Ήταν ένα βράδυ όπως όλα τα άλλα βράδια. Θαρρείς και ο Δημιουργός είχε τυλίξει τον ορίζοντα απ' άκρη σε άκρη με ένα τεράστιο σκουρόχρωμο πέπλο, σκεπάζοντας το ροδοκόκκινο έργο τέχνης που μέχρι πρότινος στόλιζε τον ουρανό. Οι ήχοι της νύχτας είχαν κάνει δειλά δειλά την εμφάνισή τους συμπληρώνοντας το ιερό μυστήριο. Ήχοι που η δυναμική του σκοταδιού τους προσέδιδε μια μυστικιστική γοητεία. Ήταν ένα βράδυ σαν τα άλλα, ένα βράδυ από κείνα που ο άνθρωπος σαν βρεθεί κάτω από το πέπλο του, απομακρυσμένος από την ασφάλεια που προφέρουν τα φώτα του πολιτισμού, νιώθει ευάλωτος, και ένα αρχέγονο ένστικτο φόβου αναδίδεται μέσα από τα πιο απόκρυφα μέρη της ύπαρξης του.

 

Όμως ενώ η φύση τελούσε τις συνηθισμένες της πανάρχαιες διεργασίες βυθισμένη στο πυκνό σκοτάδι κάτι ανεπαίσθητα μικρό έκανε την εμφάνιση του ταράζοντας την σκουρόχρωμη αρμονία. Ένα μυστήριο θαμπό φως που μετά βίας μπορούσες να διακρίνεις και που η παρουσία του φάνταζε να δίνει μια χροιά μεταφυσική μέσα στην απόλυτη ησυχία της καλοκαιρινής νύχτας, έτσι καθώς σχημάτιζε μικρούς πύρινους δρόμους στο σκοτάδι. Μια τοσοδούλα πυγολαμπίδα διέγραφε μικρές φωτεινές καμπύλες έτσι που φάνταζε σαν ένας μικρός αναμμένος αναπτήρας να είχε φυτρώσει ένα ζευγάρι φτερά και να πετούσε μακριά από την φυλακή κάποιου βαρετού περιπτέρου. 'Ήταν μια πυγολαμπίδα καταβεβλημένη, στα τελευταία της, με το φως της να τρεμοπαίζει άχαρα καθώς ολοένα και έφθινε η ένταση του. Περιφερόταν μάταια μέσα στο σκοτεινό καμβά της νύχτας , ψάχνοντας ένα ήσυχο μέρος να ξεψυχήσει, ένα μέρος να αποχαιρετίσει αυτόν τον κόσμο που της είχε φερθεί γενναιόδωρα μεν προσφέροντάς της το ανεκτίμητο δώρο της ζωής, αλλά που τώρα την είχε πια κουράσει. Το πέταγμα της δεν ήταν δυνατό και ταχύ όπως άλλοτε, αλλά απόψε πετούσε με ένα πρωτόγνωρο πείσμα, ένα πείσμα που της επέβαλε το ένστικτο της. Τίποτα δεν φάνταζε να εμποδίζει την πορεία της προς το πουθενά, προς το δικό της αποχαιρετιστήριο τελετουργικό που θα σήμανε το μικρό και ασήμαντο για τον κόσμο τέλος της. Τίποτα δεν φάνταζε να διαταράσσει την απόλυτη σιγαλιά αυτής της πορείας προς το άγνωστο. Δυνάμεις πολύ μεγαλύτερες και πολύ ακατανόητες για την μικρή πυγολαμπίδα, είχαν συνωμοτήσει και σμίγοντας με τους κανόνες της φύσης όριζαν το πεπρωμένο της. 'Έτσι το μικρό βουητό και το θαμπό φως της συνέχιζαν να πορεύονται μέσα στο σκοτάδι σχηματίζοντας ένα μυσταγωγικό θέαμα που πολύ σύντομα θα λάμβανε ένα τέλος.


Ξάφνου όμως ένας πολύ αχνός ήχος διέκοψε την αρμονία της ασήμαντης στιγμής. Μια επιφάνεια γυαλιστερή είχε διακόψει την πορεία της μικρής πυγολαμπίδας με αποτέλεσμα η αναπόφευκτη σύγκρουση να την ζαλίσει. Καθώς άρχισε σιγά σιγά να συνέρχεται από την ζαλάδα, φτερούγισε πάλι προς την πορεία που την καλούσε το ένστικτό της. Δεν κατάλαβε και πολλά, το μόνο που ήξερε είναι ότι έπρεπε να υπακούσει σ' αυτό το απόκοσμο κάλεσμα του πεπρωμένου της. Όμως ξανά ένας ήχος, και ξανά το μικρό έντομο βρέθηκε ζαλισμένο να απορεί για την ξαφνική ανωμαλία της φύσης. Ναι δεν πρέπει να έκανε λάθος, δεν ήταν η πρώτη φορά που στην σύντομη ζωή της συναντούσε τζάμι. Ήξερε τι έπρεπε να κάνει, και έτσι πήρε φόρα και άρχισε με περισσή προσπάθεια να παίρνει ύψος καθώς το καλοκαιρινό αεράκι χτυπούσε στο μικροσκοπικό της σώμα. Τώρα πλέον είχε μεγάλη πιθανότητα να περάσει και έτσι αφού κοντοστάθηκε για κάποια δέκατα του δευτερολέπτου, όρμισε μπροστά αποφασισμένη.

