«Ο κύριος πρόεδρος δεν ήρθε ακόμα. Τον περιμένουμε, όμως, όπου να ‘ναι. Είναι πάντα στην ώρα του. Κάθε μέρα. Εδώ ζει». Έχει μια γλυκάδα το πρόσωπο του φρουρού στην είσοδο του νέου Μουσείου της Ακρόπολης. Και το «κύριος πρόεδρος» δεν βγαίνει από το στόμα του τυποποιημένα. Μοιάζει αγαπησιάρικα να το προφέρει, μα και με σεβασμό μεγάλο, συνάμα.

Για πρωινό Σαββάτου, σε μιαν αγουροξυπνημένη Αθήνα που κινείται με υπέροχα ράθυμους, πρώτους ρυθμούς, ένα ραντεβού με τον κ. Δημήτρη Παντερμαλή, καθηγητή Αρχαιολογίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, και πρόεδρο του Οργανισμού Ανέγερσης του Μουσείου της Ακρόπολης, δεν μπορώ να πω πως αντέδρασε και πολύ διεγερτικά στο βαριεστημένο μου εαυτό. Κλασικό δείγμα, υποθέτω, ενός Έλληνα που έχει ακούσει «κάποια πράγματα» για το μουσείο, παρακολούθησε από τα δελτία τη μεταφορά των πρώτων μεγάλων γλυπτών από τον Παρθενώνα, αναρωτήθηκε «θα δώσουν τώρα πίσω τα υπόλοιπα, οι κωλοεγγλέζοι;», και συμπέρανε πως μάλλον έχει δίκιο ο Τσίπρας και οι άλλοι, που αντιδρούν στο να κατεδαφιστούν τα νεοκλασικά της Αρεοπαγίτου, επειδή τάχα κλείνουν τη θέα προς την Ακρόπολη εκείνων που θα κάθονται και θα απολαμβάνουν τον καφέ τους στη καφετέρια.

Ο «κύριος πρόεδρος» έφτασε όταν η αφεντιά μου περιτριγύριζε αυτά τα δύο αρχοντικά, γυρεύοντας «πυρομαχικά» να τον τουφεκίσω. «Γιατί, κύριε, θέλετε να τα ρίξετε;».

Ευτυχώς, η γλυκιά όψη και η χαμηλόφωνη, ευγενική φωνή του φύλακα με έσωσαν από περαιτέρω επέκταση της δημοσιογραφικής μου μαλάκυνσης.

«Είναι κιόλας εδώ, στο εργοτάξιο, και σας περιμένει».

Αγκαλιάζει όμορφα την άσχημη Αθήνα

Εκεί συναντώ, εν μέσω μηχανικών, τεχνικών και εργατών, έναν άνθρωπο μάλλον μικροκαμωμένο διανύοντα, υπολογίζω, την έβδομη δεκαετία της ζωής του, σωστό τζέντλεμαν, μ' ένα ολόμαλλο γκρι-λαδί κουστούμι, γραβάτα φωτεινή πράσινη, μοντέρνα, και μακρύ, σκούρο μπλε παλτό, από φίνο εγγλέζικο κασμίρι στοιχηματίζω.

«Ελάτε», μου κάνει, και αρχίζει η ξενάγηση, σ' ένα χώρο που καλύπτει περίπου 14.000 τετραγωνικά μέτρα, και στον οποίο βρίσκουν σιγά σιγά νέα στέγη, μετά από 25 αιώνες, περίπου 4.000 εκθέματα από τον Ιερό Βράχο.

Από την έξοδο του σταθμού μετρό στου Μακρυγιάννη, με τα ατάκτως σταθμευμένα αυτοκίνητα, τις άχαρες πολυκατοικίες με τις συστοιχίες καταστημάτων στο ισόγειο, μέχρι και την επιβλητική είσοδο αυτού του «γυάλινου και μπετονένιου θηρίου», του Νέου Μουσείου της Ακρόπολης, η απόσταση είναι μηδαμινή. Μοιάζει άπειρη, όμως.

