Στο τέλος του σύντομου βιβλίου του περί του Νοήματος της Ζωής, ο Τέρι Ήγκλετον, αφού έχει αναλύσει και απορρίψει όλους τους έως τώρα φιλοσοφικούς και πολιτικούς ορισμούς περί του τίτλου του βιβλίου του, δίνει τον δικό του ορισμό του «νοήματος της ζωής», χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της κουβανικής μπάντας Buena Vista Social Club: πρόκειται, γράφει, για ένα ολοκληρωμένο «όλον» που παράγει καθαρές, ενοποιητικές αρμονίες, βασιζόμενο σε άτομα ελεύθερα να αυτοσχεδιάζουν. Τα μέλη της μπάντας ούτε απλώς ακολουθούν μια «κεντρικά σχεδιασμένη» παρτιτούρα, γραμμένη από τον ένα και μοναδικό συνθέτη-δυνάστη, ούτε και παίζουν ό,τι τους κατέβει ο καθένας, άναρχα και εις βάρος της συνολικής αρμονίας. Αντίθετα, ακολουθούν τη μέση οδό που οδηγεί στη σύνθεση της ελευθερίας του κάθε μουσικού σε ένα αρμονικό σύνολο, το οποίο εμπλουτίζει, αντί να περιορίζει, την εμπειρία του καθενός. Ο αυτοσχεδιασμός τους επιβεβαιώνει την ατομική τους ελευθερία όχι επειδή επιτρέπει στον καθένα να επιλέγει αυτόνομα όποια νότα του καπνίσει αλλά επειδή η ελευθερία τους «απογειώνεται» όταν όλες οι αυτοσχεδιασμένες μουσικές φράσεις τους ως διά μαγείας συνδυάζονται αρμονικά, ως εάν από κάποιον αόρατο διευθυντή ορχήστρας.


Το ερώτημα, πέραν της μουσικής σκηνής, είναι: πώς μπορεί να συνδυαστεί η μέγιστη ατομική ελευθερία με την κοινωνική αρμονία και το αρμονικό «όλον» στις κοινωνίες μας συνολικά; Ο Άνταμ Σμιθ ήλπιζε ότι μια τέτοια σύνθεση θα την επιφέρει η ανταγωνιστική αγορά, ότι μέσα από τον ανταγωνισμό ιδιωτών, οι οποίοι νοιάζονται ο καθένας μόνο για τον εαυτό του, θα εξυπηρετηθεί το κοινωνικό συμφέρον σαν από ένα αόρατο χέρι, το οποίο θα μετατρέπει (κόντρα στις βουλές των ατόμων) τις ποταπές μας δράσεις σε κοινωνική ευδαιμονία.


Βέβαια, ο Σμιθ θεωρούσε ότι αυτό το «θαύμα» μπορεί να συμβεί μόνο στο πλαίσιο ανταγωνιστικών αγορών, στις οποίες συμμετέχουν αποκλειστικά μικρές οικογενειακές επιχειρήσεις. Γι' αυτό, κόντρα σε όσους παραπέμπουν στον Σμιθ για να υπερθεματίσουν για τον σημερινό καπιταλισμό των μεγάλων συγκροτημάτων και των τραπεζικών κολοσσών, ο Σμιθ ήταν γνωστός πολέμιος ενός συστήματος αγορών στις οποίες κυριαρχούν μεγάλες, ανώνυμες εταιρείες. Τις απέρριπτε επειδή τον τρόμαζε ο καταστροφικός (σύμφωνα με τον Σμιθ) διαχωρισμός της ιδιοκτησίας (που διασπείρεται σε πολλούς μετόχους) από τη διοίκηση (την οποία ασκούν επαγγελματίες μάνατζερ).


Για πάνω από διακόσια χρόνια ζούμε στον απόηχο μιας συνεχούς διαμάχης μεταξύ εκείνων που πιστεύουν στην ανωτερότητα της ατομικής πρωτοβουλίας και του ανταγωνισμού από τη μία, και των αντιπάλων τους, από την άλλη, που πρεσβεύουν ότι η κοινωνία τείνει στη βαρβαρότητα χωρίς συνεχείς κρατικές παρεμβάσεις και συλλογικότητα. Η ιδέα του Ήγκλετον δίνει την ευκαιρία, σε όποιον ενδιαφέρεται, να αποδράσει από αυτήν τη στείρα αντιπαράθεση της ατομικής ελευθερίας με τηνσυλλογικότητα, του αγοραίου ανταγωνισμού με τις κρατικές, συλλογικές παρεμβάσεις. Πράγματι, ίσως ήρθε η στιγμή να κατανοήσουμε ότι μετά το 1991 (που ήταν το Βατερλώ του κομμουνισμού) και το 2008 (που ήταν ένα αντίστοιχο Βατερλώ για τον καπιταλισμό) απαιτούνται νέες αφηγήσεις.


