#quote#Κάποια στιγμή πιστέψαμε πως το Φεστιβάλ φέτος δεν θα γίνει κι εσείς, επίσης, στη συνέντευξη Τύπου, αναφερόμενος σε πολλές παραστάσεις, είπατε ότι «ελπίζετε» πως θα γίνουν...

Όπως έχω ξαναπεί, τα μισά χρήματα της περσινής επιχορήγησης δεν μας τα έχουν δώσει. Αφού δεν έχουμε ξεπληρώσει τους περσινούς, γιατί να υπογράψω με φετινούς; Εγώ υπογράφω, άρα είμαι υπόλογος και υπόδικος. Θεωρώ πολύ σωστό να ξεκινήσουμε να κάνουμε κάτι, αφού έχουμε τακτοποιήσει τις υποχρεώσεις μας. Όχι να πάμε φλου με το «κάτι θα γίνει, η Ελλάδα θα πάει μπροστά» και όλες αυτές τις σαχλαμάρες. Προσωπικά, δεν με πειράζει, αν δεν έχουμε λεφτά δεν θα το κάνουμε. Ας πούμε, τώρα έχω μπροστά μου χαρτιά που μου έχουν σταλεί από τη Γερμανία και με ρωτούν αν μπορούμε να στείλουμε έναν μήνα πριν από τις παραστάσεις το 80% του ποσού. Ποτέ δεν μου έχει συμβεί αυτό. Γιατί μου το λένε; Επειδή φοβούνται πως δεν θα έχουμε να τους πληρώσουμε.

 

 

Οι ξένοι δεν είναι, όμως, περισσότερο συγκαταβατικοί; Δεν θέλουν να βοηθήσουν;

Εξαρτάται για ποιους ξένους μιλάς. Οι ηθοποιοί είναι πολύ συγκαταβατικοί. Οι διευθυντές των θεάτρων σκέφτονται τι συμβόλαιο θα κάνουν. Είναι η δουλειά τους. Εκτός κι αν προκύψει μια απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της πόλης που επιχορηγεί, του υπουργείου Πολιτισμού της άλφα χώρας που θα πει, «ξέρεις τις πέντε αυτές ημέρες τις χαρίζουμε στην Ελλάδα». Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται, γιατί υπάρχουν πολλές άλλες χώρες στον κόσμο όπου η κατάσταση είναι πολύ χειρότερη.

 

Είναι το πρώτο Φεστιβάλ που γίνεται υπό συνθήκες κρίσης;

Νομίζω πως ναι. Αυτό που λέω είναι πως δεν ευθύνεται μόνο η κρίση αλλά και η κακή διαχείρισή της. Μια κρίση, για να ξέρεις να τη διαχειριστείς, πρέπει να τη βιώσεις καιρό. Στη ζωή τα πάντα τα μαθαίνεις. Όταν για πρώτη φορά βρίσκεσαι αντιμέτωπος μ’ ένα πράγμα που σε χτυπάει στη μούρη ξαφνικά, ε, δεν ξέρεις πώς να το αντιμετωπίσεις. Όλοι κάνουμε λάθη. Κι εγώ παίρνω αποφάσεις που μπορεί να μην είναι σωστές. Ορισμένα πράγματα σιγά σιγά τα μαθαίνεις. Επί παραδείγματι, για τις περισσότερες παραστάσεις που θα γίνουν στην Επίδαυρο φέτος δεν πληρώνουμε εμείς. Φρόντισαν μόνοι τους οι εκάστοτε παραγωγοί να βρουν λεφτά. Η κρίση είναι πιο δύσκολη εδώ, γιατί έχουμε και την τάση να μην κάνουμε καλή διαχείριση εν γένει - έχουμε και μια δυσκολία στο να τη μάθουμε.