Δυο βήματα πιο μέσα, δύο βήματα απομάκρυνσης από το παρόν και το άπειρο, προς μεγάλη έκπληξή μου, λιγοστεύει. Μέσα πια στο μουσείο, πρώτη μου εντύπωση: «Η άσχημη Αθήνα έξω, έρχεται ολόφωτη μέσα, και άξαφνα ομορφαίνει». Τι ‘ν' αυτό το υπέροχο πράγμα;

Λιτό, απέριττο και με έντονη γεωμετρικότητα

Η αρχιτεκτονική του δεν έχει τοπικό χαρακτήρα αλλά το χαρακτήρα ενός μουσείου που αξιοποιεί τις σύγχρονες κατακτήσεις της αρχιτεκτονικής.

«Θα ήταν παράδοξο εάν καταφεύγαμε σε μουσεία κλασικιστικού τύπου, όπως είδαμε το 19ο αιώνα, ή σε μουσεία μικρά σε μέγεθος, όπως ήταν εκείνα άλλων εποχών. Αυτό το μουσείο, της Ακρόπολης, φιλοξενεί πάρα πολύ σημαντικά εκθέματα. Και προφανώς χρειάζεται ό,τι καλύτερο μπορεί να προσφέρει η σύγχρονη αρχιτεκτονική. Αυτό αφορά και τα υλικά (το κτίριο έπρεπε να είναι στιβαρό, και να δείχνει ασφαλές. Λεπτότητα έχουν τα έργα που θα φιλοξενεί, δεν μπορούσε το κτίριο να είναι... λεπτεπίλεπτο) και το σχεδιασμό. Ο σχεδιασμός είναι, ας πούμε, το ύφος του μουσείου. Είναι λιτό, είναι απέριττο, έχει έντονη γεωμετρικότητα, ενσωματώνει αυτό που βλέπετε εδώ πέρα, όλον τον Παρθενώνα» λέει ο κ. Παντερμαλής.

Το μπετόν και το μάρμαρο

Δηλαδή, από ένα σημείο και ύστερα, το μουσείο έρχεται και δένει με το σημαντικότερο από τα μνημεία της Ακρόπολης, τον Παρθενώνα. Αυτό, στην κορυφή του. Στη βάση του, το μουσείο δένει με την επιτόπια ανασκαφή. Ακολουθεί τους άξονες αυτής της ανασκαφής, προβάλλει αυτή την ανασκαφή, επομένως το κάτω μέρος του προσαρμόζεται σ' αυτό που υπάρχει ιστορικά ως τοπίο ανασκαφής, και στην κορυφή του σχετίζεται-δένει με τον Παρθενώνα.

Βαδίζουμε επάνω σε γυάλινα πατώματα, και από κάτω βλέπουμε ολάκερη αρχαία πολιτεία. Παλιούς οικισμούς της Αθήνας. Τα σπίτια τους, τα οικήματα όπου δούλευαν οι τεχνίτες, τα μικρά τους μαγαζιά, ακόμα και εκεί όπου φύλαγαν τα λίγα ζώα τους.

Από εκεί και μετά, οι αίθουσες έχουν σύγχρονα υλικά. «Αξιοποιούμε το καλής ποιότητας μπετόν, διότι βοηθά πάρα πολύ στην αντίθεσή του με το μάρμαρο - είναι δύο υλικά που συμπεριφέρονται τελείως διαφορετικά, το ένα, το μπετόν, απορροφά φως, το άλλο, το μάρμαρο, το αντανακλά, και έτσι δημιουργείται αντίθεση», λέει και, βλέποντας το φως να μπαίνει από τα τζάμια δυνατότερο απ' όσο θα ήθελε, παίρνει στο τηλέφωνο κάποιον τεχνικό του, και του δίνει εντολή να κατεβάσει τα «σκιάδια».

Ο διάσημος Ελβετός αρχιτέκτονας Μπερνάρ Τσουμί είναι ο δημιουργός αυτού του μουσείου. Ο κ. Παντερμαλής μου λέει ότι μιλάνε σχεδόν κάθε μέρα, και ότι έρχεται οπωσδήποτε μία φορά το μήνα από τη Νέα Υόρκη, όπου διαμένει, για να δει την πρόοδο των έργων.

