«Να έχεις την πιο υπέροχη μέρα που έχεις ποτέ φανταστεί» ήταν η ευχή που μου απηύθυνε ο άγνωστος κουλουρτζής στην αρχή της Ερμού, έξω από το Zara, μια μέρα με βροχή και με μπόλικα καντάρια εσωτερικής οδύνης. Το χαμόγελό του διάπλατο και ειλικρινές, σάμπως να είχε διαβάσει τι έκρυβε το αφηρημένο μου βλέμμα.

 

Έκτοτε περνούσα τακτικά από το πόστο του για να αγοράσω κουλούρι και για να επιβεβαιώσω ότι τα καλά του λόγια είχαν να κάνουν με τη βαθιά ευγένεια ενός ανθρώπου που σπάνια, πλέον, συναντάς στην πόλη. Με τα πολλά, άρχισα να παρατηρώ ότι, εκτός από το μόνιμο χαμόγελό του, ο άγνωστος κουλουρτζής φρόντιζε και για άλλες λεπτομέρειες: τα κουλούρια του ήταν πάντα φρέσκα και τραγανά και για όλα τα γούστα –σκέτα, παραδοσιακά, με σταφίδες ή «πλεξούδα»–, τα οποία έπιανε πάντα με γάντι και όχι με το χέρι. Επιπλέον, δεν διαμαρτυρόταν αν δεν είχες το ακριβές αντίτιμο ή αν δεν έβρισκες ψιλά, και δεν ανέβαζε την τιμή πάνω από τα 50 λεπτά – όπως κάνουν άλλοι πωλητές κουλουριών σε άλλα σημεία της πόλης.

 

Με τον καιρό έμαθα ότι το όνομά του είναι Γρηγόρης, ότι έχει αναλάβει το πόστο από τότε που αρρώστησε ο πατέρας του και ότι είναι ιδιαίτερα αγαπητός στους περίοικους. Πάνω απ' όλα, όμως, είναι η περίτρανη επιβεβαίωση ότι οι λεγόμενοι «κουλουρτζήδες» εξακολουθούν να είναι αναπόσπαστο κομμάτι της αφήγησης της πόλης, καθώς μετατρέπουν το κυνικό κομμάτι της σε καθημερινό, ευχάριστο αλισβερίσι. Ο νέος, ευγενής και ευπροσήγορος Γρηγόρης είναι η απόδειξη ότι ακόμη και το να πουλάς κουλούρι είναι τέχνη – και ένας επιπλέον λόγος που δεν θα πάψεις ποτέ να αγαπάς το κέντρο της Αθήνας.