17Επειδή ένα πρωί, ερχόμενη στη δουλειά, η Μερόπη Κοκκίνη μπήκε σε ένα ταξί όπου συνάντησε έναν ασυνήθιστο οδηγό που ήταν μελαμψός, φορούσε τουρμπάνι και λίγο αργότερα της μίλησε για τη ζωή των Σιχ στην Αθήνα.

Η εικόνα Σιχ οδηγών ταξί είναι αρκετά διαδεδομένη στη Νέα Υόρκη. Στην Αθήνα, πάλι, όχι. Εκτός αν συναντήσει κανείς, όπως εγώ, τον Jaswant, τον μοναδικό ίσως ταξιτζή, σιχιστή μετανάστη από την Ινδία. Μην παρεξηγηθώ, σιχιστές μετανάστες ζουν αρκετοί στην Ελλάδα (περίπου 20.000), αλλά οι περισσότεροι από αυτούς απασχολούνται σε αγροτικές εργασίες. Ο Jaswant ταξίδεψε πριν από σχεδόν είκοσι χρόνια από μια πόλη στα βόρεια της Ινδίας για να φτάσει στην Ελλάδα, όπου τελικά εγκαταστάθηκε, έκανε οικογένεια και παιδιά, και πριν από πέντε περίπου χρόνια αποφάσισε να γίνει οδηγός ταξί. Στη διαδρομή μού εκμυστηρεύεται ότι πολλοί τον αποφεύγουν όταν τον βλέπουν να πλησιάζει. Ο ίδιος το δικαιολογεί κάπως έτσι: «Πολλοί μας μπερδεύουν με τους Μουσουλμάνους λόγω του μαντίλας που τυλίγουμε πάνω στο κεφάλι και του σπαθιού που έχουμε πάντα στη μέση μας. Ειδικά μετά την 9/11 πολλοί μας περνούν για τρομοκράτες». Στην ουσία, πάντως, πρόκειται για «αντίπαλες» θρησκείες. Το τουρμπάνι είναι απαραίτητο στους Σιχ. Νόμο επίσης αποτελεί και το γεγονός ότι δεν κουρεύονται ποτέ, ποτέ όμως. Γι' αυτό και έχουν μακριές γενειάδες. Ξαφνιάζομαι όταν λίγο αργότερα μου λέει ότι ο Σιχισμός είναι η πιο νέα θρησκεία που υπάρχει, μια και δημιουργήθηκε τον 10ο αιώνα. Οι Σιχ, επίσης, είναι χορτοφάγοι, αφού απαγορεύεται να τρώνε κρέας και τα παράγωγά του, όπως το αβγό. Η χρήση αλκοόλ, ναρκωτικών ουσιών, η μοιχεία, οι βωμολοχίες αλλά και το κάπνισμα είναι επίσης απαγορευμένα. Στην Αθήνα ο ναός των Σιχ στεγάζεται σε μια αποθήκη στον Ταύρο, όπου μερικοί εθελοντές ετοιμάζουν το γεύμα που προσφέρουν καθημερινά στους επισκέπτες του. Λίγο πριν κατέβω στην πλατεία Συντάγματος, με κοιτάει για πρώτη φορά στα μάτια μέσα από το καθρεφτάκι του οδηγού.

18Επειδή αυτοί που αγαπάμε την πόλη γινόμαστε όλο και περισσότεροι!