Σαν τι, δηλαδή; Την περασμένη εβδομάδα, θέλοντας και μη, αναγκάστηκα να δώσω προσοχή στο αμερικανικό ποδόσφαιρο, το NFL, καθώς εδώ στην Αμερική ήταν αδύνατον να αποφύγει κανείς το Superbowl, τον τελικό του πρωταθλήματος που φέτος έγινε στη Νέα Ορλεάνη. Το NFL, ως άθλημα, αποτελεί το αποκορύφωμα του βίαιου ανταγωνισμού. Στο γήπεδο, δύο στρατοί καλογυμνασμένων υπερ-αθλητών τα δίνουν όλα για τη νίκη, το χρήμα, τη δόξα. Οι ομάδες κάνουν τα αδύνατα δυνατά για να νικήσουν. Ο δρόμος για το πρωτάθλημα σπέρνεται με πληγωμένα κορμιά και καταρρακωμένους εγωισμούς. Στην πορεία, όμως, παράγεται συντροφικότητα και ψυχαγωγία τόσο μέσα στο γήπεδο όσο και σε ολόκληρη την χώρα. Μάλιστα, και εδώ είναι το παράδοξο, το NFL, το άθλημα που γεννήθηκε στην καρδιά του διεθνούς καπιταλισμού, το κατ' εξοχήν ανταγωνιστικό αμερικανικό άθλημα, βασίζεται στον κεντρικό προγραμματισμό και σε καθαρά σοσιαλιστικές αρχές!


Πρώτον, οι ομάδες δεν δικαιούνται να ξοδέψουν πάνω από ένα συγκεκριμένο ποσόν, ώστε να μη μαζεύουν οι καλύτερες ομάδες τους καλύτερους παίκτες εις βάρος των αδύναμων. Δεύτερον, και πιο συνταρακτικό, οι καλύτεροι παίκτες της μίας σεζόν αναγκάζονται να παίξουν για την ασθενέστερη ομάδα την επόμενη σεζόν. Γιατί; Επειδή ο πραγματικός ανταγωνισμός απαιτεί οι ομάδες να μην έχουν μεγάλη διαφορά δυναμικού. Για να μην κερδίζουν, λοιπόν, οι ίδιες και οι ίδιες ομάδες, με αποτέλεσμα τη συρρίκνωση του ενδιαφέροντος, το ανταγωνιστικότατο αυτό πρωτάθλημα οργανώνεται στη βάση ενός Κεντρικού Προγραμματισμού, ο οποίος εμποδίζει τους παίκτες να πάνε στις ομάδες που θα τους ήθελαν, καθώς και τους ιδιοκτήτες των ομάδων να αγοράζουν όποιον παίκτη θέλουν. Έτσι, όπως θα έλεγε και ο Βίτγκενσταϊν, οι περιορισμοί απελευθερώνουν το πραγματικό πνεύμα του ανταγωνισμού, σταματώντας τους ισχυρούς από το να μονοπωλούν τους καλύτερους παίκτες και να σκοτώνουν, έτσι, το ενδιαφέρον των περισσότερων γηπεδικών συναντήσεων.


Μεταξύ του παραδείγματος του Ήγκλετον, σχετικά με τους Buena Vista Social Club, και του NFL, ελλοχεύουν χρήσιμες ιδέες για την καλή καγαθή κοινωνία του μέλλοντος. Ο κεντρικός σχεδιασμός παντρεύεται με τον ανταγωνισμό, η ατομική ελευθερία αναδεικνύεται μέσα από τη συλλογικότητα, ο σοσιαλισμός συμβιώνει με την αγορά, η αρμονία παύει να απαιτεί έναν δυνάστη που την υπαγορεύει, ο αυτοσχεδιασμός ξεφεύγει από τον ετσιθελισμό.


Το «μόνο» που μας λείπει τώρα είναι να βρούμε τον τρόπο να οργανώσουμε το ευρύτερο οικονομικό παίγνιο της ζωής στη βάση του Αμερικανικού NFL και να ενορχηστρώσουμε την πολιτική μας «συζήτηση» με τρόπο που να θυμίζει τον αρμονικό αυτοσχεδιασμό ενός Buena Vista Social Club.