ΦΤΑΝΟΝΤΑΣ ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ στο Μαρούσι, δύσκολα μπορεί κανείς να διακρίνει τον ήχο της μπάντας που χτυπιέται και ιδρώνει στο υπόγειο γκαράζ, κι ας παραπονιέται λίγο αργότερα ότι έχει πρόβλημα με τους γείτονές του. «Είναι δίπλα κάτι Γερμανίδες κι εμείς παίζουμε κράουτ, τον ήχο που γεννήθηκε στη χώρα τους. Παίζουμε την παραδοσιακή τους μουσική κι αυτές γκρινιάζουν», λέει και αμέσως όλοι λύνονται στα γέλια. Στο γκαράζ επικρατεί ένα χάος. Έτσι όπως πρέπει να είναι δηλαδή. Ένα πιάνο ανοιγμένο από την μπροστινή του πλευρά έτσι ώστε να φαίνονται τα σφυράκια που χτυπούν τις χορδές του, ένα Moog, ντραμς, μαράκες, ακόμα ένα πιάνο, καλώδια (πολλά καλώδια), σάμπλερ, ένα μισοτελειωμένο μπουκάλι με χύμα κρασί, τασάκια με αποτσίγαρα. Ξαφνικά κάποιος σβήνει το φως, οι Baby Guru ξεκινούν να παίζουν και ένας δαιμονισμένος ήχος καταλαμβάνει όλο τον χώρο.

Ο Γιάννης (aka King Elephant), ο Γιώργος (aka Obi Serotone) και ο Άξιος (aka Sir Kosmiche) είναι τρεις παιδικοί φίλοι που ξανασυναντήθηκαν πριν από περίπου δύο χρόνια και ξεκίνησαν αβίαστα να αυτοσχεδιάζουν. «Μουσική παίζαμε από το λύκειο και είχαμε ακριβώς την ίδια σύνθεση με τώρα: πλήκτρα, ντραμς, μπάσο. Παίζαμε τότε σε γιορτές, σε σχολεία και λύκεια. Δεν είχαμε ακριβώς όνομα. Λεγόμασταν Art, από τον Art Blakey, τον τζαζ ντράμερ των Art Blakey and the Jazz Messengers. Σε κάποια φάση παίξαμε και στον διαγωνισμό του Λυκείου Ζηρίδη και κερδίσαμε το πρώτο βραβείο σύνθεσης. Το δεύτερο βραβείο το πήρε μια ποπ μπάντα, στην οποία τραγουδούσε η Sugahspank!». Αργότερα, ο Γιώργος και ο Άξιος συμμετείχαν μαζί στο σχήμα των Duke Abduction, μια ψυχεδελική ροκ μπάντα με κάμποση δόση από πανκ, φανκ και ολίγη τζαζ, μέχρι που μια μέρα ο Γιάννης επισκέφτηκε τον Γιώργο στο φαρμακείο του (σ.σ.: είναι και φαρμακοποιός) και του έβαλε να ακούσει το «Perfect Makeup» παιγμένο μόνο με ντραμς. «Αυτός ο πρωτόγονος ήχος ήταν η αφορμή για να συναντηθούμε και πάλι οι τρεις μας», θα πει με σιγουριά ο Γιώργος.

Στο στούντιο-γκαράζ του Γιάννη γίνονται τα πάντα. «Εδώ έχουμε γράψει ολόκληρο το άλμπουμ. Συναντιόμασταν χωρίς να έχουμε τίποτα προσχεδιασμένο. Ούτε στίχους, ούτε μελωδίες, ούτε ριφ, τίποτα. Απλώς αρχίζαμε να παίζουμε και βλέπαμε ότι μετά από κάθε πρόβα έβγαινε και ένα καινούργιο κομμάτι». Εξηγούν πως στο σχήμα τους δεν υπάρχει δια- χωρισμός μεταξύ πρόβας, εγγραφής και σύνθεσης. Όλα βασίζονται στον αυθορμητισμό. «Αφήσαμε αυτούσια τα τζαμαρίσματα με τα λάθη τους, απομονώσαμε τις λούπες που παίζαμε εμείς οι ίδιοι και μετά χτίσαμε το κάθε κομμάτι με μια ηλεκτρονική αντίληψη», λένε και συνεχίζουν: «Είπαμε να καταργήσουμε τελείως την κιθάρα σε αυτό το άλμπουμ κι αυτό μας βοήθησε στο να εγκαταλείψουμε την τετράγωνη λογική της ροκ μπάντας. Η έλλειψη κιθάρας μάς βοήθησε να δούμε λίγο πιο ανοιχτό- μυαλα τη μουσική». Πολλά σημεία στο άλμπουμ δεν έχουν καν στίχους, έχουν μόνο συλλαβές. «Είναι ντανταϊσμοί τελείως. Είναι σαφής η επιρροή από τους Can και τον Damo Suzuki. Το καλύτερο κομπλιμέντο που μας έχουν κάνει είναι ότι ο ήχος μας είναι κάτι ανάμεσα σε Suicide, Can, Silver Apples, Doors και Spacemen 3».

