Πού άλλα χρόνια, όταν η μόνη μας έννοια τέτοια εποχή ήταν πότε θα την κάνουμε και ποιον προορισμό να επιλέξουμε, μέσα ή κι έξω από την Ελλάδα! Όμως τούτο το καλοκαίρι αφενός συμβαίνουν, με εξοντωτικούς μάλιστα ρυθμούς, πράγματα που μας «καίνε» περισσότερο και από 45άρη καύσωνα, αφετέρου πολλοί δεν διαθέτουμε τα φράγκα –μην αναφερθώ στην ψυχολογία– ούτε καν για μια κοντινή, ολιγοήμερη απόδραση (ή κι αν τα διαθέτουμε, προτιμάμε να το κρατάμε μυστικό, ωσάν να επρόκειτο για κάποιον απαγορευμένο καρπό). Μόνο οι κατέχοντες σπίτι σε χωριό είναι σε ελαφρώς καλύτερη μοίρα. Δεν ξέρω πώς θα γίνει να αποσυμπιεστεί κάπως η υπερένταση που ζούμε καθημερινά τον τελευταίο καιρό –ίσως το ελληνικό... δαιμόνιο βρει, τελικά, τον τρόπο, ακόμα και για τους λιγότερο προνομιούχους από μας–, ώστε να μην αναφλεγεί πρόωρα το εγγυημένα «θερμό» φθινόπωρο που είναι καθ' οδόν. Εψές αργά, όμως, έκλεισα τα πάντα κι άραξα στο μπαλκόνι, μετρώντας τα άστρα πάνω από τον μισοκαμένο Υμηττό απέναντι. Προτού καλά-καλά το καταλάβω, αγκαλιάστηκα με τον Μορφέα και είδα, που λες, ένα όνειρο «κουφό».


Είδα ότι ζούσα σε μια χώρα που, παρότι καθημαγμένη από μια κρίση δίχως κανένα ορατό τέλος, παρότι μπερδεμένη, απογοητευμένη, αποπροσανατολισμένη και βαθιά διχασμένη κοινωνικά και ιδεολογικά, κατάφερε να ανατρέψει όλα τα προγνωστικά και να ξαναπάρει τα πάνω της, χωρίς να χρειαστεί να «θυσιάσει» τον μισό της πληθυσμό γι' αυτό. Έχουν ξανασυμβεί, άλλωστε, σε αυτό τον τόπο τέτοια σκηνικά, απλώς οι περισσότεροι ήμασταν αγέννητοι ή μωρά τότε, άσε που έπρεπε, φαίνεται, τελικά να ζήσει και η δική μας γενιά, στην οικονομική του, έστω, μορφή, αυτό τον περίφημο πόλεμο που πάντα οι γονείς μας μάς μακάριζαν πόσο τυχεροί σταθήκαμε που δεν γνωρίσαμε.

 

Είδα θάλασσες κι ακτές σε Αιγαίο και Μεσόγειο πιο φιλόξενες για τους κυνηγημένους αυτού του κόσμου, που εξάλλου δεν θα πάψουν να έρχονται όσο οι δικοί τους μικροί κόσμοι συντρίβονται από μεγαλύτερους.


Είδα ότι οι πολιτικοί μας γίνηκαν πιο σοβαροί, ειλικρινείς κι αξιόπιστοι, γιατί εμείς οι ίδιοι δεν τους αφήνουμε πλέον περιθώρια να κινηθούν διαφορετικά. Δεν περιμένουμε πια να φτιάξουμε τη φάση μας χάρη σε κάποια υψηλή γνωριμία ή ένα χοντρό ρουσφέτι, αποχαιρετήσαμε διαπαντός τον «μπάρμπα στην Κορώνη», αφήνοντας έτσι και τα λογής διαπλεκόμενα, πολιτικά ορφανά. Γίναμε όμως, λέει, κι εμείς οι πολίτες συνεπέστεροι στην αντιστοιχία λόγων, ιδεών και τρόπου ζωής μας. Αντί, έτσι, να φαντασιωνόμαστε παλλαϊκούς ξεσηκωμούς από το αναπαυτικό σαλόνι του σπιτιού μας ή να υστεριάζουμε, αντίστοιχα, με όσους δεν συμμερίζονται τη δικιά μας βολή, κοιτάμε καταρχήν να εφαρμόζουμε πρακτικά όσο γίνεται όλα αυτά τα καταπληκτικά, υπέροχα πράγματα στα οποία πιστεύουμε, από την προσωπική ζωή μέχρι τις επαγγελματικές και κοινωνικές μας σχέσεις.