 

Το Φεστιβάλ πώς διαχειρίστηκε την κρίση;

Απ’ όταν ξεκίνησε η σεζόν, τον Σεπτέμβριο, είχα πει ότι αν δεν πάρω τα περσινά λεφτά, δεν επρόκειτο να οργανώσω το φετινό φεστιβάλ, διότι κανείς δεν μπορεί να μου εγγυηθεί ότι θα πάρω τα χρήματα και γι’ αυτό. Αντί, δηλαδή, να βρίσκομαι χρεωμένος γι’ αυτά που έκανα το ’11, θα βρεθώ χρεωμένος γι’ αυτά που έκανα το ’11 και το ’12. Οι περισσότεροι μου είπαν «μη στενοχωριέσαι, το κανονίζουμε», και άλλα τέτοια. Μέχρι τώρα, δεν έχει κανονιστεί τίποτα. Ακούω όλο και πιο καλά λόγια, συμπαθητικά και πιο ζεστά, αλλά πάντα λόγια. Από τη στιγμή που θα γίνουν έργα, θ’ αρχίσω να βλέπω τα πράγματα διαφορετικά, να πληρώνω κάποιους από τους περσινούς, ίσως να δώσω και κάποιες προκαταβολές σε αυτούς που είναι απαιτητικοί. Ορισμένες φορές, όταν παραείναι απαιτητικοί, λέω «άι στο διάολο» -γιατί σε πιάνει και το εθνικιστικό σου-, «να μην έρθετε ποτέ». 

 
 

Σας πιάνει εσάς αυτό;

Πάρα πολλές φορές. Το αίμα νερό δεν γίνεται. Από την άλλη πλευρά, θα είδατε ότι υπάρχουν πάρα πολλές παραστάσεις που γίνονται από νέα παιδιά, τα οποία δεν ζητούν πολλά λεφτά. Ας πούμε, τους μεγαλύτερους, όχι μόνο από άποψη ηλικίας αλλά και αυτούς που έχουν ένα θέατρο, επιχορήγηση, δεν θεώρησα πως πρέπει να τους βοηθήσω. Θέλησα να το κάνω για όσους δεν έχουν. Έτσι, λοιπόν, έδωσα σε νέα παιδιά τη δυνατότητα να κάνουν κάτι. Τα εκτίμησα πάρα πολύ και είναι όλα συμπαθέστατα. Και φυσικά, οι μεγαλύτεροι δεν το κατάλαβαν. Γιατί θέλουν πάντα να είναι μέσα. Δεν επιθυμούν ν’ αφήσουν χώρο και στους μικρούς.

 

Υπάρχουν και μεγάλα ονόματα που συμμετέχουν φέτος.

Σαφώς και υπάρχουν. Καταρχάς, η επιλογή του Λευτέρη Βογιατζή με τον Αμφιτρύωνα του Μολιέρου δεν είναι δική μου, είναι του Εθνικού, γιατί με αυτή την παράσταση έρχεται. Αυτό δεν σημαίνει, φυσικά, πως δεν θα έκανα εγώ τέτοια επιλογή - τον αγαπώ πολύ το Λευτέρη. Και του Δημήτρη Παπαϊωάννου η επιλογή όμως δεν ήταν δική μου, μου το πρότεινε ο ίδιος πριν από λίγο καιρό, τελευταία στιγμή. Με παίρνει τηλέφωνο και μου προτείνει «θέλω να κάνω κάτι». Του απαντώ, «εμείς δεν έχουμε πολλά λεφτά» και μου λέει, «θα τα βρούμε». Οπότε, πολλοί είναι που θέλουν να κάνουν κάτι για το φεστιβάλ, επειδή το αγαπούν. Κι αυτό εμένα μου δίνει πολύ μεγάλη χαρά.