Κάποτε ήταν της μόδας να μισείς την Αθήνα. Θυμάμαι, στις διακοπές της εφηβείας μου ή αργότερα, όταν συναντούσα καινούργιους φίλους και τους ρωτούσα «από πού είσαι;», οι απαντήσεις με άφηναν με το στόμα ανοιχτό. Όχι γιατί δεν περίμενα να κατάγεται κάποιος από το Σουφλί ή το Αίγιο. Αλλά γιατί στην πορεία ανακάλυπτα πως είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει σε κάποια συνοικία της Αθήνας (όπως εγώ δηλαδή), αλλά για έναν ακατανόητο σ' εμένα λόγο θεωρούσαν «τόπο» τους το χωριό ή την πόλη του πατέρα τους. Όλα αυτά ήδη στη δεκαετία του '80 και του '90, όχι το 1964, ας πούμε. Ευτυχώς, αυτή η εικόνα αλλάζει. Και αποτυπώθηκε έντονα στις δημοτικές εκλογές του Νοεμβρίου. Η παθιασμένη υποστήριξη στον Γιώργο Καμίνη δεν πυροδοτήθηκε μόνο από την αλαζονική εμφάνιση του απερχόμενου δημάρχου. Νέες γενιές Αθηναίων που δεν έχουν τίποτα να νοσταλγήσουν (γιατί η Αθήνα που θυμούνται ήταν πάντα ένα τέρας) αλλά έφτιαξαν εδώ τη ζωή τους και απλώς αγαπούν την πόλη τους, όπως ένα παιδί λατρεύει την κακάσχημη μάνα του, συμμετείχαν στις εκλογές, λες και δεν υπήρχε αύριο. Χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, φτάσαμε στο άλλο άκρο. Τώρα είναι της μόδας να αγαπάς την Αθήνα, ίσως γιατί συνειδητοποιήσαμε ότι αυτή η μάχη είναι μάλλον η μόνη που μπορεί να μας αφορά. Δ.Ρ.

19Επειδή η κρίση δεν θα μας λυγίσει. Θα γίνουμε καλύτεροι, ο καθένας για τον εαυτό του και όλοι για την πόλη μας.

Σε όσους αρχίζουν τους θρήνους για την κρίση και δεν έχουν χάσει τη δουλειά τους και η ζωή τους δεν κρέμεται από μια κλωστή συστήνω να μη βλέπουν πολλή τηλεόραση. Τα μέσα ενημέρωσης, συνήθως, εστιάζουν στο χειρότερο σενάριο και όχι μόνο δεν βλέπουν ευκαιρίες μέσα σε μια δύσκολη κατάσταση αλλά επιμένουν να τρομοκρατούν έναν ήδη τρομοκρατημένο κόσμο. Επίσης, τους ζητώ να θυμηθούν τη ζωή μας πριν από την κρίση, όταν κανένα σύννεφο δεν σκίαζε τον ανερμάτιστο βίο μας στα μπουζουξίδικα και τους ναούς της ξέφρενης κατανάλωσης. Δεν ζούσαμε όλοι έτσι, αλλά αυτός ήταν ο τόνος σε μια κοινωνία άρρωστη, χωρίς αρχή, μέση και τέλος. Τώρα η κρίση (που φυσικά δεν είναι μόνο οικονομική) έρχεται να μας ταρακουνήσει και τα πρώτα δείγματα κάθε άλλο παρά αποθαρρυντικά είναι. Χιλιάδες άνθρωποι είναι έτοιμοι να αναθεωρήσουν τη ζωή τους (η πλειοψηφία, δυστυχώς, επειδή βρέθηκε χωρίς δουλειά) και ορισμένοι θα τολμήσουν πράγματα που δεν μπορούσαν να διανοηθούν τα χρόνια της αλόγιστης μέθης. Νέες συλλογικότητες, νέα δίκτυα αλληλοϋποστήριξης και αλληλεγγύης ξεπηδάνε από παντού. Στον νέο κόσμο που υποχρεωτικά θα ξημερωθούμε έχουμε ανάγκη τους άλλους γιατί οι ψευδαισθήσεις γκρεμίστηκαν, και γκρεμίστηκαν απότομα. Δεν θα χαθούμε γιατί είμαστε μαχητές και έχουμε ο ένας τον άλλο. Ούτε θα παραδοθούμε στους χαροκαμένους προφήτες της «ενημέρωσης». Αν δεν μας αρέσει αυτός ο κόσμος, ας τον αλλάξουμε. Σπάνια χαρίζονται τόσο μεγάλες ευκαιρίες. Δ.Ρ.