Η «Μελέτη για ένα γυμνό με φιγούρα στον καθρέφτη» και το «Τρίπτυχο 1974-1977», αμφότερα πίνακες του Φράνσις Μπέικον, θα δημοπρατηθούν στο Λονδίνο με τιμή έναρξης τα 66 εκατ. ευρώ. Πα μαλ, που λένε και οι Γάλλοι. Το ιδιάζον με τις σιωπηλές τέχνες (ζωγραφική, γλυπτική, αρχιτεκτονική) είναι ότι η δημιουργία αφήνει το ίχνος της καθιστώντας το μοναδικό. Ο πίνακας είναι ένας και αναντικατάστατος, υπάρχει μόνο σε ένα σημείο της οικουμένης, σε σπίτι, συλλογή ή μουσείο. Δεν επιδέχεται σωσία, καγκεμούσα, αντίγραφο, αντίτυπο. Δίδυμα δεν νοούνται στην τέχνη του ζωγράφου. Και τότε πώς εξηγείται ότι όλοι κατέχουμε ρεπροντιξιόν των μεγάλων έργων; Η ρε-προντιξιόν μηδενίζεται από το απλό «ρε». Η ανα-παραγωγή, το ανά-τυπο μοιάζει με το φωτογραφημένο παιδί. Θυμίζει το ζωντανό, αλλά δική του ζωή δεν έχει.

Άρα το «ένα» και μοναδικό εκτοξεύεται στα ύψη, κοστίζει περιουσίες επειδή καμιά δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να το υποκαταστήσει. Στην περίπτωση που κάποιος μανιακός του βάλει φόκο και το κάνει στάχτη, κάλλιστα ένας ασκημένος αντιγραφέας μπορεί να το αποδώσει ξανά κοιτώντας κάποια καλή ρεπροντιξιόν. Ιδού και πάλι το Καφενείο του Βαν Γκογκ. Τζούφια προσπάθεια! Το αρχέτυπο έργο ήταν διαποτισμένο από τη μυστική παρουσία του δημιουργού του, η εποχή κοιλοπόνεσε και το γέννησε ως απόλυτο, αντίθετα η αντιγραφή είναι διαβλητή και περιφρονητέα επειδή άσκησε το σαθρό δικαίωμα της επανάληψης. Στη θέση του ανεπανάληπτου έθεσε βέβηλα το έκτυπο, το οποίο μάλιστα καταγγέλλεται ειδικά όταν είναι φτυστό με το πρωτότυπο.

Στην τέχνη της γραφής παρόμοια δράματα αποκλείονται. Αρχέτυπο υπάρχει βέβαια, είναι τα βασανισμένα χειρόγραφα, με διαγραφές, λάθη, μουτζούρες, δυσανάγνωστα σημεία. Προτού περάσει το κατώφλι του τυπογραφείου, το χειρόγραφο έχει τη (μοναδική) αξία του πίνακα, παρ' ότι ακόμα δεν έχει φορέσει τα καλά του· είναι κι αυτό ένα και μοναδικό. Με τη διαφορά ότι η εκτύπωση σε χιλιάδες και ενίοτε σε εκατοντάδες και εκατομμύρια αντίτυπα λύνει τα μάγια της μοναδικότητας. Το βιβλίο κυκλοφορεί παντού ισοτίμως, όπως η Βίβλος που εκτιμάται εξίσου στα τραπεζάκια των ξενοδοχείων, στα αναλόγια της Εκκλησίας ή στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Φυσικά υπάρχουν και οι πολύτιμες εκδόσεις, η Φιουρν για τον Μπαλζάκ, μόνο που ποτέ δεν λέμε ότι όποιος διαβάζει τα Χαμένα όνειρα σε τσέπης χάνει κάτι από την ουσία του βιβλίου. Μια φτηνή φωτοκόπια του Θεαίτητου αξίζει -πνευματικά- όσο και η καλύτερη έκδοση Μπυντέ ή Λειψίας.

Η τυπογραφία, με άλλα λόγια, επέτυχε το απλούστατο: δεν κατέστησε απλώς όλα τα αντίτυπα ισότιμα, επιπλέον μηδένισε το θησαυρό του μοναδικού έργου. Ενώ στη ζωγραφική καίμε το ένα έργο, στα βιβλία πρέπει να κάψουμε όλα τα αντίτυπα για να ισχυριστούμε ότι ξεμπερδέψαμε με το αριστούργημα. Και όχι μόνο αυτό. Πρέπει επιπλέον να καταστρέψουμε και τις μήτρες. Και φυσικά τα χειρόγραφα αν υπάρχουν.