 

Έτσι όμως επηρεάζεται η ποιότητα του Φεστιβάλ, αφού δεν είναι υπό τον έλεγχό σας αυτό που κάνουν όσοι αυτοπροτείνονται;

Καθόλου, γιατί ακόμη και γι’ αυτό που επιλέγεις δεν μπορείς να είσαι σίγουρος. Για παράδειγμα ο «Γιάννης», που κάνει πάντα καλή δουλειά, μετά από 4-5 χρόνια με αριστουργήματα, μπορεί να κάνει τώρα μία μπούρδα. Αυτό είναι το μυστήριο της creation artistique, που λέμε κι εμείς. Φυσικά, όμως, έχεις κατά νουένα σωρό πράγματα που έχεις δει, έχεις ακούσει, έχεις διαβάσει και ξέρεις ποιοι είναι αυτοί που επιλέγεις, τι έχουν κάνει και πώς έχουν συμπεριφερθεί μέχρι τώρα. Ξέρεις ποιο είναι το ποσοστό σοβαρότητας στη δουλειά τους, οπότε κάνεις τις επιλογές σου σε σχέση με αυτό το σκεπτικό.

 

 

Πόσες προτάσεις είχατε για φέτος;

Για το ελληνικό θέατρο 187. Πάρα πολλές, ίσως πιο πολλές απ’ όσες έχουν η Αβινιόν, το Σάλτσμπουργκ και το Εδιμβούργο μαζί. Όλοι θέλουν να κάνουν κάτι. Και, πολλές φορές, χωρίς να έχουν κάνει κάτι άλλο. Αυτό είναι τρομερό και ταυτόχρονα συμπαθητικό. Λες, κοίτα, ρε παιδί μου, μια ζούρλα που έχει ο κόσμος - θετική, βέβαια.

 

Τα κριτήριά σας ποια είναι;

Κοίταξε. Φέτος τα κριτήριά μου ήταν να μην ξοδέψω λεφτά.

 

Πάντοτε υπάρχει στην Ελλάδα η υπόνοια ότι είναι ένα σύστημα που ευνοεί τους κολλητούς.

Ναι, το ξέρω. Έχω ακούσει και χειρότερα, ότι ορισμένους τους φέρνω γιατί περνούν από το πρακτορείο μου στην Ελβετία. Oρισμένοι άνθρωποι που δεν έχουν κάνει κάτι σημαντικό ή ελάχιστα ή τίποτα στη ζωή τους, επειδή υπάρχει αυτός ο τυπικός ελληνικός ιός που λέγεται «οξεία ψωνίτις», στα εβδομήντα συνεχίζουν να κάνουν προτάσεις. Επειδή θεωρούν ότι το θέατρο δεν υπάρχει χωρίς αυτούς. Και οι οποίοι, μετά την πέμπτη φορά που θα τους αρνηθείς, αφού βέβαια ρωτήσεις τι θέλουν να κάνουν, γίνονται και υβριστικοί, απειλητικοί. «Ξέρεις ποιος είμαι εγώ» κ.λπ. Υπάρχουν και τέτοια. Δεν γίνονται συχνά, αλλά υπάρχουν.

 

Σας έχει συμβεί ποτέ να σας πει κρατικός παράγοντας να βάλετε κάποιον στο πρόγραμμα;

Μου έχει συμβεί κάνα δυο φορές, αλλά, ομολογώ, λιγότερο απ’ ό,τι πίστευα. Αλλά επειδή είχα υποστήριξη και από τις δύο κυβερνήσεις, το ξέρανε και δεν πολυτολμούσαν.

 

Γιατί δεν εξάγουμε τόσο πολύ θέατρο έξω; Δεν είναι λίγο παράδοξο;

Είναι. To μόνο που πήγε έξω και είχε επιτυχία ήταν ο Μαρμαρινός, με το Πεθαίνω σαν χώρα. Και στο Βέλγιο και στη Γαλλία και στη Βιέννη και παντού. Επίσης, άλλο που δεν εξάγουμε καθόλου είναι η μουσική. Δηλαδή, έχουμε εδώ τρεις-τέσσερις που θα μπορούσαν να κάνουν στο εξωτερικό καριέρα ανάλογη με της Cesaria Evora.

