Μια δεκαεφτάχρονη έγραψε κάποτε το δικό της «Επιμύθιο» για την επέτειο του Πολυτεχνείου. Το παρακάτω απόσπασμα ήταν ο επίλογος.

 

 «17 Νοέμβρη πολλά, πάρα πολλά χρόνια μετά. Εκατοντάδες κόκκινα γαρύφαλλα πλημμυρίζουν το χώρο. Εκατοντάδες κόκκινα γαρύφαλλα που αύριο μεθαύριο θα μαζέψει το απορριμματοφόρο του Δήμου. Τώρα το μόνο που μου’ χει μείνει από σένα είναι ο στρογγυλός στραβωμένος σκελετός απ’ τα σπασμένα σου γυαλιά που βρήκα στην άκρη του πεζοδρομίου, το επόμενο πρωί , και το βιβλίο που μου’ χες χαρίσει του Γκεβάρα. Ξέρεις, καμιά φορά σε ζηλεύω. Σκέφτομαι πως ίσως να ήταν καλύτερα να τέλειωνα κι εγώ έτσι. Εσύ έφυγες αγωνιζόμενος, επαναστάτης, ονειροπόλος. Δεν είδες τα ιδανικά σου να εκπορνεύονται. Εγώ ζω προδομένη, γεμάτη αηδία για την υποκρισία αυτών που σε «θυμούνται» τυπικά.

 

Θυμάσαι την Αθηνά που γνωριστήκαμε στο σπίτι της; Την Αθηνά την ασυμβίβαστη που φώναζε από το σταθμό μας «Εδώ Πολυτεχνείο;» Σήμερα βολεμένη σε μια υψηλή καρέκλα παίρνει ένα παχυλό μισθό και μάχεται λέει για το λαό… Ο Πέτρος, εκείνος ο κοντούλης απ’ το Χημικό, ναι μωρέ εκείνος που μας έφτιαχνε τις μπογιές για τα πλακάτ ,που τον φώναζες «παλικάρι» πολιτεύτηκε κι αυτός, κι άλλοι πολλοί… πάρα πολλοί…

 

Μας προδώσανε ρε Οδυσσέα. Πλέξανε ένα μύθο γύρω από τ’ όνομά μας και κάθε χρόνο μας λένε ήρωες. Γενήκαμε ένα παραμύθι. Σε είπα τυχαία Οδυσσέα. Θα μπορούσε να σε λένε Νίκο, Μανόλη, Αντώνη, Θέμη… Γιατι ήσουν ο Νίκος, ο Μανόλης, ο Θέμης… Κι εμένα Μαργαρίτα. Κι όμως ήμουνα η Κατερίνα, η Χαρά, η Μαίρη, η Τασία… Έτσι τυχαία… Εσύ όμως στέκεσαι μπροστά μας και μοιράζεις στον καθένα μας μια μάνικα, σαν κι αυτή που ξέπλυναν το αίμα σου, το αίμα του κάθε Οδυσσέα, της κάθε Μαρίας, του κάθε αγωνιζόμενου ανθρώπου ,μαύρου, άσπρου, κίτρινου δεν έχει σημασία. Μας μοιράζεις τη μάνικα για να ξεπλύνουμε τη βρομιά και τη ντροπή μας. Γεια χαρά Οδυσσέα. Ξέρω πως τώρα με βλέπεις και γελάς. Ελπίζω να περνάς καλά εκεί πάνω…»

 

 

 Δεν είναι πια δεκαεφτά. Μα το διαβάζει και χαμογελούν μέσα της απομεινάρια -ψήγματα της δεκαεφτάχρονής της σκέψης.