Εικονογράφηση: Dreyk the Pirate
Εικονογράφηση: Dreyk the Pirate

 

Η ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά Miss Violence θριάμβευσε στο Φεστιβάλ της Βενετίας, αποσπώντας τον Αργυρό Λέοντα, τιμή που ο ελληνικός κινηματογράφος είχε να δει από το 1980, όταν ο Θόδωρος Αγγελόπουλος είχε φύγει με τον Χρυσό Λέοντα για τον Μεγαλέξανδρο. Έτσι, ο Αβρανάς, ο οποίος μάλιστα ήταν εκείνος που μέχρι την τελευταία στιγμή κινηματογραφούσε το making off της ανολοκλήρωτης ταινίας του αείμνηστου δημιουργού, πριν ο τελευταίος χάσει ατυχώς τη ζωή του στην άσφαλτο, είναι σαν να παίρνει κυριολεκτικά τη σκυτάλη της διεθνούς αναγνώρισης από τον αποθανόντα!

 

Η περίπτωση του Αγγελόπουλου ήταν μοναδική, και παρόλο που τον ταύτιζαν με τον άλλοτε «Νέο Ελληνικό Κινηματογράφο» της πολιτικοποιημένης γενιάς σκηνοθετών της χούντας και της Μεταπολίτευσης, τίποτα δεν τον συνέδεε με τους υπόλοιπους ομότεχνούς του, πέρα από ένα συγκυριακό timing δημιουργίας. Αντιθέτως, ο Αλέξανδρος Αβρανάς, τόσο στυλιστικά όσο και θεματικά, συμβαδίζει απολύτως με το πρόσφατο κινηματογραφικό κύμα που σηκώθηκε, παράλληλα με την κρίση, από μια χούφτα συνομηλίκων του Ελλήνων κινηματογραφιστών, το οποίο ο διεθνής Τύπος βάφτισε «Weird Wave», δηλαδή «αλλόκοτο κύμα».

 

Ο όρος οφείλεται στις ταινίες του Γιώργου Λάνθιμου (Κινέττα, Κυνόδοντας, Άλπεις), της Αθηνάς Τσαγγάρη (Attenberg), του Φίλιππου Τσίτου (Άδικος Κόσμος), του Σύλλα Τζουμέρκα (Χώρα Προέλευσης), του Μπάμπη Μακρίδη (L), του  Έκτορα Λυγίζου (Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού) και τώρα πια του Αβρανά. Ο κριτικός κινηματογράφου της LifΟ, Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος, εξηγεί: «Όλες αυτές οι ταινίες είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα μιας νεότερης γενιάς δημιουργών, που ενώ δεν ήταν συνεννοημένοι ή απόφοιτοι συγκεκριμένης σχολής ή μέντορα, συντονίστηκαν στην τεθλασμένη απεικόνιση μιας χώρας σε κρίση. Ξένοι προγραμματιστές φεστιβάλ και σινεφίλ με "μάτι" παρατηρούν ένα ρεύμα που μιλάει για μια Ελλάδα όχι του περιθωρίου (όπως, ας πούμε, σε κάποιες από τις ταινίες του Γιάνναρη), αλλά στο περιθώριο των τουριστικών μνημείων, των ηλιόλουστων καλοπερασάκηδων και των αρχαϊκών κλισέ περί κλασικής τραγωδίας και διασκευής των μύθων. Όπως γεννήθηκε το αμερικανικό φιλμ νουάρ, με συντεταγμένες, κοινές στυλιστικές αναφορές και αρχέτυπα χαρακτήρων, κάτι που ανακάλυψαν οι Γάλλοι θεωρητικοί βλέποντας τις ταινίες μαζεμένες μετά τον πόλεμο, ή οι περιπέτειες με τον Γκοτζίλα, τον Μόθρα και τα λοιπά τέρατα, ως αντίδραση των Ιαπώνων μετά τον πυρηνικό όλεθρο. Κατ' αναλογία, το λεγόμενο "αλλόκοτο ελληνικό σινεμά" είναι η απάντηση μιας γενιάς κινηματογραφιστών σε μια καταπίεση, σε μια κρίση, και κυρίως σε έναν φόβο. Οι αποχρώσεις του φόβου (από τον τρόμο του θανάτου μέχρι την έντονη κοινωνική επισφάλεια) είναι το κλειδί σε ενορχηστρωμένες προτάσεις τέχνης με νόημα. Η ανεξέλεγκτα βίαιη Αμερική είναι αυτουργός του φιλμ νουάρ. Το καθωσπρέπει κατεστημένο φέρνει τους αντιήρωες του σινεμά των '70s, αμέσως μετά τον χιπισμό. Ο πόλεμος φέρνει τον ρεαλισμό στην Ευρώπη. Οι δύο βόμβες οδηγούν στον Γκοτζίλα. Η Ελλάδα της ένδειας, της καταπίεσης και της χάρτινης ευμάρειας εμπνέει κινηματογραφιστές σε μια σειρά ταινιών που μιλάνε, με άλλα λόγια, για το ίδιο πράγμα: ότι οι Έλληνες συγκαλύπτουν συνωμοτικά τα προβλήματα μέσα στην οικογένεια, τη γειτονιά, την κοινότητα. Η αήθεια της εξουσίας του πατέρα και του κράτους τραυματίζει και σκοτώνει τα παιδιά».

