Ψυχή που παραμένει ελεύθερη…

 

Ξύπνησα με ένα αγαπημένο τραγούδι που είχε βάλει όσο πρέπει δυνατά ο γείτονας. Την Δραπετσώνα του Μπιθικώτση. Αυτό είναι ένα κομμάτι που πάντα καταφέρνει να με συγκινεί ποσό μάλλον στο τώρα που όλα κρέμονται από μια κλωστή, που νιώθουμε όσο απροστάτευτοι και ευάλωτοι όσο ποτέ. «Το ‘δέρνε ο αγέρας κι η βροχή μα ήταν λιμάνι κι αγκαλιά και γλυκιά απαντοχή, αχ το σπιτάκι μας κι αυτό είχε ψυχή». Φαντάζομαι την  περιοχή μου, την Καισαριανή, πριν από πολλά χρόνια όταν δημιουργήθηκε από πρόσφυγες, τυραννισμένους ανθρώπους που με έναν μπόγο με τρία ρούχα και μια κουβέρτα άρχιζαν από το μηδέν να δημιουργούν το βιος τους. Πλίθα πλίθα με πολύ ιδρώτα αλλά ψυχή και κυρίως ελπίδα για το αύριο. Να χτίσουν, να ζήσουν γι’ αυτούς, για τα παιδιά τους και τα εγγόνια τους.  Και τα κατάφερναν, είχαν θέληση και κουράγιο. Βγαίνω στο μπαλκόνι, τίποτα δεν θυμίζει εκείνη την εικόνα όπως την ξέρω από ιστορίες που έχω ακούσει. Κανένα χαμόσπιτο, μόνο τεράστιες πολυκατοικίες όλες ίδιες, παρκινγκ και καλώδια της ΔΕΗ. Στ’  αυτιά μου αντηχεί «εμείς θα ζήσουμε κι ας είμαστε φτωχοί». Κάτι έχει αρχίσει ξανά να μας συνδέει μ’ εκείνες τις εποχές. Σαν να ξαναγεννιέται η κοινωνική μας συνείδηση την όποια είχαμε λησμονήσει εδώ και κάποιες δεκαετίες.

 

Κάθομαι στο λαπτοπ και ανοίγω ράδιο. 10 Φλεβάρη 2012, και πάλι πανελλαδική απεργία. Σήμερα είναι μια περίεργη μέρα. Σαν να ξετρύπωσε από μέσα μας η οργή, το άχτι ο καημός το γαμώτο. Ακόμα και το ραδιόφωνο παίζει συγκρατημένη μουσική, τίποτα το χαρούμενο, τίποτα το μπιτάτο, μονότονα και θλιμμένα. Που και που επαναλαμβάνεται ένα σποτάκι που λέει : Greece is a nation with soul. Πόσα έχει περάσει αυτό το έθνος, πόσα εξακολουθούμε να περνάμε, σαν να μην άλλαξε ποτέ τίποτα, σαν να υπάρχει μια αόρατη κατάρα να μας πατήσει κάτω να μας εξαθλιώσει και πάλι. Να μας γυρίσει σε εποχές που δεν θέλουμε να θυμόμαστε. Είναι σαν να μην πέρασε μια μέρα από εκείνον τον Απρίλιο του 1941 μόνο που τότε το Αθηναϊκό ραδιόφωνο φώναζε : «Εδώ ελεύθεραι ακόμα Αθήναι, αδέρφια κρατήστε καλά μέσα σας το πνεύμα του μετώπου εισβολεύς εισέρχεται εις την έρημο πόλη με τα κατάκλειστα σπίτια. Προσοχή ύστερα από λίγο ο ραδιοφωνικός σταθμός δεν θα είναι ελληνικός, θα είναι γερμανικός. Μην τον ακούτε, ο πόλεμος μας συνεχίζεται και θα συνεχιστεί μέχρι τελικής νίκης. Ζήτω το έθνος, ζήτω η Ελλάς»

 