 
 

Έξι χρόνια τώρα που έχετε αυτήν τη θέση, σε τι πιστεύετε ότι έχετε γίνει σοφότερος;

Δεν ξέρω σε τι έχω γίνει σοφότερος. Αυτό που μου έχει κάνει μεγάλη εντύπωση είναι πως βλέπω στην καλλιτεχνική δημιουργία των νέων να υπάρχει ενθουσιασμός, ταλέντο, αισιοδοξία που δεν βλέπω τόσο εύκολα έξω. Ελπίζω να είμαι αντικειμενικός και να μην υπάρχει αυτή η υποκειμενική προσέγγιση που έχει να κάνει με το γεγονός πως είμαι ένας Έλληνας του εξωτερικού που γυρίζει στα πάτρια εδάφη. Αλλά μου το λένε και σκηνοθέτες απέξω, κυρίως για τους νέους. Το θεωρούν θετικό και σημαντικό.

 

Το κοινό εμπιστεύεται τους νέους ;

Νομίζω πως ναι. Μεταξύ τους αρχίζει πάντα και μετά έρχονται και οι άλλοι. Υπάρχει κι ένα κοινό που επιθυμεί κλασικά πράγματα κι αυτό είναι καλό, αφού υπάρχουν διαφορετικές ηλικίες, παιδείες, ενδιαφέροντα.

 

Λείπει ο κράχτης από το φετινό Φεστιβάλ;

Δεν ξέρω τι είδους κράχτη εννοείτε.

 

Πέρσι, ας πούμε, ήταν ο Κέβιν Σπέισι.

Α, ο Κέβιν. Φέτος είναι ο Μπομπ Γουίλσον, που είναι ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του κόσμου. Ναι, προσπάθησα να βρω έναν κράχτη και σχεδόν τα κατάφερα, αλλά δεν θα πω το όνομά του, γιατί μπορεί να τον καταφέρω του χρόνου. Φοβήθηκα κάποια στιγμή γιατί δεν ήθελα να μπω πάλι στην ίδια διαδικασία, που φέρνουμε, δηλαδή, κάθε χρόνο ένα γνωστό όνομα κι έτι κάθε φορά έχουμε το πρόβλημα «ποιον θα φέρουμε φέτος».

 

Είναι κακό, όμως, αυτό; Τα μεγάλα φεστιβάλ του εξωτερικού δεν το κάνουν;

Όχι απαραίτητα, αλλά νομίζω ότι είναι καλό. Γιατί θεωρώ πως ελκύει κόσμο που δεν πάει συχνά στο Φεστιβάλ. Φέρνεις ένα νέο κοινό που μετά από λίγο μπορεί να γίνει κοινό σου. Δεν θα γίνουν όλοι όσοι πηγαίνουν να δουν τον Κέβιν, για παράδειγμα, κάποιοι όμως θα ξανάρθουν. Επίσης, βγάζεις χρήματα. Προσελκύεις και πολύ νεαρό κοινό. Αυτό έγινε περισσότερο πρόπερσι με τον Ίθαν Χοκ και λιγότερο πέρσι με τον Κέβιν Σπέισι. Ερχόντουσαν παιδάκια στο Λυγουριό και ρωτούσαν πού βρίσκεται ένα παλιό θέατρο, κάπου εκεί κοντά. Ή έπαιρναν τηλέφωνο στα γραφεία του Φεστιβάλ για να μάθουν τις ημερομηνίες και όταν ρωτούσαν οι υπάλληλοι «για το Winter’s Τale ενδιαφέρεστε;» η απάντηση ήταν «Όχι. Για τον Ίθαν Χοκ». Γιατί αυτό ήθελαν. Πολλά από αυτά τα παιδιά μπορεί να ξανάρθουν.

 

Η αλήθεια είναι πως, παρά τις δύσπιστες φωνές που ακούστηκαν, πέτυχαν και τα δύο «πειράματά» σας: και η Πειραιώς και το ξένο ρεπερτόριο στην Επίδαυρο.

