Κατεβαίνοντας σήμερα στη δουλειά, καρφώθηκα σ’ ένα περίπτερο της Ερμού. Σ’ ένα ράφι προεξείχε αυτό το εξώφυλλο και είδα το λογότυπο του «Newsweek» αλλαγμένο.

Για εσάς, που δεν είναι η δουλειά σας, τέτοια πράγματα ίσως είναι ασήμαντα. Για εμάς,τους ανθρώπους των περιοδικών, είναι σαν Σεισμός στην Ιταλία (χωρίς έναν Κλάιστ να τον ιστορήσει). Είναι οι δομές της ζωής μας, δηλαδή της αισθητικής μας. Γιατί ζούμε με το ένα πόδι στο Τι θέλουμε να πούμε και με το άλλο στο Πώς πρέπει να το πούμε. Οι γραμμές, οι γραμματοσειρές, τα χρώματα, η ατέρμονη συνομιλία όγκων / νοήματος / λέξεων / εικόνας (αυτό που χοντρικά ονομάζουμε γλώσσα της επικοινωνίας) είναι η καθημερινή μας μάχη. Που αλλάζει αενάως, ανάλογα με τις αλλαγές του καιρού και τις διαθέσεις σας. Αν συνεργήσουν δεκάδες σωστές επιλογές και δεξιότητες, τότε μόνο κατακτάμε το φευγαλέο μας τρόπαιο: την Προσοχή σας. Κι αν όλα αυτά δοκιμαστούν μέσα στα χρόνια με τη ζωή μας και τις πράξεις μας, τότε φτάνουμε στην τελική κατάκτηση των εντύπων: την εκτίμησή σας. Γιατί όλοι εμείς γράφουμε μόνο για έναν λόγο: να εκτιμηθούμε. Ειδικά αυτά τα χρόνια, που κάθε προσδοκία κέρδους μοιάζει με ανέκδοτο.

To «Νewsweek» (υπό τη δαιμόνια, αλλά κάπως γερασμένη Τίνα Μπράουν) είχε την καλή ιδέα, παρουσιάζοντας τον νέο κύκλο του «Mad Men», να κυκλοφορήσει όπως κυκλοφορούσε το 1965. Με ίδιο lay-out, λογότυπο και γραμματοσειρές. Το ξεφύλλισα με ένα χαμόγελο χαράς. Είκοσι χρόνια έχουν περάσει αφότου, σ’ ένα διαμέρισμα της Κεντρικής Αγοράς, κοπανιόμουν πάνω στο τείχος της γραφιστικής, προσπαθώντας να αποκωδικοποιήσω τα Futura, τα διάστιχα και αυτό που, ξεφυλλίζοντας, ονομάζω «σκηνοθεσία της εναλλαγής» -συχνά με άτσαλα αποτελέσματα- κι ακόμα με ηδονίζει η σκέψη ενός redesign. Πιο πολύ και από τη μεγάλη εικόνα, μου αρέσει η μικρή. Εννοώ, όσο μεγάλο και αν είναι το όραμα ενός περιοδικού, με σαγηνεύουν, ίσως περισσότερο, τα υλικά της κατασκευής του, οι πέτρες του, η λάσπη του: το μέγεθος του οφθαλμού, τα λευκά του, το photo-editing κ.λπ. Αγαπώ αυτήν τη μαστορική, αν και στενοχωριέμαι που δεν έχω άπλετο χρόνο να δοκιμάσω τριακόσιες φορές αν τα εφτάρια γράμματα είναι προτιμότερα από τα οχτάρια – και όλους τους πιθανούς συνδυασμούς ενός μπουκέτου από λέξεις κι εικόνες.

Νομίζω ότι αυτή η προσήλωση στα υλικά είναι ένα είδος υποχονδρίας μου γενικής. Το Σαββατοκύριακο έτυχε να διαβάσω την Τρικυμία του Σαίξπηρ στη μετάφραση του (επιμελούς) Χατζόπουλου. Στο τραγούδι του Άριελ κάτι μου κουδούνισε:

 

Σε βάθος απύθμενο κείται ο γονιός σου.

