξέλιξη μέσα στο έργο. Είναι μια ημι-καλλιεργημένη που κάποτε επειδή ήταν ερωτευμένη με τον Πάστορα, πίστευε στις αρχές του, αλλά καθώς όλα αυτά τα χρόνια που ο γιος της λείπει εκείνη διαβάζει, σιγά σιγά απορρίπτει τις παλιές της απόψεις και αποκτάει πιο προοδευτικές αντιλήψεις για τη ζωή, φτάνοντας να συμφωνεί με τα λεγόμενα του γιου της. Ως προς αυτό ίσως να είναι μοναδικός ρόλος στο παγκόσμιο θέατρο. Αποκτάει την αυτογνωσία της αλλά δυστυχώς η μοίρα την προλαβαίνει. Έχοντας χάσει μια ολόκληρη ζωή βασισμένη στα ψέματα τα οποία εντέλει εκδικούνται». Πριν κλείσουμε την κουβέντα μας, της ζητάω να απομονώσει μια φράση που κάθε φορά που έρχεται η στιγμή να την πει, ριγεί. «Είναι πολλές, αλλά ίσως στο τέλος όταν λέω στον Όσβαλντ «Δεν με αναγνωρίζεις;» .... Δεν μπορώ να το πω ποτέ!». Αναλογίζομαι, και της το λέω, ότι ίσως μέσα από αυτήν τη φράση ξυπνάει μέσα της η μάνα. «Μα, κάθε βράδυ καταθέτω όλες μου τις εμπειρίες, τη ζωή μου όλη», μου λέει. Κάπως έτσι το θέατρο συναντάει την πραγματικότητα, σκέφτηκα.