Ίσως ποτέ δεν είχαμε καταλάβει τους γονείς και τους παππούδες μας που δεν άφηναν ψίχουλο στο πιάτο τους. «Έχουν το κατοχικό σύνδρομο» λέγαμε και τους ψιλοκοροιδεύαμε. Δεν έχουμε ζήσει καταστάσεις πείνας, εξαθλίωσης, καταστροφής, απόγνωσης. Οι χαϊδεμένες γενιές μας, οι γενιές του άλσους, της ψυχανάλυσης, του show off, του one night stand, της κόκας, της Αράχοβας και της Μυκόνου. Τώρα ξαφνικά αρχίσαμε να ξυπνάμε. Να κοιτάμε γύρω μας και να λέμε «Θεέ μου βόηθα». Τώρα που το μαχαίρι ξαναφτάνει στο κόκκαλο που επανέρχεται η ζούγκλα, η εκμετάλλευση, ο φασισμός. Τώρα που το Ελληνικό έθνος και πάλι υποφέρει και αιμορραγεί όπως κάποτε.

 

Φοβάμαι όλα αυτά που θα γίνουν για μένα χωρίς έμενα… Φοβάμαι να απεργήσω μην με διώξουν απ’ τη δουλειά μου, φοβάμαι πως σε λίγο θα πρέπει να κόψω το τσιγάρο όχι επειδή αποφάσισα να μη κάνω κακό στην υγεία μου αλλά γιατί δεν θα έχω λεφτά να πάρω πακέτο, φοβάμαι να κάνω παιδί γιατί πώς αύριο μεθαύριο θα του εξηγήσω για ποιόν λόγο αποφάσισα να το φέρω σ΄ αυτόν εδώ τον κόσμο. Φοβάμαι να κατέβω στην πορεία μην τις φάω, μην μου ρίξουν δακρυγόνα. Φοβάμαι. Όλοι μας στο ίδιο καζάνι, η σχεδόν όλοι, μια χούφτα άνθρωποι που απομακρύνονται διαρκώς από την ελπίδα, που συζητούν μεταξύ τους καθημερινά το βάσανο, πoυ δεν έχουν υποστήριξη από κανένα κράτος καμία πρόνοια που διαβάζουν στο νετ για συνανθρώπους τους που πέθαναν από το κρύο και λένε δόξα το Θεό που ακόμα έχω τον καναπέ με την κουβέρτα μου. Ως πότε όμως;

 

Πιστεύαμε πως ποτέ δεν θα μας αγγίξει το κακό, πιστεύαμε πως αν έχουμε τη δουλίτσα μας κι έναν άνθρωπο να μοιραζόμαστε τα πάντα θα είμαστε καλά, δεν θα ξαναπεράσουμε άσχημες καταστάσεις του παρελθόντος. Είχαμε αρχίσει να βλέπουμε το θεριό να μας πλησιάζει από μακριά μα νομίζαμε πως θα αλλάξει πορεία, πως δεν έρχεται για μας, πως θα τη γλυτώσουμε έστω και τελευταία στιγμή. Τώρα που το θεριό χτυπάει την πόρτα μας δεν μπορούμε να το αγνοήσουμε πια. Πρέπει κάτι να κάνουμε.

 

Έλληνες λαμόγια κουτοπόνηροι, ήταν η γνώμη που είχαν για εμάς κάποιοι Γάλλοι που γνώρισα στο Παρίσι πέρυσι τέτοιον καιρό. Σήμερα θα λένε χειρότερα, Έλληνες παράσιτα της Ευρώπης, τεμπέληδες, φαγάνες, λωποδύτες. Το έθνος μας έχει περάσει τόσα για να  του αποδίδουν αυτούς τους χαρακτηρισμούς; Για να θέλουν να μας εκμεταλλευτούν μέχρι τελευταίας και να μας πατήσουν σαν σκουλήκια;

 

Αυτό που θέλουν να μας κάνουν να ξεχάσουμε μέσα σε όλα αυτά που μας πνίγουν καθημερινά σαν θηλιά είναι πως οι Έλληνες ακόμα και σήμερα έχουμε κάτι που μας δένει. Έναν δεσμό πιο δυνατό από τα πάντα. Έναν δεσμό πιο παντοτινό και από την αιωνιότητα. Την ψυχή μας. Είμαστε λίγοι ναι, αλλά έχουμε παλμό, έχουμε δύναμη που μπορεί να αντηχήσει και να σπάσει όλα τα φράγματα όλα τα σίδερα του ανήλιου κελίου που πάνε να μας στριμώξουν.  Πιο πολύ στα δύσκολα. Εδώ θα φανεί η ψυχή μας, πιο αληθινή απ όλες τις αλήθειες.