Πρόκειται για μια ταινία χαμηλού κό- στους που συν-σκηνοθέτησαν ο Αργύρης Παπαδημητρόπουλος και o Γιαν Φόγκελ. Γυρίστηκε μέσα σε είκοσι μέρες όλες κι όλες, το περασμένο καλοκαίρι στην Αθήνα, με ένα σενάριο που χωρούσε μέσα σε μόλις πέντε σελίδες. Επίσης, είναι η ταινία που σήκωσε την αυλαία στη φετινή 40ή διοργάνωση του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου Ρότερνταμ, ενώ ταυτόχρονα διαγωνίζεται για το ανώτερο βραβείο, τον έναν από τους τρεις Τίγρεις. Να σημειωθεί ότι στο φετινό φεστιβάλ συμμετέχουν άλλες δύο ελληνικές ταινίες, το Attenberg της Αθηνάς Τσαγγάρη και το Casus Βelli του Γιώργου Ζώη. Η ταινία καλύπτει ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή των δύο πρωταγωνιστών της, ενός 16χρονου σκέιτερ που ζει ανέμελα και ενός 45χρονου που μοχθεί για την επιβίωση της οικογένειάς του, κάνοντας μια δουλειά που μισεί. Για τον 34χρονο σκηνοθέτη Αργύρη Παπαδημητρόπουλο, που γνωρίσαμε κυρίως μέσα από την πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, Bank Βang, «οι έφηβοι θεωρούνταν πάντα η χαμένη γενιά. Το ίδιο συνέβαινε και με τη δική μου. Δηλαδή, και για μας έλεγαν ότι είμαστε η αδικημένη γενιά που δεν πρόλαβε να παίξει σε αλάνες και μεγάλωσε μέσα στις πολυκατοικίες, λες και όλα αυτά θα έφερναν την καταστροφή του κόσμου. Χαζομάρες. Αυτό που καταλάβαμε, ο Γιαν κι εγώ, κάνοντας την ταινία, είναι ότι η εφηβεία δεν έχει να κάνει με τις διαφορετικές γενιές. Η καύλα της εφηβείας και η αντίδραση προς τους μεγαλύτερους και την εξουσία είναι πάντα η ίδια. Η πραγματική υπόσταση της εφηβείας είναι η ζωντάνια, η ενέργεια. Αυτό που δεν γνωρίζουν οι έφηβοι όμως είναι ότι το μέλλον τους μπορεί να χαραμιστεί».

Τον 16χρονο σκέιτερ υποδύεται ο ερασι- τέχνης Χάρης Μάρκου, ο οποίος δεν είναι ο μοναδικός ερασιτέχνης του καστ: τους δύο κολλητούς στην ταινία υποδύονται οι πραγματικοί του φίλοι, Αρθούρος Κιβίλιοφ και Τζέισον Ουάστορ. Τον 45χρονο άνδρα υποδύεται ο ηθοποιός Ιερώνυμος Καλετσάνος. Σε ρόλο γκεστ οι σκηνοθέτες Σύλλας Τζουμέρκας και Γιάννης Οικονομίδης και οι Θέμις Μπαζάκα και Τάνια Σαββοπούλου. Ο Χάρης Μάρκου -17 χρόνων στην πραγματικότητα (16 όταν γυριζόταν η ταινία)- μας εκμυστηρεύτηκε ότι στην αρχή που τον πλησίασαν οι άνθρωποι της παραγωγής δεν τους πολυπίστεψε. «Νόμιζα ότι μου έκαναν πλάκα και ότι απλά ήθελαν κάποιες λήψεις από μένα την ώρα που έκανα σκέιτ. Όταν συνειδητοποίησα όμως ότι ήθελαν να πρωταγωνιστήσω στη ταινία, ενθουσιάστηκα». Ο Χάρης κλήθηκε να αυτοσχεδιάσει παρέα με τους φίλους του. Του φάνηκε εύκολο, όμως, καθώς ένιωθε ότι «έπαιζε τον εαυτό του». Αξέχαστη στιγμή στην ταινία για τα νεαρά παιδιά ήταν όταν πήγαν για γύρισμα στον πραγματικό γάμο του αδελφού του Αργύρη Παπαδημητρόπουλου, ο οποίος λέει σχετικά: «Επειδή δεν μπορούσαμε να στήσουμε γάμο από την αρχή για οικονομικούς λόγους αλλά και για να φαίνεται πιο ρεαλιστικός, αποφασίσαμε να κάνουμε το γύρισμα στον γάμο του αδελφού μου, που παντρευόταν εκείνη την περίοδο. Υπάρχει, λοιπόν, μια σκηνή όπου ο 12χρονος Σπόρος -που είναι ο Τζέισον στην ταινία- βρίσκεται στον γάμο με τους γονείς του, όπου έρχονται οι άλλοι δύο για τον "κλέψουν". Τελικά, τα πίνουν και τα σπάνε και με αυτό τον τρόπο περνούν καλά και οι μεγάλοι». Ο έφηβος πρωταγωνιστής της ταινίας δεν κάνει μόνο σκέιτ - αλητεύει και κυνηγά τα κορίτσια στα πάρτι αλλά έχει και τα προσωπικά του προβλήματα, όπως το ότι η μητέρα του βρίσκεται στο νοσοκομείο και η σύγκρουση με τον πατέρα του. Έχει, λοιπόν, κι αυτός προβλήματα όπως και ο σαρανταπεντάχρονος συμπρωταγωνιστής του στη ταινία. Ο δεύτερος, όμως, είναι παραιτημένος, σχεδόν ηττημένος. Τα τρία νεαρά παιδιά στην πραγματική τους ζωή συναντιούνται κάθε απόγευμα στην πλατεία Συντάγματος, κάνοντας σκέιτ, και νιώθουν ότι η ταινία τούς βοήθησε πολύ στην επικοινωνία με τους γονείς τους. «Με την ταινία θα μπορέσουν και οι δικοί μας να δουν τι παίζει με μας, με τη ζωή μας. Η ειλικρίνεια είναι μια καλή αρχή για σχέσεις εμπιστοσύνης». Σύντομα, όταν τελειώσουν το σχολείο, ο Χάρης σκέφτεται να ακολουθήσει τη γεωπονία, ο Αρθούρος θέλει να γίνει σεφ και ο Τζέισον δεν ξέρει ακόμα τι θέλει, αν και κάποια στιγμή του είχε περάσει από το μυαλό να γίνει ηθοποιός. «Γι' αρχή», λέει «έχω κανονίσει με τους φίλους μου να νοικιάσουμε ένα βαν και να κάνουμε τον γύρο του κόσμου με μια βαλίτσα κι ένα σκέιτ». Τελικά, τα εφηβικά όνειρα δεν αλλάζουν ποτέ.