Είναι πολύ θετικό το γεγονός ότι δεχόμαστε καινούργια πράγματα πολύ εύκολα. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα: πέρσι ήταν εδώ ο Καστελούτσι, όπου είχε τρομερή επιτυχία, και μετά, που πήγε στο Παρίσι, βγήκαν όλοι οι φανατικοί καθολικοί για να χαλάσουν την παράσταση. Εδώ τον δεχτήκαμε. Σε πολλούς άρεσε πάρα πολύ και σε κάποιους άλλους όχι. Είναι επόμενο. Τώρα, όσον αφορά την Πειραιώς, εγώ την αγαπώ πάρα πολύ. Όταν ήρθα εδώ -γιατί δεν ζήτησα να έρθω, με έφεραν- ήταν για να κάνω κάτι στο Ηρώδειο, που επίσης το αγαπώ πάρα πολύ, αλλά γι’ αυτό που είναι όχι γι’ αυτό που δεν είναι. Ξέρω τι δεν μπορώ να κάνω εκεί. Και πάρα πολλά από αυτά που δεν μπορώ να κάνω εκεί μου αρέσουν. Δηλαδή, δεν μπορώ να παίξω σύγχρονο θέατρο στο Ηρώδειο. Και δεν θέλω να κάνω ένα φεστιβάλ που θα έχει μόνο Αΐντα, Λίμνη των Κύκνων και μια βραδιά-αφιέρωμα στον Τσιτσάνη, ας πούμε. Ήθελα έναν χώρο για να κάνω άλλα πράγματα και δεν ήξερα πού να πάω. Και ομολογώ ότι χάρηκα πάρα πολύ όταν πήγα εκεί με τον Λευτέρη Βογιατζή, που με πήρε με το μηχανάκι και γυρίσαμε όλα τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια. Κι έλεγα, «Παναγία μου, πού με πάει τώρα». Ώσπου πήγαμε σ’ εκείνο το κτίριο στην Πειραιώς, αλλά δεν μπορέσαμε να μπούμε γιατί οι πόρτες ήταν αλυσοδεμένες. Είδαμε λίγο από πάνω, από τη μάντρα, κι έπειτα ξαναπήγα και σκαρφάλωσα, μπήκα μέσα, υπήρχαν κάτι αδέσποτα σκυλιά που γάβγιζαν, φοβήθηκα κι έφυγα. Τελικά, κάποια στιγμή μπήκαμε, μετά από καιρό ξαναπήγα με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου για να μου πει τη γνώμη του ως εικαστικός και τελικά, τρεις μήνες μετά, αρχίσαμε να κάνουμε παραστάσεις εκεί. Και το κοινό το αγκάλιασε με μια ταχύτητα απίστευτη. Τον πρώτο καιρό δεν ήξεραν καν που είναι κι έφταναν στον χώρο με χάρτη. Από τη δεύτερη εβδομάδα ήταν γεμάτο. Ε, αυτό είναι κάτι που σε γεμίζει μεγάλη χαρά. Το κακό και σε αυτή τη περίπτωση είναι αυτό που έλεγα πριν για την κακή διαχείριση της κρίσης. Αντί αυτό το κτίριο να κατοχυρωθεί αμέσως, γιατί από την εποχή που ήταν υπουργός Πολιτισμού ο Πάγκαλος έχει χαρακτηριστεί νεότερο μνημείο, επομένως δεν μπορεί να πουληθεί, παρά μόνο να χρησιμοποιηθεί για πολιτιστικούς σκοπούς, αντί να έρθει το κράτος και να βοηθήσει, να βάλει νέους ανθρώπους να το δουλέψουν, να το τρέξουν, δεν έγινε τίποτα.

 

Παράγει ή εκφράζει πολιτική κάποια συγκεκριμένη κατεύθυνση του Φεστιβάλ;

Nομίζω ναι, εν μέρει με τις επιλογές του. Αν υπήρχε ένας χαρακτηρισμός πιο σωστός, θα ήταν ότι αφήνει όλες τις πολιτικές να έχουν τη θέση τους. Δηλαδή, αν ο άλφα καλλιτέχνης κάνει κάτι γιατί πιστεύει πως πρέπει να υποστηρίξουμε την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο, δεν θα του πω «φύγε». Από την άποψη αυτή, ναι, εκφράζει μια πολιτική. Αλλά, από την άλλη, είναι ένα αντίδοτο σε μίας μορφής τέχνη που ήταν για καιρό στην Ελλάδα το νούμερο ένα, είναι μία αντιγκλαμουριά. Στην Πειραιώς έρχονται παιδάκια με τις σαγιονάρες μετά το φροντιστήριο και μετά το μπάνιο. Αυτό είναι πολιτική για μένα, διότι παλιά ήταν το «τι θα βάλω να κατέβω τα μαρμάρινα σκαλιά». 

