Πώς προέκυψε αυτή η καινούργια συνεργασία με τη Λυρική;

Ο Μύρωνας Μιχαηλίδης είναι ένας άνθρωπος ο οποίος σε υπολογίζει και το κάνει και πάρα πολύ σοβαρά. Την προηγούμενη φορά που συνεργάστηκα με τη Λυρική Σκηνή υπήρχε πλήρης απουσία καλλιτεχνικής διαχείρισης. Είχα σκηνοθετήσει το 2008 τον «Πρωτομάστορα» του Καλομοίρη που ήταν να πάει στο Πεκίνο και τελικά δεν πήγε. Μετά από εκείνη την οδυνηρή εμπειρία δεν ήθελα να περνάω απ’ τη Λυρική, ούτε απ’ έξω. Τώρα νιώθω ότι κάτι πάει ν’ αλλάξει. Βλέπω ότι ο Μιχαηλίδης είναι αποτελεσματικός κι οργανωμένος - ίσως ν’ αλλάξει κάτι.

Κάνετε πολλά χρόνια όπερα. Ποια ήταν η πρώτη όπερα που σκηνοθετήσατε;

Είχαμε γράψει μαζί με τον Νίκο Κυπουργό μια όπερα, το «Σιωπή, ο βασιλιάς ακούει», που ανέβηκε στο Μέγαρο όταν είχα

πρωτοξεκινήσει. Ένα-δυο χρόνια μετά έκανα το «Così fan tutte» πάλι στο Μέγαρο. Από τότε σκηνοθετώ σχεδόν μια κάθε δυο χρόνια. Είναι ένας καλός τρόπος για τους Έλληνες σκηνοθέτες να βγουν στο εξωτερικό. Στην όπερα όλα είναι σε μια διεθνή γλώσσα.

Κάπου διάβασα πως υποστηρίζατε ότι καλό είναι να μην ταυτίζεσαι με τα παιδιά όταν σκηνοθετείς, αλλά να έχεις μια απόσταση.

Δεν εννοούσα να μην καταλαβαίνεις πώς σκέφτεται ένα παιδί, αλλά να μην παθαίνεις συναισθηματική ταύτιση. Η δουλειά που άπτεται παιδαγωγικών παραμέτρων, όπως είναι η όπερα για παιδιά, χρειάζεται μεγάλη νηφαλιότητα, γιατί είσαι και λίγο δάσκαλος. Ένας δάσκαλος που παρασύρεται συναισθηματικά δεν μπορεί να κάνει καλά τη δουλειά του, ούτε να είναι αντικειμενικός παρατηρητής αυτού που γίνεται.

Διαχωρίζεις παιδικό από ενήλικο θέατρο;

Όχι, δεν τα διαχωρίζω. Στο παιδικό θέατρο δοκιμάζω πολύ περισσότερα πράγματα από αυτά που δοκιμάζω στο θέατρο για ενηλίκους.

Πώς επιλέξατε, λοιπόν, τον «Παπουτσωμένο Γάτο»;

Είναι μια όπερα ενός σημαντικού Ρώσου συνθέτη του 19ου αιώνα, του Τσέζαρ Κούι, που ανήκε στη λεγόμενη «ομάδα των πέντε», μαζί με τους Μουζόρσκι, Μποροντίν, Ρίμσκυ-Κόρσακοφ, Μπαλακίρεφ. Οι τέσσερις τελευταίοι είναι γνωστοί, ενώ αυτός χάθηκε στη λήθη. Το τελευταίο του έργο, το οποίο έγραψε σε πολύ μεγάλη ηλικία, ήταν ο «Παπουτσωμένος Γάτος». Ο Κούι ήταν μηχανικός που δίδασκε στη Στρατιωτική Ακαδημία. Ήταν ένας αρκετά περίεργος άνθρωπος. Μάλλον κάτι έκρυβε, ένα alter- ego πολύ περίεργο κι αθώο. Πέρα απ’ τη μουσική, που είναι πολύ καλής ποιότητας, άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ήταν ένα παραμύθι που με γοήτευε από παιδί και όσο το δουλεύω καταλαβαίνω και το γιατί.

 

Τι είναι αυτό που σας γοήτευε;