Με φως, χωρίς φόντο

Είμαστε τώρα στην αίθουσα των αρχαϊκών γλυπτών. Αίθουσα με μεγάλο ύψος. «Θέλουμε να δώσουμε αέρα αναπνοής στα γλυπτά» λέει ο ξεναγός μας· ω, ποια τιμή αλήθεια, να έχει η LifΟ πριβέ ξενάγηση σ' αυτό το μουσείο που, ήδη το αισθάνομαι, είναι ίσως ό,τι καλύτερο συνέβη στον τόπο μας τα τελευταία δεν ξέρω πόσα χρόνια.

Υπάρχει φωτισμός από πάνω, από τους φωταγωγούς, που κατεβάζουν διακριτικό φως. Καθόλου δραματικές φωτοσκιάσεις. Όλα είναι ήρεμα και γλυκά. Και το φως που τώρα πλούσια μας λούζει, άμα είναι δυνατό πολύ, μετριάζεται από τα πετάσματα - αυτά που έλεγε προηγουμένως στο τηλέφωνο ο κ. Παντερμαλής στον υπεύθυνο να κατεβάσει.

Μερικά αγάλματα, αριστουργήματα της αρχαϊκής εποχής, που «κατέβηκαν» ήδη από τον Παρθενώνα, έχουν στηθεί κιόλας, πειραματικά, στη μεγάλη φωτεινή αίθουσα στην οποία βρισκόμαστε. Εδώ η ανάσα μου κόβεται.

«Όπως βλέπετε, αποφύγαμε να βάλουμε φόντο πίσω από τις μορφές, γιατί δεν θέλουμε να τις απομονώνουμε. Η ιδέα μας είναι ότι ο επισκέπτης πρέπει να κυκλοφορεί ελεύθερα, κοντά στα γλυπτά, τα κοιτάζει, να τα περιτριγυρίζει, να τα βλέπει απ' όλες τις πλευρές. Αυτό που επιθυμούμε είναι τα γλυπτά και ο επισκέπτης να βρίσκονται σε μία συνεχή σχέση - να στέκεσαι εδώ, φερ' ειπείν, να βλέπεις αυτόν το νεαρό κούρο, τον ντυμένο, όχι μόνο από μπρος, όπως θα τον έβλεπες στα βιβλία, αλλά κι από πίσω, τρία-τέταρτα κ.λπ. Έτσι λοιπόν, σε όλη αυτήν τη μεγάλη αίθουσα να γίνεται μία μείξη των αγαλμάτων και των θεατών. Γι' αυτό και αποφύγαμε και τις βιτρίνες».

Πράγματι, δεν υπάρχει καμιά βιτρίνα στο μεγάλο χώρο της αίθουσας. Οι λίγες που υπάρχουν, για μικρότερα εκθέματα, είναι προς τη μεριά του τοίχου. «Εδώ», λέει ο κ. Παντερμαλής, «μας ενδιαφέρει να είναι μόνο αγάλματα και άνθρωποι».

«Μιλώντας» με τα αγάλματα...

Τα αγάλματα θα είναι σε ειδικές βάσεις. Θα μπορείς να τα πλησιάσεις από πολύ κοντά, αλλά όχι τόσο ώστε να τα αγγίξεις κιόλας, και να προκληθούν φθορές. Αλλά το πιο συγκλονιστικό, επαναλαμβάνω, με αυτή την ελεύθερη συνύπαρξη αγαλμάτων αρχαίων και ανθρώπων σύγχρονων, είναι ότι θα μπορεί κανείς να δει πλευρές ενός αγάλματος που δεν έχει δει ποτέ μέχρι τώρα.

