Όταν γεννήθηκα, το σπίτι μας, στο σημείο που είναι και τώρα χτισμένη η πολυκατοικία που μένουμε επί της οδού Διαλέττη, ήταν η κατοικία της οικογένειας ήδη εξήντα χρόνια.

Ο παππούς μου, από την πλευρά της μητέρας μου, όταν έφερε την οικογένειά του από τη Μικρά Ασία, προτίμησε να εγκατασταθεί σε μια γειτονιά που κατοικούσαν Χριστιανοί, και καθώς στα τέλη του 19ου αιώνα οι αρμενικές οικογένειες της Θεσσαλονίκης δεν αριθμούσαν πάνω από σαράντα, διάλεξε μια περιοχή αμιγώς ελληνική.

Έλληνες μικροεπιχειρηματίες, η μεσαία τάξη των διαστάσεων εκείνης της εποχής. Όπως και ολόκληρη η περιοχή από το Ιπποδρόμειο μέχρι την Καμάρα. Ο άξονας δε από τη θάλασσα μέχρι τη Ροτόντα, αυτό που σήμερα λέγεται πλατεία Ναυαρίνου, ήταν μια υπερυψωμένη περιοχή, καθώς με τα χρόνια τα ερείπια είχαν καλυφθεί με χώμα. Τα σοκάκια γύρω από αυτή που οδηγούσαν στην Αγ. Σοφία ήταν όλα καλντερίμια με φτωχικά σπίτια, μια νησίδα που κατοικείτο αποκλειστικά από Εβραίους.

Θυμάμαι, μικρό παιδί, κάθε Παρασκευή οι γυναίκες να φορούν τις παραδοσιακές τους ενδυμασίες και να κατευθύνονται προς τις άλλες εβραϊκές συνοικίες 151, Χιρς, Μισραχί.

Δεν θα την έλεγα εβραιούπολη τη Θεσσαλονίκη, αλλά η εβραϊκή παρουσία ήταν έντονη και οι άνθρωποι του εμπορίου έπρεπε να ξέρουν μερικές κουβέντες στα εβραϊκά για να μπορούν να συναλλάσσονται.

Ήμουν δεν ήμουν επτά χρονών όταν βρέθηκα με τον πατέρα μου στην οδό Φράγκων, τη μεταξική περίοδο, και υπήρχαν μαγαζιά με τα στόρια βαμμένα κίτρινα. Ήταν τα εβραϊκά μαγαζιά που αρνιόνταν να εφαρμόσουν την αργία της Κυριακής. Στο τέλος αναγκάστηκαν να υπακούσουν.

Κάθε Μεγάλη Πέμπτη, στην πλατεία Ιπποδρομίου οι ενορίτες έκαιγαν τον Ιούδα. Μετά τον πόλεμο και τον αφανισμό των Εβραίων, αυτό το βάρβαρο έθιμο καταργήθηκε και δεν αποπειράθηκε ποτέ ξανά κανείς να το αναβιώσει.

Ο πατέρας μου μαζί με τον αδελφό του ήρθαν στην Ελλάδα από την Κιλικία με τη Μικρασιατική Καταστροφή και με ελληνικό πλοίο του Μποδοσάκη. Ενώ οι γονείς τους και άλλα επτά μέλη της οικογένειάς τους είχαν πέσει θύματα της γενοκτονίας του '15, οι δυο τους σωθήκαν ως μαθητές του αμερικανικού κολλεγίου της Ταρσού.

Η Θεσσαλονίκη πάντα ήταν μια πόλη στην οποία κατέφευγαν οι καταδιωγμένοι ύστερα από μεγάλες συγκρούσεις, τόσο κατά το 19ο όσο και κατά τον 20ό αιώνα. Άλλωστε ένα μεγάλο της μέρος ήταν παραγκούπολη προσφύγων. Η μεγάλη φτωχομάνα, όπως πολύ σωστά την αποκαλούσαν. Στο μεσοπόλεμο υπήρχαν κτίρια που θύμιζαν ακόμη την τουρκοκρατία εξαιτίας του τουρκομπαρόκ, ένα στυλ κράμα Ανατολής και Δύσης, αλλά τότε ήταν που άρχισε η ανοικοδόμηση με τη Δυτική τεχνοτροπία της εποχής.

Η ζωή της αστικής τάξης επικεντρωνόταν κυρίως στην παραλία. Το Mediterranée θεωρούταν το πιο διάσημο ξενοδοχείο των Βαλκανίων, στο οποίο γινόντουσαν πάρτι με σκανδαλώδεις εξαλλοσύνες, όπως όταν ο καπνέμπορας Αράμ Τακβοριάν πέταξε με τους φίλους του το πιάνο με ουρά της σάλας χορού στη θάλασσα!

Μέχρι και λίγο πριν τον πόλεμο, η μητέρα μου συνήθιζε κάθε Πέμπτη να προσκαλεί τις φίλες της, συμμαθήτριές της από το γαλλικό σχολείο, για five o'clock tea στο τρανό ζαχαροπλαστείο Floca της Τσιμισκή. Κυρίως Ελληνίδες, και κάποιες Εβραίες. Μια συνήθεια της εύπορης τάξης. Όπως και το να πηγαίνουν για weekend στη Βιέννη με το Balcan Express. Θυμάμαι και τη μητέρα μου να «πετάγεται» κάποιες φορές για καφέ μέχρι τη Βιέννη!