 

Τους θέλετε, όμως, και τους γκλάμουρ;

Bεβαίως και τους θέλω. Ειδικά αν πληρώνουν κιόλας, δεν έχω κανένα πρόβλημα. Δεν έχω πρόβλημα με καμία κατηγορία. Απλώς προτιμώ τα νέα παιδιά με τις σαγιονάρες, παρά τους γκλάμουρ.

 

Αν δούμε το ρεπερτόριο των παραστάσεων στην Αθήνα τον χειμώνα, βγάζουμε εύκολα το συμπέρασμα πως οι τρεις στις πέντε είχαν πολιτικό περιεχόμενο. Προσπαθούσαν όλοι να αποδείξουν πως ταιριάζει η παράστασή τους με την Ελλάδα της κρίσης. Προσπαθήσατε εσείς να το κάνετε αυτό; Γιατί ο κόσμος «ρουφάει» πολλή πολιτική αυτή την περίοδο στην Ελλάδα.

Πολλοί σκηνοθέτες που ανεβάζουν έργο για πρώτη φορά θα έχουν μια πολιτική χροιά στην παράστασή τους. Τώρα, αν οι λόγοι που θα το κάνουν θα είναι ειλικρινείς ή θα συνδέονται με αυτό που μόλις είπατε, ότι το θέλει ο κόσμος Νομίζω ότι εάν υπάρχει πραγματικά ένα καλό κίνητρο, θέληση, πρόθεσηνα γίνει κάτι καλό, δεν έχει σημασία αν θα είναι περισσότερο ή λιγότερο ή καθόλου πολιτικό.

 

Eσείς αισθάνεστε αγανακτισμένος;

Εξαρτάται από το πού βρίσκομαι. Με ορισμένες αντιδράσεις κάποιων χωρών αισθάνομαι πιο Έλληνας απ’ ό,τι πίστευα ότι ήμουν. Κοίτα, λέω, το αίμα νερό δεν γίνεται, νευριάζω. Από την άλλη, όταν είμαι στην Ελλάδα και βλέπω όλους αυτούς τους αντι-Ευρωπαίους ή φανατικά αντι-μνημονιακούς, το θεωρώ κουτό. Δηλαδή, πολλές φορές λέω θα γράφω όλα αυτά που λένε οι ταξιτζήδες. Μου λέει ένας, «μας ζηλεύουν, κύριε». Ρωτάω «γιατί;». «Το Αιγαίο είναι γεμάτο πετρέλαιο». Λέω ωραίο σενάριο κι αυτό. Ακούω διάφορα κάθε μέρα. Ο ένας λέει ότι φταίει το Ισραήλ, ο άλλος λέει πως δεν υπάρχει κρίση. Είμαστε καταπληκτικοί σεναριογράφοι. Η Ελλάδα είναι στη χειρότερη κατάσταση σε σχέση με τις ευρωπαϊκές χώρες που βρίσκονται σε κρίση. Αυτό είναι σίγουρο. Από την άλλη, το γεγονός και μόνο ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό φαινόμενο κάπου μας συγχωρεί. Δεν τα έχουμε κάνει μόνο εμείς θάλασσα. Τα έχουν κάνει και άλλοι. Κολυμπάμε παρέα. Παρ’ όλα αυτά, είναι βέβαιο πως αυτοί που τα έκαναν θάλασσα δεν είναι ο κοσμάκης που δουλεύει και βγάζει 600 ευρώ τον μήνα. Είναι διάφορες λάθος αποφάσεις της πολιτικής τάξης. Και όταν λέω πολιτική τάξη, μιλώ ανεξαρτήτως κομμάτων. Η ασχετοσύνη και η διαφθορά είναι υπεράνω κομμάτων. Είναι οι μεγάλες κυρίες του πολιτισμού μας. Τα κόμματα μοιάζουν με μικρά παιδάκια που τρέχουν από πίσω, σαν αλητάκια.

