Γεννήθηκα στην Άρτα το 1964 αλλά, όταν ήμουν τεσσάρων πέντε χρονών, η οικογένειά μου μετακόμισε στην Αθήνα. Οι γονείς μου ήταν εργάτες που κυνηγούσαν το όνειρο της πρωτεύουσας και, καθώς βελτιώνονταν τα οικονομικά τους, μετακόμιζαν από γειτονιά σε γειτονιά. Έχω μείνει παντού: Καμίνια, Αγία Βαρβάρα, Περιστέρι, Γουδή, Ζωγράφου, Νέα Λιόσια, Πατήσια, Γαλάτσι. Αργότερα, όταν μεγάλωσα και έκανα οικογένεια και παιδιά, οι συγκυρίες με έφεραν στο Χαλάνδρι. Μένω εδώ τα 14 τελευταία χρόνια. Βέβαια η ζωή μου όλη περιπλέκεται στο τρίγωνο μεταξύ Ομόνοιας, Πολυτεχνείου και Πλατείας Εξαρχείων· τώρα πια και στην Πλατεία Καραϊσκάκη. Θεωρώ άρα ότι είμαι άνθρωπος του κέντρου, όχι των βορείων προαστίων. Από εδώ ξεκινούν όλα…

Το κέντρο είναι το μέρος όπου ο κάτοικος της Αθήνας είναι ανώνυμος και επώνυμος μαζί. Βρίσκω πολύ ψυχρά τα προάστια γενικώς, και όλη τους τη λογική. Είναι μέρη που στην ουσία προσφέρονται μόνο για κατοικία και όχι για δράση.

Η καρδιά της πόλης από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 και μετά άλλαξε πολύ με την εισροή πάρα πολλών ανθρώπων, κυρίως οικονομικών μεταναστών. Άλλαξε η ανθρωπογεωγραφία της. Κάτι που είναι πολύ σημαντικό και ενδιαφέρον, που το βλέπαμε παλιότερα μόνο στο εξωτερικό. Η δικιά μου η γενιά δεν είναι τόσο ταξιδιάρικη όσο η σημερινή. Βλέπαμε τις άλλες πόλεις να έχουν μια πολυπολιτισμικότητα που εμείς δεν την είχαμε, θεωρώντας ότι είμαστε ένα αρραγές και αμιγές έθνος. Ένα άλλο πράγμα που διακρίνω ως αλλαγή –πέρα από τη γενική «ανάπτυξη» μέσα στη λογική της αγοράς, η οποία δε με βρίσκει καθόλου συμμέτοχο– είναι η έννοια του δημόσιου χώρου. Παλαιότερα ο δημόσιος χώρος είχε μια άλλη ποιότητα: μπορούσες με πέντε φίλους να κάθεσαι έξω από μια πολυκατοικία το βράδυ, να πίνεις μπύρες και να συζητάς, χωρίς να σ’ ενοχλήσει κανένας και χωρίς να θεωρείσαι ύποπτος. Σήμερα αν δεν βρίσκεσαι κάπου που πρέπει να πληρώσεις, θεωρείσαι ύποπτος. Υπάρχει μια ποινικοποίηση της κίνησης σε ελεύθερους χώρους. Το βλέπουμε αυτό στην ένταση με την οποία επιτηρούνται πλέον οι δημόσιοι χώροι. Αυτό με ενοχλεί πάρα πολύ. Πολλές φορές νιώθω ότι όταν κινούμαι στην πόλη ότι με κοιτάζουν σαν ύποπτο – όχι οι άνθρωποι, οι κάμερες...