«Να, στο άγαλμα αυτής της κόρης βλέπεις πώς είναι και η κόμμωσή της από πίσω, το πίσω μέρος του φορέματός της, και κοιτάξτε εκεί, τον κούρο που βλέπαμε προηγουμένως, πόσο διαφορετικός είναι τώρα που τον αντικρίζουμε από το πλάι και πίσω, με φόντο το αστικό τοπίο των πολυκατοικιών στου Μακρυγιάννη, που είναι σαν να υπάρχουν αληθινά στη ζωή ετούτου του αγάλματος. Δεν είναι συναρπαστικό που, καθώς αλλάζεις θέση, αλλάζει και αυτό που βλέπεις; Θέλουμε να αποφύγουμε το να έχει την αίσθηση ο επισκέπτης, ερχόμενος εδώ, πως βλέπει τα εκθέματα και είναι σαν να διαβάζει ένα βιβλίο. Θέλουμε να έχει την αίσθηση ότι ζει στον 6ο αιώνα προ Χριστού».

Έτοιμη η θέση και για τα κλεμμένα

Υπάρχουν πολλά σημεία στο μουσείο για ξεκούραση, αλλά και για να χαζεύει κανείς. Υπάρχει ένα lounge για υπολογιστές, ιδιαίτερα για παιδιά από σχολεία, αλλά και για φοιτητές και όποιον άλλον θέλει να κάνει ένα πιο λεπτομερές «ψάξιμο» στο μουσείο, με περισσότερες παραπομπές σε ιστορικά-αρχαιολογικά στοιχεία. Μας δείχνει ο κ. Παντερμαλής ένα χώρο που έχει προγραμματισθεί να γίνει το βιβλιοπωλείο. «Ο φόβος μου», λέει, «είναι μήπως δεν γίνουν όσα προγραμματίζουμε, όχι με δική μας ευθύνη, αλλά επειδή κάπου, σε κάποια γραφειοκρατία πάλι, μπορεί να κολλήσει».

Στην επάνω αίθουσα του μουσείου, είναι ο χώρος των μαρμάρων μας. Τα σκούρα μάρμαρα είναι αυτά που έχουμε εδώ, στην Αθήνα, και εκτίθενται στον τοίχο με το φυσικό τους χρώμα - μάρμαρο κιτρινισμένο.

Ανάμεσά τους, τα άλλα. Εκείνα που τώρα είναι στο Λονδίνο, στο Βρετανικό Μουσείο, αλλά από λευκό γύψο. Προφανώς ψεύτικα. Κραυγαλέα. Σλόγκαν μας, λέει ο κ. Παντερμαλής, είναι: «Να αντικαταστήσουμε τα γύψινα με τα πρωτότυπα».

Όταν τα δει έτσι ο κόσμος, το ένα πλάι στο άλλο, το αυθεντικό με το γύψινο, που αντιπροσωπεύει το κλεμμένο, θα καταλάβει σίγουρα πόσο δίκιο έχουμε που ζητάμε τα μάρμαρα του Παρθενώνα να επιστρέψουν εδώ. Εδώ, όπου είναι ο φυσικός τους χώρος. Να τα αγγίζει το αττικό φως, κάτω από τον αττικό ουρανό, με την Ακρόπολη πάντα απέναντι.

Σύγκριση με τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Υπάρχει η ελπίδα ότι το μουσείο αυτό θα ανοίξει για τους επισκέπτες προς τα μέσα του ερχόμενου έτους. Το εγχείρημα, που κόστισε περίπου 130 εκατομμύρια ευρώ, θεωρώ πως είναι μεγαλύτερο και σημαντικότερο και από αυτήν ακόμα την επιτυχή, όπως από παντού ομολογήθηκε, τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας.

«Δεν θέλω εγώ να κάνω καμία σύγκριση. Είναι δύο τελείως διαφορετικά θέματα». Πάντως, όπως οι Ολυμπιακοί Αγώνες είναι κληρονομιά της παγκόσμιας κοινότητας, έτσι και το Μουσείο της Ακρόπολης δεν είναι ένα μουσείο που, όπως με ρωτήσανε πρόσφατα, αποτελεί απλώς την περηφάνια των Ελλήνων -βεβαίως και την αποτελεί-, αλλά κυρίως είναι ένα μουσείο το οποίο δείχνει τις πηγές του Δυτικού πολιτισμού. Γι' αυτό και είναι ένα μουσείο με παγκόσμιο χαρακτήρα» τονίζει ο πρόεδρος του μουσείου.

