Tον αστυνόμο Κώστα Χαρίτο του Τμήματος Ανθρωποκτονιών της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής τον γνωρίσαμε το 1995 στο μυθιστόρημα του Πέτρου Μάρκαρη Νυχτερινό Δελτίο. Η πρώτη εικόνα που έχουμε από αυτόν είναι του αφηγητή μιας ιστορίας με δυο σφαγμένους Αλβανούς, όταν διαπιστώνουμε πως για τα θύματα αισθάνεται αδιαφορία, στα όρια του ρατσισμού, ενώ στον ύποπτο χωρίς χαρτιά Αλβανό φέρεται ανελέητα· τον βρίζει, μα δεν τον βασανίζει. Γενικά, παρουσιάζει την εικόνα ενός συνηθισμένου ανθρώπου, ενός μέσου Έλληνα που χρησιμοποιεί αγοραίο λεξιλόγιο: αποκαλεί τον Αλβανό «αρχίδι» και χαρακτηρίζει μια δημοσιογράφο «πουτάνα». Από τις πρώτες ακόμα σελίδες του βιβλίου ο πενηντάρης Χαρίτος μάς εισάγει στην προσωπική του ζωή. Η γυναίκα του, η Αδριανή, είναι νοικοκυρά, μαγειρεύει καλά, κυρίως μικρασιάτικα φαγητά (γεμιστά και ιμάμ), και όλη μέρα στήνεται μπροστά στην τηλεόραση· στη βιβλιοθήκη της έχει βιβλία Άρλεκιν και Βίπερ Νόρα. Για να μην ξοδεύει χρήματα, ίσως και από έλλειψη καλλιέργειας, ο Χαρίτος αποφεύγει να βγαίνει έξω για ψυχαγωγία. Αν και σπιτόγατος, δεν βλέπει τηλεόραση, είναι όμως μανιώδης λάτρης των λεξικών: προτιμάει τα λεξικά του Δημητράκου, των Λίντελ-Σκοτ, του Βοσταντζόγλου, του Ανδριώτη και των Τεγόπουλου-Φυτράκη. Η σχέση του με την Αδριανή δεν είναι ιδανική. Αποτελούν ένα μικροαστικό ζευγάρι με όλα τα αρνητικά του είδους. Γκρινιάζουν, συγκρούονται, κι εκείνη, όταν επιθυμεί να της χαρίσει κάτι, τον καλοπιάνει ή τον προκαλεί ερωτικά. Την υπομένει, όπως υπέμενε κάποτε και τον πατέρα του, ενωμοτάρχη της Χωροφυλακής, που τον χτυπούσε για ψύλλου πήδημα. Μεγάλωσε σε αυστηρό περιβάλλον με το σύνθημα «Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια», σημαία κάποτε των εθνικοφρόνων και των πατριωτών της Δεξιάς, και επί χούντας πήρε τα πρώτα μαθήματα σκαιάς συμπεριφοράς προς τους πολίτες.

Ευθύς εξαρχής ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται πως ο μικροαστός ήρωας, δέσμιος της οικογενειακής ρουτίνας, δεν έχει προσωπικές αναζητήσεις ούτε οράματα. Ζει λιτά, μένει στα σύνορα Παγκρατίου και Βύρωνα και το αυτοκίνητό του είναι Φίατ Μιραφιόρι. Με τον μισθό του δύσκολα τα φέρνει βόλτα και μόνο με αιματηρή οικονομία μπορεί να σπουδάσει την κόρη του, την Κατερίνα. Η νεαρή είναι στη Νομική του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης κι έχει έναν φίλο, τον Πάνο. Ο Χαρίτος, όπως κάθε γνήσιος Νεοέλληνας πατέρας που σέβεται τον εαυτό του, δεν είναι ενθουσιασμένος με τον ερωτικό δεσμό της κόρης του, δεν τον εγκρίνει. Μολονότι φαίνεται αντικομμουνιστής παλαιάς κοπής, πολιτικά είναι ουδέτερος, μα δεν εκφράζει τις πολιτικές του απόψεις. Ωστόσο, έχει έναν φίλο, τον Λάμπρο, παλιό κομμουνιστή, ο οποίος του δίνει συμβουλές ως σώφρων γέρος.

