Πέμπτη 13/03

Βράζω πατάτες. Θα ετοιμάσω σπιτικά νιόκι. Όχι ότι υπάρχει άλλος τρόπος. Αυτό το φαγητό είναι απ’ αυτά που δεν συνιστάται να το παίρνεις από το σούπερ μάρκετ. Όλα είναι στην υφή του και στη φρεσκάδα. Σήμερα το φτιάχνεις, σήμερα το τρως. Μόλις βράσουν καλά οι πατάτες, τις ξεφλουδίζω, βγάζοντας μικρές κραυγές από τον πόνο του καψίματος και τις περνώ από μύλο, να λιώσουν. Προσθέτω αλάτι, πιπέρι, μοσχοκάρυδο και λίγη παρμεζάνα τριμμένη. Ανακατεύω και ανοίγω μια τρύπα στη μέση της ζύμης. Χτυπώ ξεχωριστά ένα αυγό, το βάζω στην τρύπα του μείγματος και ανακατεύω με τα χέρια. Προσθέτω αλεύρι, μεταφέρω στον πάγκο και ζυμώνω το μείγμα όσο πιο απαλά γίνεται για περίπου τρία λεπτά. Το πόσο αλεύρι χρησιμοποιώ έχει σχέση με το πόση υγρασία έχουν οι πατάτες μου. Μετατρέπω τη ζύμη μου σε μπαστούνια και κόβω σε μικρά κομμάτια. Δίνω το καθιερωμένο και κλασικό σχήμα των νιόκι πιέζοντας ελαφρά το κάθε ένα με την άκρη ενός πιρουνιού. Αυτό δεν είναι μόνο εφέ. Βοηθά και τη σάλτσα που θα φτιάξω να κολλήσει πάνω στο νιόκι. Παράλληλα, έχω στο φούρνο μια κολοκύθα κομμένη σε μεγάλα κομμάτια, να ψήνεται με αλάτι, πιπέρι, τα κλαράκια από το φασκόμηλο και σκόρδο. Σαράντα λεπτά μετά και όταν τα νιόκι ξεκουράζονται σκεπασμένα στον πάγκο της κουζίνας, η κολοκύθα έχει ψηθεί. Τη βγάζω από το φούρνο και αφήνω να κρυώσει για περίπου δεκαπέντε λεπτά. Την αλέθω στο food processor μέχρι να γίνει πολτός και προσθέτω ζωμό λαχανικών. Στο τηγάνι βάζω ελαιόλαδο. Μόλις αρχίζει να ζεσταίνεται προσθέτω μπέικον κομμένο στο μέγεθος των νιόκι, φύλλα φασκόμηλο και τέλος τον πολτό της κολοκύθας. Σιγοβράζω μέχρι να δέσει η σάλτσα (πέντε λεπτά) και ελέγχω το αλάτι. Βράζω τα νιόκι σε μπόλικο νερό για ένα λεπτό, σουρώνω και προσθέτω τη σάλτσα ανακατεύοντας ελαφρά για να πάει παντού. Σερβίρω με φρέσκο πιπέρι και παρμεζάνα. Κουράστηκα, αλλά αξίζει τον κόπο. Σούπερ γεύση και είναι μάλλον η τελευταία φορά για φέτος που τρώμε κολοκύθες…

Σάββατο 15/03

Η Αθήνα την άνοιξη είναι όνειρο. Μαλακή, πρόσχαρη. Είμαστε θαμμένοι στα σκουπίδια, αλλά ο όμορφος καιρός δεν αφήνει το θυμό να βγει. Κι έτσι τα στόματα δεν λένε αυτό που θέλουν και οι αρνητικές σκέψεις παίρνουν αναβολή. Κατεβαίνω τη Βουκουρεστίου. Όμορφες βιτρίνες, πανάκριβα πράγματα, ρούχα για αδύνατους. Να κάνουμε, λέει ο Ερρίκος, τη δίαιτα της σούπας από το Memorial Hospital. Την ακολουθούν οι παχύσαρκοι που πρέπει να κάνουν εγχείρηση και χάνουν εφτά κιλά σε δέκα μέρες. Δεν υπάρχει περίπτωση να τρώω αυτά τα χόρτα δέκα μέρες. Σταματάω για καφέ στο Brazilian στη Βαλαωρίτου. Το θρυλικό καφέ που ήταν ό,τι πιο σικ είχε η Αθήνα μεταφέρθηκε εδώ και ζει και πάλι δόξες. Θυμάμαι πριν οχτώ χρόνια που πήγα για πρώτη φορά στο παλιό. Οι ξύλινες βιτρίνες με τα μπισκότα, εσπρεσάκια στα όρθια. Θαύμα. Τώρα το Brazilian βλέπει σε ένα πεζόδρομο και είναι και πάλι πολύ ιδιαίτερο. Μαγικό. Ό,τι έρχεται από τα παλιά και έχει ιστορία είναι καλύτερο από τα νέα. Τέλεια κρουασάν, σκέφτομαι. Στον Ιανό χαζεύω με τις ώρες. Κοιτάω τα φωτογραφικά άλμπουμ, τον κατάλογο της έκθεσης του Κοζαλίδη, τα βιβλία αρχιτεκτονικής των εκδόσεων Phaidon. Πεταγόμαστε μέχρι το Notos Galleries Home και επιτέλους αγοράζουμε καινούργια μηχανή εσπρέσο. Είναι η ίδια με την παλιά. Nespresso Alessi. Κάνει καταπληκτικό καπουτσίνο. Θαύμα, τελειώνει το μαρτύριο με τον γαλλικό καφέ. Δεν αντέχεται. Θέλουμε αφρούς πάνω από τα μαύρα φαρμάκια! Δέκα και μισή το βράδυ ραντεβού για φαΐ στην Πλουτάρχου με Νάνσυ και Γιώργο και μετά σε ένα ημιυπόγειο μπαρ, σχεδόν μυστικό, σχεδόν Παρίσι, όλοι πίνουν ουίσκι, εγώ Bacardi. Η Άλεξ είναι εδώ, ο Γιάννης με τη Λίνα. Είναι απίθανο μέρος. Μαγικά φωτάκια, λάμπες καλυμμένες με κόκκινα υφάσματα. Τζαζ. Χτυπώ διακριτικά ξύλο και είμαι ευγνώμων για άλλο ένα καλό Σάββατο. Την εβδομάδα που μπαίνει ελπίζω να βρέξει λίγο ακόμα.

Σας φιλώ.