Το μουσείο έχει πολλαπλή σημασία, αφού, όπως μας εξηγεί ο κ. Παντερμαλής:

1. Είναι μουσείο ενός αρχαιολογικού χώρου.
2. Φιλοξενεί σπάνιας αξίας ευρήματα, «επώνυμα», δηλαδή μεγάλων καλλιτεχνών από την αρχαϊκή εποχή, όπως ο Ένδοιος, ο Κρίτιος, ο Φειδίας αργότερα, οι συνεργάτες του, όπως ο Αλκαμένης και άλλοι.
3. Συνδέεται με πρόσωπα της δημόσιας ζωής, που έπαιξαν σημαντικό ρόλο, όπως ο Πεισίστρατος, ο Κλεισθένης, ο Περικλής κ.ά. Δηλαδή, στην πραγματικότητα, η βάση της αρχαίας Ιστορίας, της αρχαϊκής και κλασικής εποχής, τεκμηριώνεται με αυτό το εκθεσιακό υλικό.

«Αλλά», συμπληρώνει, «δεν είναι απλώς έργα καλής ποιότητας. Είναι αριστουργήματα, τα περισσότερα, και συνδέονται με ονόματα. Αυτό κάνει το Μουσείο της Ακρόπολης να έχει ένα πρόσωπο, ένα χαρακτήρα διαφορετικό από άλλα μουσεία, και θα έλεγα, σε ένα πολύ μεγάλο βαθμό, μοναδικό. Στον 21ο αιώνα, αν δεν είσαι σε θέση να αναδείξεις σωστά όλο αυτό το αρχαιολογικό υλικό, τα αριστουργήματα που έχουμε εδώ, ε, τότε κάπου έχεις κάνει λάθος».

Όλα τριγύρω αλλάζουνε...

Από τη μεγάλη αίθουσα του μουσείου, στην πίσω του πλευρά, το τοπίο έξω, αστικό τοπίο, με τις παλιές, της δεκαετίας του '60 πολυκατοικίες της Αθήνας στη σειρά, την τσιμεντένια θάλασσα να απλώνεται πίσω από αυτές, αναπαυμένη στους πρόποδες ενός γκρίζου βουνού, του Υμηττού, θαρρείς και όλο αυτό το «πράγμα» έρχεται μέσα απρόσκλητο, και αλλάζει πρόσωπο, άξαφνα, ομορφαίνοντας.

«Μας προβλημάτισε το αστικό τοπίο, βεβαίως, αλλά εγώ δεν είμαι της άποψης ότι πρέπει να τις εξαγοράσει όλες αυτές τις πολυκατοικίες το κράτος, με πολλά λεφτά, και να τις γκρεμίσει. Χρειάζεται κάποια βελτίωση. Να αφαιρεθούν, για παράδειγμα, ορισμένα στοιχεία, κακόγουστα εξωτερικά, όπως τα κλιματιστικά, τα ντεπόζιτα στις ταράτσες, οι κεραίες και άλλα, και να βαφτούν με έναν τρόπο που θα υποδείξει ο δικός μας αρχιτέκτονας, ώστε να γίνει ένα περιβάλλον ανεκτό. Επίσης, θα φυτέψουμε και δέντρα, που οι κορυφές τους θα φτάνουν μέχρι εδώ επάνω».

...και κάποια τα ίδια μένουν!

Από την μπροστινή πλευρά του μουσείου τα πράγματα βεβαίως είναι εντελώς διαφορετικά. Εκεί δεν έχουμε το αστικό τοπίο του Κουκακίου, ας πούμε, αλλά και των πιο πέρα περιοχών. Έχουμε το βράχο της Ακρόπολης. Ένα μεγάλο κομμάτι του, το Διονυσιακό Θέατρο, που θέλει ο καθηγητής αρχαιολογίας, ο κ. Παντερμαλής, αλλά και ο αρχιτέκτονας του μουσείου, ο κ. Τσουμί, να φαίνεται, τώρα δεν μπορούμε να το δούμε.

