Την προηγούμενη εβδομάδα στην Αμερική, ένας εκπρόσωπος της Χαμάς, του «Ισλαμικού Αντιστασιακού Κινήματος» που διατηρεί την πλειοψηφία των εδρών στο Νομοθετικό Συμβούλιο (Βουλή) της Παλαιστινιακής Αρχής, ο Αχμέντ Γιουσέφ, δήλωσε στον ραδιοφωνικό σταθμό WABC: «Μας αρέσει ο Ομπάμα. Ελπίζουμε να κερδίσει τις εκλογές, και πιστεύω πως είναι σαν τον Τζον Κένεντι, σπουδαίος άνδρας με σπουδαίες αρχές».

Αυτή και μόνο η αναφορά του εκπροσώπου της οργάνωσης που, στα μάτια του λεγόμενου «μέσου Αμερικανού», είναι συνώνυμη με την τρομοκρατία ήταν αρκετή για να φουντώσει στις Ηνωμένες Πολιτείες η συζήτηση περί εξωτερικής πολιτικής, τώρα που μάλλον ξέρουμε τους δύο υποψηφίους στις επόμενες προεδρικές εκλογές. Και τα πρώτα δείγματα είναι πως η συζήτηση αυτή, όσο πλησιάζουμε προς το Νοέμβριο, θα αγριέψει πιο πολύ.

Ήδη, το στρατόπεδο του Ρεπουμπλικανού υποψηφίου, του γερουσιαστή Τζον ΜακΚέιν, προσπαθεί, όπως ακούσαμε σε μια ανάλυση στο BBC World, να εμφανίσει τον Μπάρακ Ομπάμα ως «μαλακό με την τρομοκρατία», ως «αγαπημένο της Χαμάς» και επίσης ως «έναν άνδρα που δεν θα υπερασπιστεί την ασφάλεια των Ηνωμένων Πολιτειών». Εννοείται δε πως μόλις έγιναν γνωστές οι δηλώσεις του εκπροσώπου της Χαμάς στο σταθμό WABC, οι επιτελάρχες του ΜακΚέιν άρπαξαν την ευκαιρία και βγήκαν στην επίθεση.

«Χρειαζόμαστε αλλαγή στην Αμερική», είπαν, κάνοντας και... πονηρή αναφορά στο κεντρικό σύνθημα του Ομπάμα περί αλλαγής, «αλλά όχι αλλαγή που κερδίζει ευγενικά λόγια από τη Χαμάς, που παραδίδεται στο Ιράκ, και που θα διεξαγάγει χωρίς όρους συνομιλίες με τον Πρόεδρο του Ιράν Αχματινετζάντ».

Έτσι λοιπόν, όπως σχολίασε και το BBC, μέσα σε μία μόνο πρόταση ο ΜακΚέιν άγγιξε και συνέδεσε τρεις πολύ μεγάλους φόβους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής: τη Χαμάς, το Ιράκ και το Ιράν.

Ο υποψήφιος των Ρεπουμπλικανών θα φοράει το σκληρό του προσωπείο όποτε η κουβέντα θα έρχεται στην εξωτερική πολιτική. Δεν βιάζεται να ανακοινώσει, όπως ο αντίπαλός του, ότι θα αποσύρει τα αμερικανικά στρατεύματα από το Ιράκ. Αντίθετα, μιλάει για «νίκη μέχρι το 2013», προτάσσοντας τη δική του θεωρία που λέει ότι «θα φύγουμε από εκεί, αλλά θα φύγουμε νικητές, με ψηλά το κεφάλι».

Με αυτήν τη ρητορική, ο ΜακΚέιν από την μία πλευρά προσπαθεί να εμφανίσει τον Ομπάμα ως «άπειρο και επικίνδυνο» και από την άλλη ασκεί και έμμεση κριτική στον Τζορτζ Μπους, εννοώντας πως «αν φύγουμε τώρα, θα φύγουμε ως ηττημένοι», άρα τίποτα δεν επετεύχθη επί τόσα χρόνια εκεί. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως σε δυσκολότερη θέση, όσον αφορά την προώθηση και υπεράσπιση των θέσεών του στην εξωτερική πολιτική, είναι ο Μπάρακ Ομπάμα.

Εκεί δεν παίζει πια στο γήπεδο της εσωτερικής πολιτικής, όπου πράγματι το σύνθημά του που λέει «εμείς μπορούμε να αλλάξουμε πράγματα», φαίνεται πως έχει κερδίσει κόσμο ακόμα και από τον συντηρητικό χώρο, που όντως δεν αισθάνεται άνετα με τη στασιμότητα.

Στην εξωτερική πολιτική, ο Ομπάμα δεν μπορεί καν να φανερώσει το «ανθρώπινο πρόσωπο» που επέδειξαν κάποτε ο Κένεντι, ο Κάρτερ, ακόμα και ο Κλίντον, διότι απλούστατα, από την 11η Σεπτεμβρίου του 2001 και μετά οι Αμερικανοί δεν είναι πια «το ίδιο πράγμα».

Φοβισμένοι είναι. Ανασφαλείς αισθάνονται. Και, ακόμα και εάν κάποιοι από αυτούς σιχαίνονται τον Μπους, ξέρουν, αισθάνονται ότι επί των ημερών του, με αυτόν, ναι, τον τσαμπουκά και την άκρατη «εθνικο-χριστιανική» παραφροσύνη που τον διακατέχει, πέρασαν 8 χρόνια ησυχίας στο εσωτερικό μέτωπο.

Οι σοβαρές απώλειες των στρατιωτών που υπηρετούν στο Ιράκ δεν είναι ακόμα τόσο σοβαρές ώστε να δημιουργηθεί κύμα αντιδράσεων στις ΗΠΑ, με σύνθημα, όπως τότε στο Βιετνάμ, «φέρτε πίσω τα αγόρια μας». Σήμερα, κυριαρχεί ακόμα το «let's fight terrorism» - «εμπρός να αγωνιστούμε εναντίον της τρομοκρατίας», οι πληγές της οποίας ακόμα πονάνε κάθε Αμερικανό.

Στόχος, από την άλλη, του Μπάρακ Ομπάμα είναι να συνδέσει άκριτα τον ΜακΚέιν με την «εποχή Μπους». Να μην τον αφήσει να διαφοροποιηθεί ούτε κατ' ελάχιστον. Κρίνει πως η πλειοψηφία των ψηφοφόρων, ακόμα και εκείνοι που ψήφισαν τον Μπους για δύο τετραετίες, «έχουν μπουχτίσει από αυτόν και τις πολιτικές του».

Θέλει, επίσης, να δείξει ότι ένας μετριοπαθής πολιτικός, που θα ανοίγει την πόρτα της συζήτησης ακόμα και με τη Χαμάς και τον Αχματινετζάντ, χωρίς, εννοείται, να προσχωρεί στις θέσεις τους, θα είναι πολύ πιο αποτελεσματικός «από ένα σκληροπυρηνικό γεράκι», όπως συνηθίζει να ονομάζει εκείνους της τωρινής κυβέρνησης, με τους οποίους προσπαθεί να ταυτίσει τώρα και τον αντίπαλό του. Όπως και να ‘χει, αυτή η και επί εξωτερικών θεμάτων σύγκρουση θα έχει και ψωμί και ενδιαφέρον.