Αυτά τα παραμύθια που έχουν ένα ζώο-βοηθό μιλάνε για την πιο σκοτεινή μας πλευρά. Ο βασικός ήρωας, ο Ζαν, τον οποίον εξαπατούν, υποτίθεται, τ’ αδέρφια του και του δίνουν αυτόν το γάτο, στην ουσία έχει τον γάτο ως ένα είδος alter ego. Aυτό που δεν μπορεί να είναι στη ζωή του ο Ζαν είναι αυτός ο γάτος, που κάνει του κόσμου τις σκανταλιές, τις απάτες και τα κόλπα κι έχει αυτήν τη μαγική δύναμη του διονυσιακού στοιχείου σαν το Σάτυρο. Είναι αυτό που λέει η ψυχολογία του παραμυθιού, ότι το παιδί θέλει ν’ ανατρέψει τη σοβαροφάνεια των μεγάλων, που το καταπιέζει και το βάζει σε αυστηρά πλαίσια. Το θέατρο δεν είναι αξιοπρεπές και καθωσπρέπει, είναι διονυσιακό πράγμα. Έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον να δεις πώς μπορείς σ’ ένα αρκετά συμβατικό είδος, όπως είναι η όπερα, ν’ αναιρέσεις τους κώδικές του. Στη δική μας παράσταση σπρώξαμε το κομμάτι της φαντασίας - ο γάτος είναι ένα φανταστικό πρόσωπο. Η παράσταση ξεκινάει σαν ένα ασπρόμαυρο, δισδιάστατο πράγμα, σαν χάρτινο, όπου το μόνο τρισδιάστατο πλάσμα που έχει χρώμα και τη δύναμη της φαντασίας είναι ο γάτος, ο οποίος σιγά-σιγά βγάζει το χρώμα στους άλλους ήρωες. Στην ουσία, το έργο λέει ότι το παιχνίδι είναι ίσως ο μόνος τρόπος να κοινωνικοποιηθείς υγιώς κι ότι αυτά που θεωρούνται σοβαρά μπορούν εύκολα να γελοιοποιηθούν. Η βασιλική αυλή είναι μια τελείως ανούσια κατάσταση, ας πούμε. Το να μπορείς ν’ ανατρέψεις αυτές τις δομές είναι σαν το σύνθημα του Μάη του ‘68 «η φαντασία στην εξουσία». Έχει μια παιδική ορμή όλο αυτό.

Ποια είναι η διαφορά στο να σκηνοθετείς όπερα για παιδιά;

Δεν ξέρω. Είναι η πρώτη φορά που σκηνοθετώ όπερα για παιδιά, κι ας έχω σκηνοθετήσει πολλές φορές όπερα. Γενικά, το παιδί χρειάζεται μεγάλη αμεσότητα κι η όπερα δεν είναι το πιο άμεσο πράγμα του κόσμου, οπότε εκεί έχεις μια πάλη. Δουλεύουμε για να είναι και κείμενο αυτό το πράγμα, κάτι που έχει χαθεί δυστυχώς και, κατά τη γνώμη μου, είναι πολύ μεγάλο λάθος. Είναι κάτι που δεν απασχολεί κανέναν, καμιά φορά ούτε τους τραγουδιστές, αν και οι μεγάλοι τραγουδιστές πάντα προσέχουν το κείμενο. Η όπερα πάσχει από την έλλειψη θεατρικής παιδείας των ερμηνευτών της. Έχοντας δουλέψει κι έξω, βλέπω πολύ μεγάλη διαφορά. Ευτυχώς, βλέπω μια αλλαγή στην αντιμετώπιση ακόμα και στην Ελλάδα.

Πώς αντιδρούν τα παιδιά σ’ αυτό το είδος;

Δεν ξέρω, θα το διαπιστώσω. Ευτυχώς, έχει και πρόζα. Στο θέατρο οι αντιδράσεις των παιδιών είναι πάντα απρόβλεπτες. Το παιδί πρέπει να το κατακτήσεις ως θεατή, αλλιώς μπορεί να το δεις να βγάζει το κινητό του και να παίζει παιχνίδια. Ε, εκεί έχεις κάνει λάθος. Εάν κάνεις το παιδί συμμέτοχο στην παράσταση, είναι πολύ πιο εύκολο.

Τι κάνει τον «Παπουτσωμένο Γάτο» να ξεχωρίζει;

Το ότι είναι μία από τις πρώτες παιδικές όπερες. Οι μεταγενέστερες είναι πιο μοντέρνες, ενώ αυτή έχει και πιο απλές μελωδίες, γιατί ανήκει στον ύστερο ρομαντισμό. Είναι πολύ κοντά στο να είναι μιούζικαλ, παρόλο που το ιδίωμα είναι κλασικό. Γράφτηκε, εξάλλου, στη φάση που η όπερα δεν ήταν ελιτίστικο είδος, αλλά λαϊκό θέαμα.

Υπάρχουν πολλές όπερες για παιδιά;

Ναι, και τις έχουν γράψει και πολύ αξιόλογοι συνθέτες, όπως «Το παιδί και τα μάγια» του Ραβέλ ή το «Αηδόνι» του Στραβίνσκι, αλλά είναι πολύ δύσκολες στο ανέβασμά τους. Τα τελευταία είκοσι χρόνια έχει προκύψει η όπερα ως παιδικό είδος, αν και, συνήθως, αυτό που γίνεται είναι να διασκευάζονται κανονικές όπερες και να παίζονται σε κομμένες βερσιόν.

Εδώ δεν γράφονται όπερες για ενηλίκους, θα γράφονται όπερες για παιδιά;

Ναι, η όπερα θεωρείται ακόμα κάπως ελιτίστικη.

Δεν χρειάζεται να είναι έτσι. Το μιούζικαλ γιατί είναι δημοφιλές; Δεν απέχουν πάρα πολύ. Απλώς, κάποια στιγμή άρχισε να γίνεται ελιτίστικο γιατί οι απαιτήσεις άρχισαν ν’ αυξάνονται, έγινε πολύ ακριβό είδος κι έτσι σταμάτησαν να γράφονται

όπερες. Υπάρχουν στιγμές που συμπίπτουν. Το West side story τι είναι, δηλαδή; Ούτε όπερα ούτε μιούζικαλ. Το «Porgy and Bess» του Γκέρσουιν τι είναι; Το «Summertime» είναι ο συνδυασμός των δύο.