 

 

Θα πεις κανείς, ο κινηματογράφος, ως μορφή τέχνης, ανέκαθεν αυτές τις αρχετυπικές θεματικές καλούνταν να φωτίσει και να (επι)κρίνει. Τη «σκοτεινή» και ανομολόγητη πλευρά του κοινωνικού μας προσωπείου. Τι κάνει, όμως, αυτούς τους νέους Έλληνες δημιουργούς να κατασκευάζουν τόσο γκροτέσκες ταινίες, ενίοτε με ακατάληπτους διαλόγους, εμμονή στη βία και στις ενδοοικογενειακές δυσλειτουργίες, μεταμοντέρνους συμβολισμούς και μπρεχτικές αντι-κινηματογραφικές ερμηνείες; Όλα αυτά που έκαναν δύο χρόνια πριν τον Στιβ Ρόουζ της «Guardian» να αναρωτηθεί: «Είναι απλώς σύμπτωση ότι η πλέον μπερδεμένη χώρα του κόσμου φτιάχνει τον πιο μπερδεμένο κινηματογράφο του κόσμου;».

 

Ο πρώην διευθυντής της εφημερίδας του Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης «Πρώτο Πλάνο» Σωτήρης Ζήκος δίνει τη δική του ερμηνεία: «Στην εποχή μας, για να εγκριθεί και να συμμετάσχει μια ταινία σε διεθνή φεστιβάλ πρέπει να έχει δυνατό θέμα, στόρι με σύγχρονη δυναμική. Η τεχνική αρτιότητα και ποιότητα αλλά και το στυλιζάρισμα είναι εύκολο να επιτευχθούν πια με την ψηφιοποίηση της τεχνολογίας, όσον αφορά τη δημιουργία εικόνων. Εξάλλου, η διαφήμιση έχει κατακτήσει αυτό το επίπεδο προ πολλού και έχει επιβάλει παγκοσμίως την αισθητική της. Ταινίες, λοιπόν, όπως ο Κυνόδοντας του Γιώργου Λάνθιμου και το Attenberg της Αθηνάς Τσαγγάρη θεωρήθηκαν ότι είχαν θέμα με δυναμική πέρα από την πρόκληση, εξού και η τελευταία πήρε και βραβείο σεναρίου, παρόλο που δεν μπορούμε να ορίσουμε με σιγουριά το θέμα της. Ποιο είναι το θέμα της; Η γυναικεία σεξουαλικότητα; Με μια προσέγγιση διαφορετική; Όχι φλύαρη, αλλά σχεδόν βουβή, "μιμητική", αναπαραστατική με την έννοια της περφόρμανς; Στον Κυνόδοντα το ενδιαφέρον είναι, νομίζω, η γόνιμη δραματουργικά βασική ιδέα του εγκλεισμού κάποιων παιδιών κυρίως σε ένα σύγχρονο, "αστικό" (;) οικογενειακό περιβάλλον, στην κυριολεξία μια δραματική συνθήκη από την οποία μπορούν να προκύψουν πολλαπλά αφηγηματικά συμβάντα και μοτίβα και σε διαφορετικές συνθέσεις που ο Λάνθιμος είχε την εξυπνάδα, στη δική του εκδοχή (γιατί θα μπορούσαν να αναπτυχθούν πολλές και διαφορετικές πάνω σε αυτή την ιδέα), με μια φόρμα λιτή, "αντιδιαφημιστική", να αφήσει ανοιχτά σε μεταφορικές-συμβολικές ερμηνείες. Υπήρξαν ξένοι που