Ένα από τα αμφιλεγόμενα ζητήματα είναι αν ο ίδιος ο ζωγράφος μπορεί να ξανα-ζωγραφίσει το έργο του. Η αυθόρμητη άρνηση των ειδημόνων υπερβαίνει απείρως τα τερτίπια του καλλιτεχνικού χρηματιστηρίου. Ούτε ο ζωγράφος μπορεί να το (επανα)λάβει ούτε ο συγγραφέας να το (ξανα)γράψει. Ενδέχεται στη θέση του κατεστραμμένου ή του χαμένου έργου να δημιουργήσει κάτι ανώτερο. Το ίδιο όμως, το ίδιο ακριβώς, αποκλείεται. Ο αποκλεισμός δεν αφορά απλώς τη σύμπτωση, τη δυνατή μνήμη ή τη διάθεση. Υποκρύπτει την απόλυτη πίστη στο πνεύμα. Όσο κι αν η ουσιοκρατία ξεθώριασε, όλοι φρονούμε ότι η δημιουργικότητα αποτελεί ασύμμετρο μέγεθος προς το δημιουργό. Τον επιστρατεύει, τον χρησιμοποιεί, του υπαγορεύει τις κινήσεις του. Όπως ακριβώς το ερωτικό πάθος υπερβαίνει τον ερωτευμένο. Το έργο πλάθεται σε κατάσταση υπνοβατικής καθοδηγήσεως, δεν είναι χειρωναξία, υπολογισμός ή επιδεξιότητα. Δωρίζεται, δεν κατασκευάζεται.

Γιατί όμως να δεχτούμε ότι ένα γλυπτό του Μποτέρο δεν μπορεί να αναπαραχθεί; Με τα σύγχρονα μέσα το αντίγραφο χάνει το υποτιμητικό «αντί» του. Αντιγράφουμε το γλυπτό όπως αντιγράφουμε και ένα τυπωμένο βιβλίο. Πνεύμα εκεί, πνεύμα κι εδώ. Το ίδιο ισχύει και με τα αρχιτεκτονήματα, πόσω μάλλον που αυτά έχουν μεγάλο συντελεστή κατασκευαστικότητας. Τοίχοι, μυτερές στέγες, παράθυρα, αίθρια, διάδρομοι, γυάλινα διαζώματα. Και ένας μέτριος εργολάβος, αν επιμείνει, μπορεί να καταργήσει τη μοναδικότητα.

Η απροσδιόριστη λεπτομέρεια εν προκειμένω αφορά όχι αυτό που βλέπουμε, παρά εκείνο που προηγήθηκε του ορατού. Η πρώτη σύλληψη αλλάζει τον κόσμο, όχι η αναπαραγωγή της. Σε κάθε σύλληψη την έχουν στημένη άπειρες δευτεράντζες -η ίδια η δημοκρατία- που σαν τα σμήνη των αφρόψαρων τσιμπολογάνε το δόλωμα μέσα σε ακατάσχετο συμφυρμό. Από προσωπική πείρα ο καθένας γνωρίζει ότι διαρκώς δουλεύουμε με ξένες σκέψεις, με δανεικές ιδέες, με παραχωρημένες χειρονομίες. Η μετριότητα έχει κι αυτή το μέγα δράμα της.

Ωστόσο το δράμα είναι ακόμα μεγαλύτερο για τους ίδιους τους δημιουργούς που πάντα νιώθουν κατώτεροι εκείνου που δημιουργούν. Η έμπνευση, το εξαίφνης που αλλάζει τους ρυθμούς του κόσμου και φέρνει κάτι καινοφανές στο είναι, δεν υπακούει σε κάτι δεδομένο. Αν η τεχνική αρκούσε, όλοι θα ήμασταν αρχιμάστορες από πρώτο χέρι. Η τεχνική κλέβεται, το έργο όχι. Άρα σωστά τα καλλιτεχνικά χρηματιστήρια κάνουν χρυσές δουλειές. Ουσιαστικά προβάλλουν τα έργα και αφήνουν στη σκιά τον άνθρωπο. Θέλοντας και μη πρεσβεύουν ότι το έργο ανήκει σε ανώτερη τάξη από αυτόν που το έπλασε. Απόδειξη ότι ο ζωγράφος πεθαίνει, ενώ ο πίνακας όχι.