Τάκης Λεμονής

Έχει ένα από τα πιο δύσκολα αφεντικά στην Ελλάδα. Όχι τον Σωκράτη Κόκκαλη, αλλά το πιο απαιτητικό και από στυγνό καπιταλιστή υπερ-manager ποδοσφαιρικό κοινό του Ολυμπιακού. Και παράλληλα κουβαλάει πάνω στο αλά Μουρίνιο παλτό του το βάρος της χλεύης. Πριν από χρόνια προσπάθησε να πάει από το δημοτικό της προπονητικής κατευθείαν στην πανεπιστημιακή έδρα. Φυσικά απέτυχε και του κόλλησε και το ειρωνικό Sir Takis σαν τσίχλα στο παλτό. Επέστρεψε, αγνόησε τη χλεύη ως τίμημα της δεύτερης ευκαιρίας και γιορτάζει το 2008 με τον Ολυμπιακό στις 16 καλύτερες ομάδες της Ευρώπης και πρωτοπόρο στην Ελλάδα. Sir δεν θα γίνει ποτέ. Προπονητής, όμως, μάλλον έγινε.

Σωτήρης Νίνης

Ήρθε στην ποδοσφαιρική ζωή μας ξαφνικά. Ο πιτσιρικάς που γεννήθηκε στην Αλβανία δεν είναι μόνο ό,τι πιο κοντινότερο διαθέτει σε εμφάνιση emo το ελληνικό ποδόσφαιρο. Πάνω απ' όλα, είναι πρωταγωνιστής μιας sexy ιστορίας. Πέρσι τέτοιον καιρό πλησίασε τους 16χρονους φίλους του, ball boys και αυτοί στον Παναθηναϊκό, και τους ανακοίνωσε το ξεκίνημα του παραμυθιού: «Σήμερα παίζω βασικός». Έπαιξε. Με πάθος ανάλογο της εφηβικής ηλικίας του, ωριμότητα 30άρη και τεχνική που στο ελληνικό ποδόσφαιρο εμφανίζεται κάθε 10ετία, έγινε μια λατρεμένη καινοτομία. Και όπως συμβαίνει πάντα με αυτές, ακολούθησε η μόδα. Μπορεί ο ίδιος να μην παίζει πολύ φέτος -αφού χρησιμοποιήθηκε λαίμαργα και ανεύθυνα από τον Παναθηναϊκό- αλλά η σάπια λογική του ακριβοθώρητου, αλλά τελικά φθηνού, ποδοσφαίρου πως «τα ταλέντα ωριμάζουν μέχρι τα 27 τους» αναθεωρήθηκε. Αξία ανεκτίμητη.

Ριβάλντο

Οι γκριμάτσες πόνου μέσα στο γήπεδο, όταν τα γέρικα κόκαλά του πιέζονται, μαρτυρούν την ηλικία του. Ο Ριβάλντο δεν θα μπορούσε να παίξει απαιτητικό ποδόσφαιρο σε κανένα επίπεδο ανταγωνισμού ευρωπαϊκού πρωταθλήματος. Στην Ελλάδα, όπου το κοντρόλ με τη δεύτερη είναι επιτυχία, μπορεί. Και δεν κάνει μόνο αυτό η μεγαλύτερη (όχι ηλικιακά) ποδοσφαιρική φιγούρα που καταδέχτηκε τα γήπεδά μας. Είναι ικανός, ακόμα και τρίζοντας με πόνο τα πορσελάνινα δόντια του, να παίξει ρόλο, να διχάσει -για λίγο- τη σχέση οπαδών και διοίκησης Ολυμπιακού, να δώσει υπόσταση σε μια φανέλα που χάνει το βάρος της, ακόμα και να κερδίσει ένα πρωτάθλημα με την τίμια ΑΕΚ του γυμνασιάρχη των '60s (σε εμφάνιση και συμπεριφορά) Σέρα Φερέρ. Το λέει και ο ίδιος με μια αλαζονεία που στην περίπτωσή του μοιάζει με αυτογνωσία: «Όπου πάω, παίρνω πρωτάθλημα».

Ζέλικο Ομπράντοβιτς

Πριν έρθει στα μέρη μας, όταν απολάμβανε τη ζωή στη Βαρκελώνη, τον λέγαμε «Γκαστόνε». Ακολουθώντας τον αλάνθαστο αφορισμό της απαξίωσης όποιου δεν μπορούμε να κερδίσουμε, στη μυωπική Ελλάδα θεωρούσαμε τους τίτλους του αποτέλεσμα τύχης. Όταν μετακόμισε στο Κολωνάκι, αναθεωρήσαμε. Η τύχη πάει με τους ισχυρούς, αλλά στην περίπτωσή του δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και τα σφιγμένα δόντια του σε κάθε φάση, το ότι μπορεί το βράδυ να τα πίνει με τους παίκτες του και στο hang over την επόμενη μέρα να τους παίρνει το 100%. Είναι και άλλος ένας ευρωπαϊκός τίτλος του μέσα στο 2007, με τον Παναθηναϊκό στο μπάσκετ, που κάνει τα επιχειρήματα υπέρ του ακόμα πιο ισχυρά. Τελικά, τύχη είναι μόνο ότι ήρθε στην Ελλάδα.

Ότο Ρεχάγκελ

Οι εμμονές του είναι σχεδόν όσες θα είχε κάθε άνθρωπος στα 70 του. Το χιούμορ του επικίνδυνα γερμανικό, σχεδόν αδιόρατο. Η βαφή των μαλλιών του προδοτική. Το ποδόσφαιρο της ομάδας του ελκυστικό όσο και ο ρεαλισμός. Και τα αποτελέσματά του; Αποστομωτικά. Ο Ότο Ρεχάγκελ δεν ήθελε πολύ να μας καταλάβει. Είδε την παράνοια των παραγόντων, τον πολύχρωμο Τύπο με τη μνήμη χρυσόψαρου, τους καλοζωισμένους παίκτες με τον φραπέ αγκαλιά, και αποφάσισε να επιβάλλει το νόμο του: My way or the highway. Ακολουθήσαμε το δρόμο του. Και βρεθήκαμε σε μια περίεργη λεωφόρο: Πρωταθλητές Ευρώπης, με δεύτερη συμμετοχή στο Euro, σοφότεροι σε ό,τι αφορά τις κρίσεις μας, έστω και ενίοτε ταπεινωμένοι από τα αποτελέσματα. Ακόμα και αν οι Γιακουμάτος και Τραγάκης -που έχουν λύσει όλα τα προβλήματα του τόπου και διασκεδάζουν με την μπάλα πλέον- διαφωνούν, είναι μια απολαυστική περίπτωση.