«Είναι πολύ σημαντικό ο επισκέπτης του μουσείου από εδώ», μας λέει και μας δείχνει προς το Βράχο, «να έχει μια καθαρή αναφορά της Ακρόπολης» αφού, όπως μας είπε και στην αρχή, ο βασικός ρόλος-στόχος αυτού του μουσείου είναι ο επισκέπτης του να αισθάνεται ότι είναι «ένα» με τα αρχαία, και ότι περίπου ζει σ' εκείνη την εποχή.

«Έτσι, ο κόσμος που θα είναι επάνω στο Βράχο θα βλέπει ελεύθερα προς τα εδώ, από εδώ θα βλέπουμε ελεύθερα προς τα επάνω, δεν καταλαβαίνω αυτό γιατί είναι κακό, και ότι τάχα δεν ανήκει, όπως λένε, στην "υψηλή κουλτούρα". Η κουλτούρα είναι μία. Είναι η κουλτούρα των ανθρώπων, και όχι η κουλτούρα των χαζών και αυτών που έχουνε..., τέλος πάντων... περιθωριακές απόψεις. Ο κόσμος θέλει να ευχαριστιέται. Να έρχεται εδώ να βλέπει τα αρχαία, να μάθει για την κλασική αρχαιότητα».

Η «λεπτομέρεια» των αρχοντικών

Ο Έλληνας -το αισθάνομαι απολύτως τώρα- δεν έχει ακόμα καταλάβει τι έχει γίνει εδώ πέρα. Δεν έχει καταλάβει ότι ολοκληρώνεται ένα μουσείο που θα είναι πλέον καθημερινή αναφορά του εαυτού του, της πόλης του, της Ιστορίας του, της χώρας του. Μας βγάζει από τη μιζέρια και τον πατριωτικό αυτισμό μας αυτό το έργο. Προσκαλεί με καμάρι την ανθρωπότητα να έρθει να δει όχι πόσο σπουδαίοι είμαστε, αλλά, με αναφορά αυτό τον απέραντο πλούτο πολιτισμού, πώς μπορούμε, σήμερα, στο σύγχρονο κόσμο, να συνυπάρχουμε σ' ένα υψηλό επίπεδο αισθητικής και ποιότητας ζωής.

Είναι πολύ μεγάλο αυτό το έργο για να εισπράττει ο καθημερινός Έλληνας μόνο έναν θόρυβο από τα μέσα ενημέρωσης (και εδώ έχω καταθέσει και εγώ το αρνητικό μερτικό μου, το οποίο, αναθεωρώντας πλήρως, ευχαρίστως και με φανατισμό πια αποσύρω) για το αν θα πρέπει η όχι να γκρεμιστούν δύο νεοκλασικά στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου. «Μακάρι να μη χρειαζόταν να γκρεμιστεί τίποτα...», λέει ο κ. Παντερμαλής, και από ευγένεια φυσική και πολιτισμό έμφυτο αφήνει τη φράση εκεί, μετέωρη, να την ολοκληρώσω εγώ: «...αλλά αυτά τα δύο νεοκλασικά είναι, στ' αλήθεια, μια πολύ μικρή λεπτομέρεια μπροστά σ' αυτό που έγινε, και που σε λίγο χρόνο θα παραδοθεί σε όλους μας». Δηλαδή, είτε γκρεμιστούν είτε όχι, ας σταματήσουμε να ασχολούμαστε με αυτά, και ας δούμε κάτι που επιτέλους, στην Ελλάδα, χτίστηκε.

Ίσως μας βοηθήσει να αλλάξουμε και εμείς λίγο.

Η Ελλάς των 100 προσφυγών!

 

Ένα σκοτεινό κεφάλαιο όλης αυτής της μακράς πορείας προς την ολοκλήρωση αυτού του μουσείου είναι και εκείνο της αχαλίνωτης δικομανίας μερίδας των συμπατριωτών μας.

«Περισσότερα από 100 δικαστήρια είχαμε - προσφυγές στο Συμβούλιο της Επικρατείας», λέει, κουνώντας το κεφάλι του με εμφανή θλίψη, ο κ. Παντερμαλής.