Τα οστά του γινήκαν κοράλλια

κι εκεί που ήταν πρώτα οι βολβοί των ματιών του,

δυο κάτασπρα μαργαριτάρια.

Ό,τι είχε φθαρτό, τα νερά το αλλάζουν

σε κάτι παράξενο και μαγικό...


Θυμόμουν τους λίγους στίχους που είχε μεταφράσει ο Σεφέρης στο επίμετρο της Έρημης Χώρας.

Λυπάμαι που δεν έχω κοντά μου το βιβλίο να τους αναδημοσιεύσω ακριβώς. Αλλά σίγουρα καθόριζε ότι ο γονιός κείται σε «πέντε οργιές» βάθος. Σίγουρα δεν έλεγε για «βολβούς» των ματιών. Έλεγε τη φράση «Να, τα μαργαριτάρια τα μάτια του». Δεν χαρακτήριζε «κάτασπρα» τα μαργαριτάρια.

Στη Wikipedia του κινητού μου, ξαναμμένος, βρήκα αμέσως το πρωτότυπο κείμενο:

 

Full fathom five thy father lies;

Of his bones are coral made;

Those are pearls that were his eyes;

Nothing of him that doth fade,

But doth suffer a sea-change

Into something rich and strange.


Α, ώστε καλά θυμόμουν λοιπόν! Αυτές οι λίγο στραβοπατημένες λέξεις ήταν αρκετές να ξενερώσω και ν’ αφήσω τη μάλλον καλή μετάφραση στην άκρη. Δεν ήταν φυσιολογικό. Το ελληνικό κείμενο έρρεε. Η μετάφραση τού «something rich and strange» σε «κάτι παράξενο και μαγικό» ήταν καλοδεχούμενη εν τη αυθαιρεσία της. Αλλά η σκέψη ότι υπήρχε μια αλλοίωση υλικών (που σε σπάνιες μόνο μεταφράσεις δεν τη νιώθεις - π.χ. στις μεταφράσεις του Σεφέρη, μια και τον αναφέραμε, ή στον τρόπο που μετέφρασε Μοντάλε ο Λορεντζάτος), έναν υποχόνδριο τύπο σαν εμένα, ήταν αρκετή για να τον κάμψει.

Και όμως, αυτή η υποχονδρία είναι η δόξα της μαστορικής - κάθε μαστορικής νομίζω. Οι ατέλειωτες ώρες που έχω περάσει στη ζωή μου για να βρεθεί το κατάλληλο βάρος ενός γράμματος (που την επομένη δεν φαίνεται τόσο κατάλληλο πια) είναι το δικό μας meditation, το δικό μας κέντημα του χρόνου. Φαντάζομαι σε κάποιον απ’ έξω φαινόμαστε μάλλον φαιδροί. Μπορώ όμως να σας διαβεβαιώσω (και όσοι ασκούν κάποια μαστορική θα με καταλάβουν) ότι με αυτό το τσίκι-τσίκι των φτωχών υλικών εμείς χτίζουμε της Τέχνης μας την περιοχή, το δικό μας φανταστικό παλάτι.

Το ότι μετά, αυτό το παίρνετε εσείς στα χέρια σας (ή στην οθόνη σας) και το μεταποιείτε σε something rich and strange είναι κάτι που ποτέ δεν κατάλαβα ακριβώς, ούτε χόρτασα.

Είμαι απίστευτα ευτυχισμένος που κάνω τη δουλειά αυτή και που μπορεί να με κεραυνοβολεί το πρωί στην Ερμού η αλλαγή ενός λογότυπου.

Μάλιστα, δεν ξέρω γιατί σας τα λέω όλα αυτά (ειδικά τώρα που, από επιλογή, έχουμε στρέψει τη LifO περισσότερο στην πλούσια, ουσιώδη ύλη, παρά στην αισθητική).

Αν είμαι βαρετός, συγχωρήστε με.

Και οι Αλεξανδρινοί, ας με καταλάβουν...