Τη μέρα που μπήκαν οι Γερμανοί στην πόλη ήμουν μαζί της στη Χαριλάου, και καθώς πλησίαζε ένα σύννεφο από τανκς και οχήματα με τη σβάστικα, δάκρυσε και είπε: «Είδα τη Θεσσαλονίκη να απελευθερώνεται, πώς θα αντέξω να τη δω να σκλαβώνεται πάλι;»

Στη διάρκεια της Κατοχής, έπεσε μεγάλη πείνα και ο πατέρας μου, ως πρόεδρος της αρμενικής παροικίας, είχε αναλάβει μαζί με άλλους εύπορους Αρμένιους να προσφέρει φαγητό στα παιδιά των φτωχών οικογενειών. Το χειμώνα του '41-42 δεν κάθισα ποτέ στο τραπέζι με τους γονείς μου. Η μητέρα μου με υποχρέωνε να κάθομαι με τα παιδάκια που ερχόντουσαν σπίτι μας να φάνε. Κάτι που αργότερα εκτίμησα πολύ στη διαπαιδαγώγησή της για να μην αισθάνομαι ανώτερος από το συνάνθρωπό μου!

Η γενιά μου, που ζήσαμε έναν πόλεμο και έναν εμφύλιο, είμαστε πιο ψύχραιμοι στις πιθανές καταστάσεις που εναλλάσσονται στη ζωή. Μες στον πόλεμο δημιουργήθηκε η τάξη των μαυραγοριτών και των δωσίλογων, ενώ είδαμε πολλούς ευκατάστατους και καλλιεργημένους ανθρώπους να εξευτελίζονται.

Με την αποχώρηση των Γερμανών και την απελευθέρωση, η Θεσσαλονίκη βρέθηκε να κομμουνιστοκρατείται. Παντού έβλεπες κόκκινες σημαίες και σφυροδρέπανα. Την Τούμπα την αποκαλούσαν Στάλινγραντ-Τούμπα. Λαϊκός στρατός και πολιτοφυλακή, προσαγωγές συνεργατών των κατοχικών δυνάμεων.

Τότε έγινε και ο μεγάλος επαναπατρισμός Αρμενίων στη σοβιετική Αρμενία. Έφυγαν περισσότεροι από πέντε χιλιάδες. Η οικογένειά μου δεν είχε λόγο να φύγει. Είχαμε ρίζες εδώ, είχαμε αποκτήσει περιουσία, και όσο για τον κομμουνισμό, τον είχαμε ήδη δοκιμάσει! Ήμασταν πάνω απ' όλα Θεσσαλονικείς.

Τη δεκαετία του '50, η Ελλάδα ανοικοδομείται με το σχέδιο Μάρσαλ. Ήμουν από εκείνους που έτρεφαν θαυμασμό για την Αμερική, ως απόφοιτος του κολλεγίου Ανατόλια. Καθώς ταξίδευα και πολύ, πράγμα σπάνιο για την εποχή, κι ερχόμουν σε επαφή με την Ευρώπη, ευελπιστούσα κι εγώ στο χτίσιμο μιας νέας Ελλάδας.

Με τον πνευματικό κόσμο της πόλης είχα επαφή μέσω του φίλου μου Βασίλη Βασιλικού και τον κύκλο του περιοδικού «Μορφές». Αλλά το ενδιαφέρον μου ήταν επικεντρωμένο στα αρμενικά ζητήματα. Έγινα αρχηγός της νεολαίας μας και αγωνιούσα πώς να κρατήσουμε την οντότητά μας και πώς θα προβάλουμε τις θέσεις μας.

Στις εθνικές επιδιώξεις δεν μπορείς να βάζεις ημερομηνία λήξης, οι αγώνες διαρκούν, παίρνουν πάρα πολύ χρόνο. Μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης υπήρξα ο πρώτος επιτετραμμένος του υπουργείου Εξωτερικών της Αρμενίας στο δικό μας ΥΠ.ΕΞ. μέχρι που εδραιώθηκαν διπλωματικές σχέσεις μεταξύ των δύο χωρών.

Επί των ημερών μου, κατόρθωσα να κάνω τη Θεσσαλονίκη διακομιστικό κέντρο ανθρωπιστικής βοήθειας στην Αρμενία. Εκατοντάδες τόνοι φάρμακα και τρόφιμα συγκεντρώνονταν εδώ από την Ευρώπη και την Κύπρο και με αεροπλάνα C130 της ελληνικής πολεμικής αεροπορίας, τα οποία παραχωρούσε η κυβέρνηση, έφευγαν καθημερινώς επί τρία χρόνια με προορισμό το Ερεβάν.

Τους δύο λαούς, Αρμένιους και Έλληνες, μας ενώνουν η κοινή μοίρα, η κοινή θρησκεία, κοινές χαρές, αγώνες και απογοητεύσεις. Δύο αρχαίοι λαοί, γνώριμοι από την εποχή του Ηροδότου.

Εγώ προσωπικά νιώθω διπλά «πλούσιος» με τη διπλή μου ταυτότητα, Αρμένιος και Έλληνας συγχρόνως!

Δικαιολογώ την ανασφάλεια και το συντηρητισμό της Θεσσαλονίκης λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Όσο και να προσπαθούμε να ξελασκάρουμε από τους παλιούς φόβους, με τέτοιο παρελθόν και τόσο κοντά στα σύνορα, πάντα θα ανησυχούμε.