Παρότι παραδέχονται ότι είναι πολύ βολικό που έχουν έναν δικό τους χώρο για να κάνουν τα πάντα, καταλήγουν ότι τελικά ξόδεψαν περισσότερα λεφτά απ' όσα θα έδιναν εάν νοίκιαζαν ένα στούντιο. «Αυτό το καταφέραμε παραγγέλνοντας από ντελίβερι τόνους χάμπουργκερ και σουβλάκια. Αν και πάντα υπάρχει ένα μαγειρεμένο φαγητό από τη μαμά του Γιάννη, που είναι η μεγαλύτερη φαν μας», λέει ο Άξιος.

Νιώθουν ότι χρωστάνε πολλά στον αδελφό του Γιάννη -τον αποκαλούν DJ Vaio- που αγόρασε με τις οικονομίες του και κρυφά από τους γονείς ένα ντραμς σετ στον αδελφό του, καθώς και στον θείο του Γιώργου, Γιώργο Παπαγεωργιάδη, μέλος της θρυλικής ψυχεδελικής μπάντας της δεκαετίας του '80 No man's land (o οποίος πέρασε και ένα «φεγγάρι» από τους Purple Overdose), που κληροδότησε στον ανιψιό του μια μεγάλη συλλογή με βινύλια. «Το δεύτερό μας άλμπουμ θέλουμε να το αφιερώσουμε στην ψυχεδέλεια του '60. Τα ντέμο που έχουμε στα σκαριά είναι πολύ πιο ψυχεδελικά, σκοτεινά και τριπάτα, και δεν υπάρχουν αυτά τα ψήγματα της φωτεινής ποπ που υπάρχουν στο πρώτο άλμπουμ».

Αναρωτιέμαι πώς έτυχε και βγήκαν σχεδόν ταυτόχρονα δύο ελληνικές μπάντες που περιλαμβάνουν τη λέξη «baby» στο όνομά τους, εννοώντας τους Acid Baby Jesus. «Δεν το είχαμε συνεννοηθεί, αλήθεια. Ήταν πολλά πράγματα που μας οδήγησαν να υιοθετήσουμε αυτό το όνομα: οι Guru Guru, που μας αρέσουν πολύ, αλλά και το "Ella Guru" του Captain Beefheart, που επίσης μας τρελαίνει. Θυμόμαστε που το ακούγαμε στο αμάξι και λέγαμε "τι σούπερ όνομα για μπάντα" και μετά κάναμε πλάκα λέγοντας ότι θέλουμε να ανοίξουμε ένα στριπτιτζάδικο και να το ονομάσουμε έτσι. Καταλήξαμε ότι είμαστε μικροί ακόμα για τέτοιες τολμηρές δραστηριότητες, αλλά το Baby Guru μάς κόλλησε».

Οι αγαπημένοι τους Έλληνες καλλιτέχνες είναι ο Larry Gus, o Boy και ο Γιος της Αφής.«Ο Γιος της Αφής είναι κολλητός μας και μια πολυσχιδής προσωπικότητα. Μας αρέσει πολύ ένα πρότζεκτ που κάνει που λέγεται "Whores of Stepa" (Πόρνες της στέπας) με απαγγελίες σε ελληνικό στίχο». Ονειρεύονται να παίξουν support στους Portishead όταν βγάλουν το καινούργιο τους άλμπουμ. «Και με τους Flaming Lips θα θέλαμε να παίξουμε πολύ, αλλά δεν θα γίνει ποτέ».