Είχα πάει για πρώτη φορά στο Βερολίνο, το ’79 ή το ’80, με κάποιο φίλο και, όταν μπήκα για πρώτη φορά σε ένα βερολινέζικο σούπερ μάρκετ, έπαθα πολιτισμικό σοκ. Η Αθήνα φάνταζε μια μεγάλη επαρχιακή πόλη με μαγαζάκια και μπακάλικα. Δεν λέω ότι αυτό είναι δείγμα πολιτισμού. Απλώς εκσυγχρονιστήκαμε, με ό,τι συνεπάγεται αυτό. Εκσυγχρονιστήκαμε όμως σε ένα επιφανειακό επίπεδο. Μπορεί να βελτιώθηκαν τα κτήρια, τα αυτοκίνητα ή το ντύσιμο των ανθρώπων, να βλέπεις πιο φανταχτερές βιτρίνες, αλλά ο εκσυγχρονισμός δεν είναι αυτό. Η ελληνική κοινωνία παραμένει κατά το μάλλον ή ήττον βαθιά συντηρητική, θρήσκα, μισαλλόδοξη. Η ψυχική ποιότητα της πόλης δεν έχει αλλάξει. Έχει αλλάξει το μακιγιάζ της. Χρυσοστόλιστο με glitter.

Δουλεύω για το «Destroy Athens», όπως και άλλοι άνθρωποι. Ο Pooka Yio, ο Αυγουστίνος Ζενάκος και η Ξένια Καλπακτσόγλου. Προσπαθώντας να βοηθήσω κι εγώ με τον τρόπο μου στο κομμάτι της επικοινωνίας, κατάλαβα ότι ο τίτλος Destroy Athens είναι ένα θετικό μήνυμα, παρά την αρνητικότητά του. Το Destroy Athens δεν αναφέρεται σε μια πραγματική καταστροφή μιας πόλης, αλλά στην καταστροφή ενός στερεοτύπου που έχει να κάνει με όλες αυτές τις έννοιες που γεννήθηκαν εδώ.

Γενικότερα υπάρχει πλέον ένα δυναμικό νέων δημιουργών στην πόλη, είτε αυτοί είναι καλλιτέχνες είτε designers είτε ηθοποιοί, οι οποίοι προσπαθούν να εκφραστούν. Από ’κεί και πέρα υπάρχει για μένα ένα πολύ γενικό ζήτημα, το οποίο το θέτω πάντα στον εαυτό μου όταν θέλω να είμαι τίμιος μαζί του και σοβαρός απέναντι στα πράγματα. Δεν πιστεύω ότι καμία παρέμβαση, όσο ριζοσπαστική κι αν φαίνεται ή θέλει να είναι, δεν μπορεί να έχει αποτέλεσμα μέσα στο γενικότερο πλαίσιο στο οποίο ζούμε.

Στην Ελλάδα μοιάζουν να είναι όλοι κομφορμιστές. Κάτι που με ενοχλεί στα νεότερα παιδιά είναι που περιμένουν να ενταχθούν σε ένα σύστημα. Δεν δρουν από μόνοι τους, ως υποκείμενα που θα μπορούσαν να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους. Έτσι, δεν υπάρχει δημόσιος διάλογος. Γίνονται όλα σε επίπεδο κουτσομπολιού ή θαψίματος. Όταν θες να μπεις σε ένα σύστημα είναι φυσικό να μη θέλεις να δαγκώσεις το χέρι που σε ταΐζει.

Το σημαντικό είναι να διατηρείς μέσα σου την πεποίθηση ότι μπορεί πράγματι να γίνει κάτι διαφορετικό, και όχι να πιστεύεις ότι ΟΚ, έτσι είναι και δε γαμιέται, το θέμα είναι να περνάμε καλά! Τη μισώ αυτή τη φράση. Δεν είμαι καθόλου ασκητικός τύπος, είμαι ηδονοθήρας και ηδονιστής, αλλά είναι διαφορετικό πράγμα αυτό από το να λες πως το θέμα σε αυτή τη ζωή είναι να περάσουμε καλά. Κι αυτή είναι και η λογική της διαφήμισης. «Πρέπει» να φαίνεται ότι περνάς καλά, γιατί έτσι θα μπορείς και να συνεχίσεις να καταναλώνεις. Το έχει πει καλύτερα ο Χορκχάιμερ. Είναι σαν να σε καλούν σε ένα πλούσιο γεύμα αλλά να σε αφήνουν να διαβάσεις μόνο το μενού.