Το 2010, δεκαπέντε χρόνια αργότερα, στο μυθιστόρημα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια, ο Μάρκαρης βάζει τον Χαρίτο να «παντρεύει την κόρη του» -από την πρώτη κιόλας σελίδα-, σύμφωνα με τη μικροαστική ελληνική παράδοση. Τον βλέπουμε, λοιπόν, στην εκκλησία, να φοράει τη στολή του, πράγμα σπάνιο, και να καμαρώνει. Έχει αντικαταστήσει το Μιραφιόρι με ένα Σέατ Ίμπιζα και όταν κάποιος τον αποκαλεί «χαζομπαμπά», το αρνείται. Δεν είναι, όμως, πολύ πειστικός. Η Κατερίνα, που τώρα εργάζεται ως ασκούμενη σε δικηγορικό γραφείο, δεν παντρεύεται τον Πάνο, αλλά τον Φάνη, τον γιατρό του Χαρίτου, τον οποίο γνωρίσαμε στην Άμυνα Ζώνης.

Ο Χαρίτος είναι επίγονος ενός άλλου εμβληματικού μικροαστού αστυνομικού, του Γιώργη Μπέκα, ήρωα του Γιάννη Μαρή, που έχει επίσης γυναίκα και κόρη, είναι ντόμπρος, τίμιος, αυθόρμητος και λιγάκι πρωτόγονος. Και οι δύο έχουν ως πρόγονο τον επιθεωρητή Μεγκρέ του Ζορζ Σιμενόν. Η διαφορά τους είναι η εξής: ο Χαρίτος αφηγείται ο ίδιος τις ιστορίες του, ενώ εκείνες του Μεγκρέ και του Μπέκα τις αφηγούνται παντογνώστες αφηγητές σε τρίτο πρόσωπο. Ο Χαρίτος μιλάει για τον εαυτό του, τους συνεργάτες και τους προϊσταμένους του, για όσα τον κουράζουν ή τον αγανακτούν, σχολιάζει με καυστικό χιούμορ τους πάντες και τα πάντα. Κατά κάποιο τρόπο, είναι πλασμένος κατ' εικόνα και ομοίωση του δημιουργού του, του Πέτρου Μάρκαρη. Κι αυτός έχει μια κόρη, κι αυτός είναι παθιασμένος με τα λεξικά, χρήσιμα στη δουλειά του τού μεταφραστή, κι αυτός έχει μικροαστική καταγωγή. Γιατί, όμως, ο συγγραφέας έβαλε ως ήρωά του έναν αστυνομικό σε μια χώρα που οι αστυνομικοί δεν διαθέτουν την έξωθεν καλή μαρτυρία, λόγω του αντικομμουνισμού τους, όχι μόνο την περίοδο του Εμφυλίου και της απριλιανής δικτατορίας, αλλά και της εν γένει αντιδημοκρατικής συμπεριφοράς τους; Ίσως γιατί στην Ελλάδα μόνο ένας αστυνομικός μπορεί να ασχολείται με εγκλήματα και να τα εξιχνιάζει. Πάντως, ο κίνδυνος να γίνει απεχθής στους αναγνώστες εξέλιπε από τη στιγμή που τον προίκισε με τα ελκυστικά χαρακτηριστικά του μικροαστού. Τον έκανε αδιάφθορο και κάπως ευφυή, κάτι που τον κατέστησε αυτομάτως συμπαθητικό. «Δίνεις την εντύπωση ότι είσαι βλάκας και δεν καταλαβαίνεις τίποτα, αλλά το μυαλό σου δουλεύει ρολόι», του λέει κάποιος στα Ληξιπρόθεσμα Δάνεια.