«Όλα αυτά ήταν για μας επίπονα και χρονοβόρα. Πίστευα πάντοτε ότι έπρεπε να πείσουμε την κοινωνία, να πείσουμε το δικαστήριο ότι όντως εκτελούμε καλό έργο, και ότι δεν πάμε να κάνουμε κάτι το οποίο είναι ένα πυροτέχνημα για μια βραδιά εγκαινίων. Ήταν πολλών κατηγοριών αυτές οι προσφυγές. Μερικές μπορώ να τις καταλάβω. Άλλες μου είναι εντελώς αδιανόητες. Παραδείγματος χάριν, αυτοί που έχασαν σπίτια επειδή τα αγόρασε το Δημόσιο και κατεδαφίστηκαν, εντάξει, έχουν κάποιο συμφέρον, και καταλαβαίνω την αντίδρασή τους. Δεν καταλαβαίνω όμως, την άποψη που διατυπώθηκε, ότι δεν μπορείς, λέει, να κάνεις στην Αθήνα «αρχιτεκτονική γυαλιού». Αυτό σημαίνει ότι όσοι ισχυρίζονται αυτό δεν γνωρίζουν τι υπάρχει στη σύγχρονη αρχιτεκτονική, και πώς αυτή η αρχιτεκτονική μπορεί να σεβαστεί το παλαιό τοπίο, όχι μόνο χωρίς να το καταστρέψει, αλλά πολλές φορές αναδεικνύοντάς το καλύτερα απ' ό,τι το ίδιο αναδεικνύει τον εαυτό του. Κάποιοι άλλοι μας έσυραν στα δικαστήρια, κατηγορώντας μας ότι καταστρέφουμε την ανασκαφή. Νομίζω ότι με το λίγο που είδατε τώρα που ήρθατε εδώ, μάλλον θα αισθανθήκατε ότι αναδεικνύεται η ανασκαφή - σίγουρα δεν καταστρέφεται. Μερικές προσφυγές ξεπέρασαν και αυτά ακόμα τα όρια του γελοίου. Δεν μπορείς, φερ' ειπείν, να εγκαλείς εκτός από τη διοίκηση, όπως εμένα και τους άλλους αρχαιολόγους, τον ίδιο τον πρωθυπουργό, και να βάζεις μάρτυρα τη γυναίκα του, για καταστροφή πολιτιστικής κληρονομιάς, και να εξετάζουν σοβαρά τα δικαστήρια αυτό το θέμα. Εγώ, σαράντα χρόνια, μια ζωή ολόκληρη, προστατεύω αρχαία. Είναι το πάθος μου, η ζωή μου. Πώς μπορούν να βγαίνουν ορισμένοι και να λένε ότι, με αυτά που κάνουμε εδώ, στο μουσείο, καταστρέφουμε την πολιτιστική μας κληρονομιά;»

Αξίζει, τελικά, τον κόπο

Η Ελλάδα, που πάντα έχει καβάντζα τον άλλον εαυτό της που πληγώνει... «Πληγώθηκα πολλές φορές. Αλλά ούτε στιγμή δεν σκέφτηκα να τα παρατήσω. Δεν θα τους έκανα αυτό το χατίρι. Αν δεν ήμουν 100% σίγουρος ότι αυτό που γίνεται εδώ είναι καλό, και ότι αξίζει τον κόπο να γίνει, δεν θα είχα εμπλακεί ποτέ. Από τη στιγμή που είπα "θα το κάνω", είμαι εδώ όλη μέρα, θέλω όλα να περνάνε από το χέρι μου, και δεν θα ησυχάσω ώσπου να δω τα πρόσωπα των πρώτων απλών πολιτών, της πατρίδας μας παιδιά, αλλά και παιδιά άλλων πατρίδων, να στέκονται μέσα στο μουσείο, να βλέπουν τα αγάλματα, να αντικρίζουν έξω, τόσο κοντά, τον Παρθενώνα, και να φωτίζονται τα πρόσωπά τους επειδή ίσως καταλάβουν για πρώτη φορά τι εννοούμε όταν λέμε: "να πώς γεννήθηκε εδώ ο Δυτικός πολιτισμός!"».