Στον δρόμο μου κατοικούν πολλοί σελέμπριτις. Ο Ανδρέας Παπανδρέου, ο Τσιτσάνης, ο Έβερτ, ο Ζαχαριάδης, η Κοτοπούλη, ο Τρικούπης, ο Παναγούλης, ο Χριστόδουλος, η Μπέλου, η Λαμπέτη, η Βουγιουκλάκη, ο Τρίτσης, ο Αγγελόπουλος και πολλοί άλλοι… Αναπαύονται αμίλητοι στα μεγαλόπρεπα στενά σπιτάκια τους, και μόνο κάποια καλοκαιρινά βράδια, που ο καύσωνας ανοίγει τη γη στα δύο, κουβεντιάζουν και τσακώνονται: «Κατέβαινε Μιλτιάδη τον ναύλο που σου δάνεισα στην πόρτα / Δεν πα’ να φωνάζεις, Αντρέα, αν δεν σ’ αρέσει, πες να με γυρίσουν πίσω/ Από πού μας κουβάλησες, Χάρε, αυτό το κοπρόσκυλο;».

Το Μετς χωρίζεται σε δύο «όχθες», στο μπουρζουά και το μποέμ, με τη Μουσούρου σημείο αναφοράς του ενός, την Αναπαύσεως του άλλου. Καραΐνδρου, Τσουδερού, Κούνδουρος, επιφανείς αρχιτέκτονες κι επιχειρηματίες στο ένα, Βανδώρος, Callas, Πατσουράκης, Τριβόλη, Χρυσοχοΐδου, Σωτήρης Δημητρίου, Νίκος Κόκκας, Half Note στο άλλο, μόνο ο Σηκουάνας λείπει. Εγκαταστάθηκα στην Αναπαύσεως πριν από δύο χρόνια, όταν ακόμα οι τιμές ήταν ψηλές, γιατί ήταν ο πιο φτηνός τρόπος να ζεις ήσυχα στο κέντρο με θέα την Ακρόπολη, τους Στύλους, τον Λυκαβηττό.

Τα φαρδιά πεζοδρόμια της Αναπαύσεως, οι ψηλές ακακίες, τα αλλιώτικα πεύκα και το κοιμητήριο στην κορυφή -η μεγαλύτερη υπαίθρια γλυπτοθήκη της Ελλάδας- θυμίζουν Μονμάρτη. Αλλά είναι το «μαύρο πρόβατο» της αθηναϊκής χωροταξίας. Εδώ δεν έχουν θέση οι λιπόψυχοι, την αποφεύγουν γιατί έχει δοσοληψίες με τον θάνατο.

Φέτος ο δρόμος θρήνησε δυο εμβληματικές φιγούρες του: την Ψωρούλα, ένα κατατρεγμένο γατί που κάθε πρωί ανηφόριζε, βήχοντας, για να εισπράξει το συσσίτιό της στο κρεοπωλείο-meeting point του Αντώνη, και τον Ράσταμαν, έναν επίγονο του Μάρλεϊ, που ξημεροβραδιαζόταν στο πεζοδρόμιο, χαιρετώντας τους περαστικούς. Μόνο όταν πέθανε ξαφνικά διαβάσαμε στα κηδειόχαρτα την αληθινή ταυτότητά του: Eλευθέριος Παπακωνσταντίνου, ετών 47.

Δύο τα στέκια της Αναπαύσεως: το Ολύμπιον, ένα melting pot κοινωνικών τάξεων, φυλών κι επιτηδευμάτων, με πάμφθηνο σπιτικό φαΐ και κοινό από ταξιτζήδες, συνδικαλιστές, μοντέλα, συγγραφείς, έως πρεζόνια, ψυχοπαθείς και πρώην σταρ. Και δίπλα του, το Κολιμπρί, ένα sui generis «χάμπουργκερ-πιτσαρία-μπίρα» με φωτογραφίες του Μαρξ και του Βαμβακάρη στους τοίχους, που το καλοκαίρι βγάζει τραπεζάκια και μεταμορφώνεται σε μπαρ νησιού και σερβίρει μοχίτο. Το παράξενο ολοκληρώνει η παρακείμενη μονάδα απεξάρτησης, με τους θαμώνες να φιλεύουν τα «παιδιά» ένα κομμάτι πίτσα, επιχορηγώντας την «προσπάθεια».

«Ψυχές» της Αναπαύσεως, ο κύριος Λέλος, ένας κουστουμαρισμένος μεσόκοπος homme galant που θα τον βρεις στο Ολύμπιον να ταΐζει μόνος τα πουλάκια, εκτοξεύοντας βιτριόλι σε όποιον μπει στον κόπο να τον πειράξει (με τα κορίτσια είναι πάντα ευγενικός). Και ο Κυριάκος, ένας πρώην expat από τη Βενεζουέλα, ιδιοκτήτης των «Ειδών Κιγκαλερίας», αλλά πάνω απ’ όλα ο θεματοφύλακας του δρόμου, ο «πορτιέρης».

Πολλοί μου έλεγαν «πώς πας να ζήσεις δίπλα σε νεκροταφείο, δεν σε ενοχλούν οι φωτογραφίες των νεκρών στα κορνιζάδικα; Δεν φοβάσαι τα φαντάσματα;». Αλλά οι φωτογραφίες στις βιτρίνες θυμίζουν το hall of fame στη Λάμψη του Κιούμπρικ και τα φαντάσματα της Αναπαύσεως είναι εξημερωμένα: το καλοκαίρι κατεβαίνουν και πίνουν μοχίτο στο Κολιμπρί.