«Δεν την περίμενα αυτή την επιτυχία», λέει η Norah Jones, δηλώνοντας έκπληκτη για όλα όσα της έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια. «Είχα την ελπίδα να παίξω σε κλαμπ της Νέας Υόρκης και να μπορώ να ζω από τη μουσική, αλλά σίγουρα οι προσδοκίες μου δεν ήταν τόσο υψηλές». Η επιτυχία της είναι ασύλληπτη: τρία νούμερο ένα άλμπουμ, 39 εκατομμύρια CD σε ολόκληρο τον κόσμο, 6 Grammy -μεταξύ των οποίων και αυτό για τον «Καλύτερο Πρωτοεμφανιζόμενο Καλλιτέχνη» το 2002- και sold out συναυλίες όπου κι αν εμφανίζεται την καθιστούν μια από τις πιο επιτυχημένες καλλιτέχνιδες των 00's. H Norah Jones είναι κόρη του διάσημου 87χρονου δεξιοτέχνη του σιτάρ Ravi Shankar - ο καρπός της εννιάχρονης σχέσης του Ινδού μουσικού με μια χορεύτρια, παραγωγό και νοσοκόμα από το Τέξας. «Πάντα ήμουν πολύ κοντά στη μητέρα μου», λέει η Jones, «είναι η καλύτερή μου φίλη. Από νωρίς στη ζωή της έπρεπε να κάνει πολλές θυσίες για να μου προσφέρει όσα ήθελα. Παρόλο που αγαπώ τον πατέρα μου πάρα πολύ, πέρασα μόνο ένα μικρό διάστημα της εφηβείας μου κοντά του. Αυτός είναι ο λόγος που προσπαθώ να υποβαθμίζω τη σχέση μας στις ερωτήσεις που μου κάνουν. Όταν αρχίσουν να αραδιάζουν παρανοημένες δηλώσεις, αναπόφευκτα τα αισθήματα κάποιου θα πληγωθούν. Δεν ασχολήθηκα με τη μουσική για να βλέπω τις οικογενειακές μου σχέσεις τυπωμένες στα έντυπα. Αγαπάω τον μπαμπά μου και πιστεύω ότι είναι ένας σπουδαίος μουσικός. Απλά, θέλω να φτιάχνω τη δική μου μουσική - μουσική που να μπορεί να σταθεί από μόνη της».

Το πιο μεγάλο της πρόβλημα, παρ' όλη την τεράστια γενική αποδοχή της, είναι η καχυποψία μερίδας του τύπου, που από την αρχή την αντιμετώπιζε με μια διάθεση δυσπιστίας, ακόμα κι αν ο παραγωγός του ντεμπούτου άλμπουμ της ήταν ο Arig Mardin (ο άνθρωπος πίσω από την Aretha Franklin και την Dusty Springfield). Η μουσική της Jones έγινε αρχικά δημοφιλής στο ενήλικο κοινό, που γοητεύτηκε από τη μελωδική ακουστική ποπ του Come Fly With Me και ανέβασε στο νούμερο 1 του Billboard (στo Top 40 Adults) το Don't Know Why το 2003. Στο δεύτερο άλμπουμ της, τα κάντρι στοιχεία έγιναν ακόμα πιο έντονα και δεν είναι να απορεί κανείς γιατί στην Αμερική η δημοτικότητά της εκτοξεύθηκε στα ύψη. Το Feels Like Home είναι το πιο επιτυχημένο εμπορικά άλμπουμ στην ιστορία της Blue Note, με πωλήσεις που ξεπερνούν τα 14 εκατομμύρια αντίτυπα. Στην περιοδεία της με τους Handsome Band επισκέφτηκε ολόκληρο σχεδόν τον πλανήτη, από την Ασία και την Αμερική μέχρι την Ευρώπη και την Αυστραλία, παίζοντας σε αναρίθμητες sold-out συναυλίες και κερδίζοντας την ανάλογη προβολή από τα media.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Norah Jones είναι media-darling και η τεράστια επιτυχία της είναι αποτέλεσμα ιδανικού promotion. Είναι επίσης κόρη του Shankar (κι ας προσπαθεί επιμελώς να υποβαθμίσει το γεγονός) και ευτύχησε να έχει παραγωγό στα δυο πρώτα άλμπουμ της μια θρυλική προσωπικότητα. Θα ήταν άδικο να μην της αναγνωρίσει κανείς ότι είναι προικισμένη με μια πολύ καλή φωνή. Ωστόσο, όλος αυτός ο θόρυβος που δημιουργήθηκε γύρω από το όνομά της ήταν μάλλον υπερβολικός -κι ακόμα είναι- αν και η επιτυχία και η προβολή της από κάθε έντυπο του πλανήτη είναι κατανοητή. Η Norah Jones γράφει συμπαθητικά, mainstream τραγουδάκια, έχει εντυπωσιακή παρουσία και τα τραγούδια της απευθύνονται στο κοινό που αγοράζει ακόμα CD: στους 30άρηδες και βάλε.

Παρ' όλα αυτά, το τελευταίο άλμπουμ της Not Too Late (που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2007 και όπου έχει για πρώτη φορά μερίδιο συμμετοχής στη σύνθεση όλων των κομματιών) ανέβηκε στο νούμερο ένα σε Αγγλία και Αμερική (και σε άλλες 18 χώρες!), πούλησε σαν ζεστό ψωμί, αλλά η υποδοχή του από τα media δεν ήταν η αναμενόμενη. Οι κριτικές στα έντυπα και τα on-line περιοδικά ήταν από χλιαρές μέχρι μέτριες. Η παρουσίασή του στο Village Voice (ένα ευγενικό «θάψιμο») ξεκινάει με τον πιο πετυχημένο χαρακτηρισμό που έχει γίνει ποτέ για τη μουσική της: «H Norah Jones ξεκίνησε να φτιάχνει μουσική με μεγάλη πολυτέλεια, αδιαφορώντας για το αν κάποιος -ή αρκετά εκατομμύρια- θα την ακολουθούσαν. Η Fiona και η Tori μπορούσαν να εκθέσουν τις καρδιές τους, η Norah ήθελε απλά να τραγουδάει για τη δικιά της. Η φωνή της είναι ακόμα «εκείνη» η φωνή, αλλά η βαρύτητα ποτέ δεν ήταν αυτό που την έκανε να πετάξει».

Η Nora όμως δεν πτοείται. Έχει καταφέρει να συνεργαστεί με ονόματα-θρύλους σαν τον Ray Charles, έχει συμμετάσχει σε δίσκους δυνατών εναλλακτικών ονομάτων της αμερικάνικης σκηνής όπως τους Peeping Tom του Mike Patton, τους Foo Fighters, τους Outkast, τον Ryan Adams, τους Wycleaf Jean και Talib Kweli, και ο σπουδαίος Wong Kar-Wai την επέλεξε να εμφανιστεί στη νέα του ταινία My Blueberry Nights, που προβλήθηκε πρόσφατα στις Κάνες. Αναμφισβήτητα, η Norah Jones είναι μια από τις πιο συμπαθείς τραγουδοποιούς του καιρού μας και ντίβα της light jazz. Είναι όμως παράλληλα και μια από τις πιο υπερεκτιμημένες νεαρές καλλιτέχνιδες στην ιστορία της μουσικής.