O Σίμος γύρναγε την Ευρώπη μόνος του, δουλεύοντας όπου έβρισκε μεροκάματο, ζώντας σε άθλιες συνθήκες. Η Παράγκα ήταν βασικά ένα ξύλινο διώροφο, στριμωγμένο ανάμεσα σε δύο πέτρινα κτίρια-βιοτεχνίες στην οδό Σαρρή, όπου μαζεύονταν αγόρια και κορίτσια απ' τις γύρω γειτονιές, οι περισσότεροι λαϊκοί άνθρωποι, απάγγελλαν ποιήματα που είχαν γράψει, χόρευαν και συζητούσαν περί Υπαρξισμού. Από μια στενή σκάλα ανέβαινες σε ένα σουρεαλιστικό σκηνικό με ραπτομηχανές, καθίσματα αυτοκινήτων, μοτέρ και μουσαμάδες, ξύλινους τοίχους γεμάτους αποκόμματα εφημερίδων, σκιτσάκια του καθενός και φωτογραφίες, ένα φύρδην-μίγδην. Ο Σίμος φοβόταν τις γάτες... Κάποια φορά ένα γατάκι ανέβηκε στην Παράγκα και φώναζε «Bγάλτε το έξω!». Απορήσαμε και τον ρώτησα «Σίμο, γιατί;». «Ρε αγαθέ», μου είπε, «το ξέρεις ότι οι γάτες είναι απόγονοι των τίγρεων;».

 

Θυμάμαι κάποια φορά που ένας θαμώνας ήρθε με έναν δημοσιογράφο, τον συστήνει στον Σίμο κι αυτός του λέει «τα αισθήματα του φίλου μας τα ξέρουμε και από το μέλλον». Έλεγε συνέχεια τέτοια ο Σίμος. Ήταν ο ομορφότερος, αλλά και ανοιχτός σε νέες ιδέες. Επίσης, ήταν για λίγο ηθοποιός του σινεμά. Είχε παίξει τον Μαρίνο Κοντάρ, έναν Κρητικό επαναστάτη, τον σωματέμπορα...

 

Η Παράγκα έκλεισε το τέλος της δεκαετίας του '50 που έφυγε ο Σίμος για την Ευρώπη (την έκλεισε η αστυνομία, έγιναν παράπονα από γονείς για κοπέλες που πέρναγαν την ώρα τους εκεί, κορίτσια 16 με 18, το πολύ 20), αλλά ο χώρος συνέχισε να υπάρχει ως άσυλο για τους backpackers που έρχονταν στην Αθήνα.

 

Ο Σίμος έγραφε συνέχεια, κατέγραφε τα πάντα. Μια φορά τρώγαμε σε ένα μικρό εστιατόριο κοντά στο Odeon στο Παρίσι και τον βλέπω στην αντανάκλαση στην τζαμαρία να αντιγράφει όσα έλεγε το μενού! Τράβαγε και συνέχεια φωτογραφίες. Πολλές φωτογραφίες, χιλιάδες. Κάποια φορά ο Κούνδουρος, που τον είχε δει να βγάζει φωτογραφίες σε μια αντιδικτατορική συγκέντρωση, φώναζε «βγάλτε τον έξω, ποιος είναι αυτός;». Τον είχε περάσει για σπιούνο. Όταν πέθανε, βρέθηκαν χιλιάδες φιλμ που δεν είχε ποτέ εμφανίσει...

 

Κάτι πρέπει να έμεινε από τα '60s, όχι μόνο σε μας που τα ζήσαμε, αλλά γενικά στον κόσμο. Όσα τρελά έγιναν όμως το σύστημα βρήκε ευκαιρία να τα κοροϊδέψει και να πει «τι ξεφτίλα ήταν αυτή», κι έτσι τα καλά τους σημεία έσβησαν. Στα μυαλά μένει η αντίσταση, η προσπάθεια για καλυτέρευση της φύσης και των ανθρώπων. Τα ναρκωτικά ήταν αυτά που τα χάλασαν όλα. Πολλοί πέρασαν σε αυτά και στον χιπισμό και έτσι βρήκαν ευκαιρία να τους αγοράσουν, να γίνουν έμποροι. Άρχισαν έτσι να ξεφτίζουν και να διαλύονται οι παρέες, πολλοί έφυγαν έξω. Τα πρώτα πέντε χρόνια ήταν όλα καλά, αλητείες με παρέες, rock 'n' roll, άντε και καμιά μαριχουάνα, μετά όμως το '65, που αρχίζουν οι πολιτικές ανωμαλίες και φτάνουμε στο τέρμα, διαλύθηκαν όλα. Πέφτει ένα γκριζάρισμα, άρχισαν τα κυνηγητά. Τις παρέες μου και μένα δεν μας κυνηγούσε κανείς, αλλά το '67 έφυγα έξω και κάπου εκεί ήταν το τέλος για τα ελληνικά '60s.