 

 

______________________ 

Ο Γιώργος Λούκος μιλά για τις ξένες φετινές παραγωγές που πρέπει να δείτε:


Berliner Ensemble: Έχουμε φέρει όλα τα θέατρα του Βερολίνου, εκτός από το Berliner. Στην Ελλάδα έχει ξανάρθει, βέβαια, πριν από τρία χρόνια στο Παλλάς με την Όπερα της Πεντάρας, που είχε σκηνοθετήσει και πάλι ο Μπομπ Γουίλσον. Είναι ίσως το πιο ιστορικό θέατρο του Βερολίνου, το θέατρο του Μπρεχτ, με μια σπάνια παράσταση του Μπομπ Γουίλσον, που είναι επίσης ένας μοναδικός σκηνοθέτης στον δικό του τομέα. Τα έργα που θα δούμε είναι τα Σονέτα του Σαίξπηρ, σε μουσική του Ρούφουςμ Γουέινραϊτ, και το Εinfach Kompliziert (Απλά Περίπλοκο) του Τόμας Μπέρνχαρντ, σε σκηνοθεσία Κλάους Πάιµαν, όπου πρωταγωνιστεί ο Γκερτ Φος, μέγας Γερμανός ηθοποιός. Είναι πολύ σημαντικές παραστάσεις και χαίρομαι πάρα πολύ που τις έχουμε στο Φεστιβάλ.

 

Rodrigo Garcia, GolgotaPicnic: Μια άλλη παράσταση που μου αρέσει πάρα πολύ είναι του Rodgiro Garcia, ο οποίος είχε έρθει πριν από τρία χρόνια και είχε κάνει μια παράσταση με παιδιά από τις φυλακές της Αργεντινής. Τώρα αυτό το έργο είναι σε σχέση με την πίστη, τη χριστιανοσύνη και τον Ιησού. Το κείμενό του είναι καταπληκτικό και χτύπησε άσχημα σε ορισμένους φανατικούς καθολικούς και ακροδεξιούς εθνικιστές στο Παρίσι. Έχει μια τέλεια σκηνοθεσία, τολμηρή κι ενδιαφέρουσα, με πολύ ωραία μουσική.

 


Ali Thabet, Hedi Thabet-Rayahzone: Είναι μια ομάδα από την Τυνησία, τρεις χορευτές-ακροβάτες -που οι δυο είναι αδέρφια- και έξι μουσικοί σούφι. Ο ένας από αυτούς έπαθε καρκίνο των οστών και του έκοψαν το πόδι. Όλη η χορογραφία είναι στημένη γύρω από αυτόν. Είναι συγκλονιστικό, ενδιαφέρον, αστείο και συγκινητικό. Και παραδόξως, όταν το είδα πριν από τρεις βδομάδες στο Παρίσι, τελειώνει με τραγούδι της Μαρίκας Νίνου. Και λέω, το έβαλαν για μένα αυτό; Όταν τους ρώτησα πού το βρήκαν, μου απάντησαν «μα, έχουμε αρχίσει να μαθαίνουμε στην Τυνησία τα ρεμπέτικα». Μάλιστα, θέλουν να μείνουν στην Ελλάδα λίγο παραπάνω τα δυο αδέρφια για να ψάξουν για ρεμπέτικα.

 


Ζimmermann & de Perro - Hans was Heiri: Είναι δυο παιδιά από την Ελβετία, ακροβάτες και χορευτές, που είχαν έρθει και πριν από δυο χρόνια και νομίζω πως θ’ αρέσουν πολύ στο κοινό, γιατί τότε είχε τρελαθεί.