 

Είδα ότι αντί να τρώμε τα συκώτια μας βρίζοντας, να κανιβαλίζουμε εαυτούς και αλλήλους ή να αναμασάμε την ex cathedra αποψάρα του κάθε ειδικού, ανακαλύπτουμε πιο παραγωγικούς κι αλληλέγγυους τρόπους να συνυπάρχουμε, να αμφισβητούμε αλλά και να δημιουργούμε ακηδεμόνευτα. Πολιτική, διάβασα κάπου, είναι ο τρόπος που διαλέγεις να ζεις – ψέματα; Αλλάζοντας το σπίτι, τη γειτονιά, την κοινότητα, μπορεί να καταφέρουμε να αλλάξουμε κι αυτή την κωλοχώρα. Ξεφύγαμε έτσι, λέει, από όλη αυτήν τη βαλτωμένη, ομφαλοσκοπική κι εν τέλει σκοταδιστική κουλτούρα που συχνά-πυκνά αναπαράγουν η παιδεία, η κοινωνική οργάνωση, τα ΜΜΕ αλλά και η πολιτική σκηνή μας, από την τέρμα Δεξιά μέχρι την τέρμα Αριστερά και τα Εξάρχεια ακόμα.


Είδα την προοπτική μιας ενωμένης Ευρώπης να αποκτά ευρύτερους προβληματισμούς από το αν το αλατισμένο σουβλάκι θα πρέπει να πωλείται υψηλότερα από το ανάλατο και γιατί το κουλούρι με σταφίδα οφείλει να φορολογείται διαφορετικά από το σκέτο. Γιατί οι πολίτες της Ευρώπης δεν την κάναμε κοινό μας τάχα σπίτι για να γίνουμε κλοτσοσκούφι μιας δράκας διορισμένων τεχνοκρατών που απολογούνται μόνο στους τραπεζίτες και στους χρηματιστές. Επιπλέον, το αντίδοτο στον ανορθολογισμό που μας προσάπτουν δεν είναι η άρρωστη τυπολατρία, όπως και το αντίδοτο σε μια «σπατάλη» ζωή δεν είναι η μοναστηριακή λιτότητα για τους πολλούς και το χλιδάτο πάρτι για τους λίγους. Υπόψη ότι η με τόση σπουδή τακτοποιημένη σε κουτάκια και απολυτοποιημένη «κοινή λογική» δεν οδήγησε μόνο σε οικονομικά θαύματα αλλά και στη βιομηχανική εξόντωση ολόκληρων πληθυσμών.


Είδα θάλασσες κι ακτές σε Αιγαίο και Μεσόγειο πιο φιλόξενες για τους κυνηγημένους αυτού του κόσμου, που εξάλλου δεν θα πάψουν να έρχονται όσο οι δικοί τους μικροί κόσμοι συντρίβονται από μεγαλύτερους. Ότι κανείς θεός δεν χρειάζεται πια να ξοδεύει άπειρο μπλε για να μη βλέπουμε το απέραντο θανατερό κόκκινο.


Είδα, ακόμα, ότι αντί να απαγορευτεί το σπιτικό τσίπουρο, νομιμοποιήθηκε κι ο σπιτικός μπάφος. Αλλά, δυστυχώς, κάπου εκεί ξύπνησα!