Η δίψα για τον τίτλο του πιο κατατρεγμένου λαού αποτελεί μέρος της εθνικιστικής «λογικής» λαών που μάλλον απέτυχαν να ικανοποιήσουν τις ίδιες τους τις προσδοκίες. Στην περίπτωση ημών των Ελλήνων, η δίψα αυτή δεν παραμένει ποτέ κρυμμένη κάτω από την επιφάνεια και με την παραμικρή αφορμή αναδύεται άσχημη και απειλητική. Όπως, για παράδειγμα, τώρα, στο πλαίσιο της συζήτησης του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου που, μεταξύ άλλων, έδωσε το έναυσμα για συγκρίσεις μεταξύ του ολοκαυτώματος των Εβραίων από τους Ναζί και της σφαγής των Ελλήνων του Πόντου και της Μικρασίας με... «έπαθλο» το δικαίωμα στον όρο «γενοκτονία».

 

Το αντιρατσιστικό νομοσχέδιο καθαυτό έχει δημιουργήσει μια αντιπαράθεση που δεν αφορά τον ρατσισμό στην κοινωνία μας αλλά το δικαίωμα του ελληνικού κράτους στον επίσημο, επιλεκτικό ρατσισμό. Αν το ζητούμενο ήταν, απλώς, το να ποινικοποιηθούν οι φυλετικές διακρίσεις (κάτι που ισχύει, αν και με κακή διατύπωση, από το 1979, βλ. Ν. 927/1979 «περί κολασμού πράξεων ή ενεργειών αποσκοπουσών εις φυλετικάς διακρίσεις») το πρόβλημα θα λυνόταν πολύ απλά, θέτοντας εκτός των ορίων του νόμου οποιαδήποτε διάκριση ή προσβολή που βασίζεται στη φυλετική καταγωγή, στο χρώμα του δέρματος, στο φύλο και στις σεξουαλικές προτιμήσεις των ατόμων.


Όμως, σε μια χώρα όπου θεωρείται θεμιτή η ρατσιστική νομοθεσία από το ίδιο το Κοινοβούλιο, ένα τέτοιο νομοσχέδιο θα αποτελούσε σχήμα οξύμωρο. Παραδείγματος χάριν, να σας θυμίσω ότι ζούμε σε μια χώρα όπου αν ένας, π.χ. Ουκρανός, «αποδείξει» ότι η προγιαγιά του είχε «αίμα ελληνικό», εξασφαλίζει ελληνικό διαβατήριο (τουλάχιστον πολύ πιο εύκολα από κάποιον άλλον Ουκρανό που στερείται το εν λόγω DNA, ο οποίος μπορεί μάλιστα να γνωρίζει άπταιστα αρχαία ή και νέα ελληνικά). Να σας θυμίσω ακόμα πως στη χώρα μας η πλειοψηφία της Βουλής απεφάνθη ότι δεν αρκούν η ελληνική υπηκοότητα και οι κατάλληλοι βαθμοί στις εισαγωγικές εξετάσεις για να γίνει αποδεκτός ένας νέος άνθρωπος στις στρατιωτικές ή αστυνομικές σχολές – απαιτείται να έχει και το «σωστό αίμα».

 

Zούμε σε μια χώρα όπου αν ένας, π.χ. Ουκρανός, «αποδείξει» ότι η προγιαγιά του είχε «αίμα ελληνικό», εξασφαλίζει ελληνικό διαβατήριο (τουλάχιστον πολύ πιο εύκολα από κάποιον άλλον Ουκρανό που στερείται το εν λόγω DNA, ο οποίος μπορεί μάλιστα να γνωρίζει άπταιστα αρχαία ή και νέα ελληνικά)
Zούμε σε μια χώρα όπου αν ένας, π.χ. Ουκρανός, «αποδείξει» ότι η προγιαγιά του είχε «αίμα ελληνικό», εξασφαλίζει ελληνικό διαβατήριο (τουλάχιστον πολύ πιο εύκολα από κάποιον άλλον Ουκρανό που στερείται το εν λόγω DNA, ο οποίος μπορεί μάλιστα να γνωρίζει άπταιστα αρχαία ή και νέα ελληνικά)

 