είδαν στην ταινία, μεταξύ άλλων, και τις ενδοοικογενειακές ρίζες της ελληνικής εσωστρέφειας σε συνάρτηση με το θέμα της ελληνικής κρίσης. Από την άποψη αυτή, δεν είμαι καθόλου σίγουρος αν η όποια αποδοχή της ταινίας Το αγόρι τρώει το φαγητό του πουλιού στο εξωτερικό –παρότι εκτιμώ την τόλμη της ως έργου "εναλλακτικού" και απολύτως λιτού ως προς τα μέσα και την ανάπτυξή του– οφείλεται στις καθαρά κινηματογραφικές της ποιότητες και όχι απλώς σε μια παρεξήγηση, ότι το θέμα της είναι η πείνα (εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα του Κνουτ Χάμσουν) και πάλι σε σχέση με την ελληνική κρίση. Αν, δηλαδή, θα την έβρισκαν ενδιαφέρουσα σε μια οποιαδήποτε άλλη συγκυρία ή αν, απλώς, θεωρούν ότι έρχεται να προστεθεί στο σερί "weird wave". Είναι επίσης πολύ χαρακτηριστικό ότι άφησε αδιάφορο το ελληνικό κοινό – ποιο κοινό; Σαν να πρόκειται για άλλη μια ταινία στη σειρά ταινιών που γίνονται για να πάνε έξω».

 

Ο Κυνόδοντας, παρ' όλες τις φεστιβαλικές του βραβεύσεις και την υποψηφιότητα για Όσκαρ, ενόχλησε ένα τμήμα του ελληνικού κοινού, που έφτασε να μιλήσει για νοσηρές φαντασιώσεις ενός «ανθέλληνα» σκηνοθέτη. Ο Κουτσογιαννόπουλος σχολιάζει: «Η αρνητική εικόνα της Ελλάδας τα τελευταία χρόνια ταιριάζει ταμάμ με το νέο ρεύμα του ελληνικού σινεμά, τουλάχιστον όπως το βλέπουν οι ξένοι – διότι πάρα πολλοί Έλληνες οργίζονται με οτιδήποτε "ανθελληνικό" εκπροσωπείται η χώρα μας στο εξωτερικό. Τα φεστιβάλ δεν επιχαίρουν για τις ταινίες αυτές, δεν επιβεβαιώνουν πόσο σκάρτοι μπορεί να είμαστε όταν βλέπουν πως κάποιος Έλληνας καταφεύγει σε φόνους και αιμομιξία για να αφηγηθεί μια ιστορία. Το ερμηνεύουν μεταφορικά, και καλά κάνουν».

 

Αλλά ποιο είναι το μέλλον αυτού του «αλλόκοτου κύματος»; Ο Κουτσογιαννόπουλος διαπιστώνει το εξής: «Οφείλουν να αναπτυχθούν γρήγορα και να προχωρήσουν, για να αποφύγουν την ταμπέλα. Η ταξινόμηση βολεύει πάντα τους δημοσιογράφους, που ενεργούν πολλές φορές σαν ατακαδόροι ιστορικοί του παρόντος, και εξίσου βιαστικά και μοχθηρά μετατρέπουν την παντιέρα σε ρετσινιά. Το πρόγραμμα "City to City" στο Φεστιβάλ του Τορόντο, που φέτος επικεντρώνεται στην Ελλάδα, είναι, νομίζω, η επισημοποίηση του νέου ρεύματος. Από δω και πέρα, επιβάλλεται η αναχώρηση σε διαφορετικά μονοπάτια».