Οι εκδόσεις FUTURA ξεκίνησαν το 1995, από κοινού με μια φίλη και πρώην συνάδελφο, η οποία με βοήθησε να βγάλω το περιοδικό. Είχαμε βγάλει τότε τρία τεύχη. Θέλαμε να βγάλουμε ένα εναλλακτικό περιοδικό που να κυκλοφορεί και στα περίπτερα. Δεν τα καταφέραμε, με την έννοια ότι ήταν ένα περιοδικό πολύ παράξενο για να έχει την ανταπόκριση που χρειαζόταν για να μπορέσουμε να συνεχίσουμε. Είναι όμως η μεγάλη μου αγάπη. Το FUTURA έχει βγάλει μέχρι τώρα εννιά τεύχη· σταμάτησε να βγαίνει εδώ και δυόμισι χρόνια για οικονομικούς λόγους. Αλλά με «τρώει» μέσα μου, και πιστεύω ότι σύντομα θα μπορέσω να το συνεχίσω. Πιστεύω ότι ήταν πολύ πρωτοποριακό για την εποχή του στον τομέα της πολιτισμικής κριτικής. Συζήτησε θέματα που είναι τρελά επίκαιρα, όπως η βιοτεχνολογία, το surveillance, τα δίκτυα και η υπερπληροφόρηση, η μεταμοντέρνα τρομοκρατία. Κρίνω ότι είχε μια αποτυχία όσον αφορά στο εμπορικό κομμάτι, αλλά μια μεγάλη επιτυχία όσον αφορά στην επιδραστικότητά του. Από το 1998 περίπου άρχισα να δουλεύω με καλλιτέχνες και να βγάζω βιβλία σύγχρονης τέχνης, και παράλληλα να εκδίδω τα βιβλία που με ενδιέφεραν πάντα. Βιβλία που έχουν να κάνουν με την πολιτική, την πόλη, τη φιλοσοφία.

Κάποια στιγμή η εμπλοκή μου με τη σύγχρονη τέχνη με οδήγησε να βγάλω ένα περιοδικό Free Press, το GAP (Greek Art Project), από τον Ιανουάριο του 2005 μέχρι τον Μάρτιο του 2006, το οποίο κυκλοφόρησε επτά τεύχη και ήταν μεγάλη οικονομική αποτυχία για εμένα – έχω φαίνεται αυτή την τάση. Η ιδέα του ήταν να στηρίζεται σε projects καλλιτεχνών και σε μία βιωματική επισκόπηση του τι συμβαίνει στο χώρο της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα, και να δώσει βήμα έκφρασης σε νέα παιδιά. Το εγχείρημα όμως ήταν ακριβό, γιατί έπρεπε να τυπώνω 5.000 έγχρωμα περιοδικά το δίμηνο, από τα οποία δεν είχα κανένα έσοδο.

Όταν τελείωσε το GAP, μου την έδωσε και ήθελα να «απαντήσω». Έβγαλα λοιπόν το «Μανιφέστο» –πάλι free press–, με μότο «Φιλοσοφία-Τέχνη-Πολιτική», που το σταμάτησα αμέσως μετά το πρώτο τεύχος.

Βρίσκομαι σε μια γενική σκέψη αναδιοργάνωσης της δουλειάς μου γενικότερα, και προσπαθώ αντί να κάνω τρία διαφορετικά πράγματα να ρίξω το βάρος σε ένα. Το FUTURA – το αγαπημένο μου. Με προοπτική να γίνει εξαμηνιαίο στην ίδια μορφή που είχε –σαν βιβλίο– το οποίο αναγκαστικά θα πωλείται, γιατί η παραγωγή του είναι πολύ ακριβή· θα ήθελα να μαζέψω όλες αυτές τις ιδέες που έβγαλα σε διάφορα έντυπα και να τα βάλω μέσα στο FUTURA.

Ζούμε σε οικονομικά δύσκολους καιρούς, οπότε ο καθένας μαζεύεται. Κι εγώ «συγκρατώ δυνάμεις» για να μπορέσω να κάνω κάποια πράγματα και... βλέπουμε! Αλλά διατηρώ πάντα την αισιοδοξία μου.