Κανείς ρατσιστής δεν αποδέχτηκε ποτέ ότι είναι... ρατσιστής. Παντού και πάντα στρέφεται σε κάποια άλλη εύσχημη επεξήγηση των ρατσιστικών του απόψεων και πρακτικών. Έτσι και η επίσημη Ελλάς ταμπουρώνεται πίσω από την έννοια της «ιθαγένειας» (που διαφέρει από την υπηκοότητα), της εθνικής μας «ιδιαιτερότητας», της «εξ ανατολών απειλής» κ.λπ. Εξού και οι ατέρμονες συζητήσεις για το περιεχόμενο ενός νομικού κειμένου, του αντιρατσιστικού νομοσχεδίου, που δεν μπορεί παρά να αναδείξει τον παραλογισμό και την αντίφαση μιας κοινωνίας που δεν θέλει επ' ουδενί να χαρακτηρίζεται ρατσιστική αλλά που, παράλληλα, επιμένει να υπερασπίζεται την «υποχρέωση» του κράτους της να εφαρμόζει ρατσιστικά κριτήρια και να προβαίνει συστηματικά σε ρατσιστικές διακρίσεις. Γι' αυτό και η ανόητη συζήτηση για το αν ο διωγμός και οι σφαγές των Ελλήνων της Μικρασίας είναι ή όχι γενοκτονία που πρέπει να αναφέρεται στον προς ψήφιση νόμο ως ισάξια του ολοκαυτώματος των Εβραίων.


Και μια και το έφερε ο λόγος, η περίπτωσή μας έχει ένα κοινό με το εβραϊκό κράτος αλλά και μια μεγάλη διαφορά. Ισραήλ και Ελλάδα (αλλά και Γερμανία) εφαρμόζουμε καθαρά ρατσιστική μεταναστευτική πολιτική, στον βαθμό που (όπως έγραφα πιο πάνω) η «απόδειξη» ότι στις φλέβες κάποιου προγόνου ενός ξένου τρέχει το «σωστό αίμα» αρκεί για να προαχθεί ο συγκεκριμένος ξένος στην αρχή της ουράς των υποψήφιων για διαβατήριο και υπηκοότητα.


Όσο για τη διαφορά στην οποία αναφέρθηκα, και με κίνδυνο να εξαγριώσω τους υπερπατριώτες συμπατριώτες μας, είναι η εξής: στόχος των σφαγών των Ελλήνων της Μικρασίας ήταν η εθνοκάθαρση της Τουρκίας απ' όλους τους μη μωαμεθανούς που αρνιόντουσαν να υπαχθούν στο τουρκικό έθνος. Μπορεί η σφαγή αυτή να ήταν απάνθρωπη, να είχε ποσοστό θυμάτων απερίγραπτο, να βασιζόταν σε κρατικό σχεδιασμό ακριβείας (από τον οποίο, όπως φαίνεται, εμπνεύστηκε ο Χίτλερ το ολοκαύτωμα των Εβραίων), όμως –και αυτό έχει σημασία– απώτερος στόχος των σφαγών ήταν η εθνοκάθαρση.


Στόχος των τουρκικών ορδών ήταν, πράγματι, να μη μείνει Έλληνας ή Αρμένης στον Πόντο, στη Μικρασία. Δεν ήταν να μη μείνει Έλληνας ή Αρμένης πουθενά στον πλανήτη! Και εδώ έγκειται η διαφορά με το δράμα των Εβραίων: στόχος των Ναζί ήταν να μη μείνει ζωντανός Εβραίος ούτε στην Καραϊβική, ούτε στη Χιλή, ούτε στο νησί του Ροβινσώνα Κρούσου ακόμα. Όπως γνωρίζουμε από την ιστορική μελέτη της προπολεμικής περιόδου, χρόνια πριν η ναζιστική Γερμανία εξαπολύσει τη Βέρμαχτ και τα Ες Ες στην υπόλοιπη Ευρώπη, κατέγραφε προσεκτικά όλες τις εβραϊκές κοινότητες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής με καταλόγους ονομάτων και διευθύνσεων που θύμιζαν τους πλήρεις καταλόγους συλλεκτών, φιλοτελιστών, που πασχίζουν να καταγράψουν και το τελευταίο γραμματόσημο ώστε κάποια στιγμή να το αποκτήσουν. Στόχος αυτών των καταλόγων ήταν να «συλλέξουν» και τον τελευταίο Εβραίο με σκοπό την πολτοποίηση. Αυτό είναι, λοιπόν, που καθιστά μοναδική τη σφαγή, το ολοκαύτωμα, των Εβραίων και τη διακρίνει από την τύχη των Ποντίων και άλλων λαών που δολοφονήθηκαν μαζικά με στόχο τη γεωγραφική εθνοκάθαρση – κάτι που βέβαια δεν έκανε το μαρτύριό τους λιγότερο απάνθρωπο ή περισσότερο αποδεκτό.


Πέραν, όμως, αυτής της πικρής ιστορικής αλήθειας, επιστρέφοντας στο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, αυτές οι αναφορές σε σφαγές ή γενοκτονίες δεν εξυπηρετούν κανέναν καλό σκοπό αλλά, απλώς, μας δίνουν την ευκαιρία να μη διακρίνουμε ότι κράτη όπως το δικό μας και το Ισραήλ αδυνατούν να νομοθετήσουν εναντίον του ρατσισμού όταν, την ίδια ώρα, απαιτούν να εφαρμόζονται απροκάλυπτα ρατσιστικές πολιτικές.