 

Και ναι , είχε δίκιο, ήταν σχεδόν σίγουρη ότι είχε κατορθώσει να περάσει το τζάμι μόνο που τώρα κάτι πολύ πιο μεγαλειώδες ίσως και τρομακτικό στέκονταν μπροστά της. Ναι και πάλι ήταν σχεδόν σίγουρη, όσο δηλαδή της επέτρεπε η περιορισμένη αντίληψη της, ότι αυτές οι γιγάντιες σκοτεινές μάζες μπροστά της ήταν δύο άνθρωποι. Μπορούσε να το αισθανθεί.


Η αλήθεια είναι ότι μπορούσε να αισθανθεί κάτι πολύ έντονο μέσα στον νέο περιβάλλον που όριζε το τζάμι, μια μορφή ενέργειας που δεν μπορούσε παρά να επηρεάσει και την ίδια. Εκείνη δεν το ήξερα και φυσικά δεν θα μπορούσε ποτέ να το κατανοήσει, δύο ανθρώπινες φιγούρες ορθώνοντας εμπρός της απειλητικές και συνάμα τρομαχτικές. Όμως το ένστικτό της, δεν ανέδιδε φόβο, κίνδυνο ή έστω επιφυλακή. Όχι, αυτό ήταν κάτι τελείως αλλιώτικο.

 

Εκείνος την έσφιξε στην αγκαλιά του. Η γλώσσα του χάιδευε με ανεπαίσθητα απαλές κινήσεις τον λαιμό της, από άκρη σ άκρη, σαν ένα πινέλο που ήθελε να μετατρέψει σε τέχνη αυτό το πάθος που ανάβλυζε από μέσα του. Έπειτα σταμάτησε, γύρισε και με ένα κεραυνοβόλο βλέμμα την κοίταξε βαθιά στα μάτια, τόσο έντονα που εκείνη ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνάει, και ένα μούδιασμα σε όλο το κορμί της. Δάγκωσε τα χείλη της, και ανταπέδωσε το βλέμμα. Το βλέμμα του όμως ήταν τόσο φορτισμένο που εκείνη ένιωθε ότι απόσταση μεταξύ των ματιών τους είχε γεμίσει με μια πρωτόγνωρη ενέργεια που σπινθήριζε μέσα στο σκοτάδι. Με μια απότομη κίνηση, εκείνος βούτηξε προς το μέρος της, και άρχισε να την φιλάει. Την φιλούσε με τέτοιο πάθος που την έκανε να νιώσει ότι ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκαναν γιατί ολάκερος ο κόσμος θα καταστρεφόταν ανά πάσα στιγμή. Και την φίλησε, και συνέχισε να την φιλάει όμως πλέον ολοένα και πιο απαλά, έτσι που η γλώσσα του τώρα μετουσιώθηκε σε ένα μαγικό ραβδί που με το άγγιγμα της, ολόκληρη η πλάση έξω από τα στενά όρια του που όριζε το αυτοκίνητο, μεμιάς εξαφανίστηκε. Τα χείλη της πήραν φωτιά και το ιδρωμένο κορμί της, κόλλησε πάνω στο δικό του. Ξεκίνησε ένα σπινθηροβόλο ερωτικό χορό αγκομαχώντας να εκφράσει αισθήματα και ένστικτα που από τις απαρχές της ιστορίας ο προφορικός και ο γραπτός λόγος έχουν αποτύχει να περιγράψουν.

 

Μην αντέχοντας άλλο από την κάψα του πόθου αυτός μπήκε μέσα της και εκείνη αμέσως άφησε ένα γλυκό αναστεναγμό να χαθεί στην γλυκιά σιωπή της νύχτας. Τα χέρια του την τύλιξαν πάνω του, τα σώματα τους γίναν ένα, χορεύοντας στον ρυθμό ενός πολύ αργού ερωτικού τραγουδιού που μόνο εκείνοι μπορούσαν να ακούσουν σε έναν ρυθμό που μόνο για εκείνους, και για εκείνη την μοναδική στιγμή που ζούσαν γραφόταν τώρα στο πεντάγραμμο του έρωτα. Της ψιθύρισε κάτι στ' αυτί. Εκείνη έβγαλε έναν αναστεναγμό ηδονής και έμπηξε τα νύχια στην πλάτη του. Σαν νότες ποτισμένες από την ηδονή, οι κραυγές πάθους γέμισαν όμορφα την σιωπηλή μελωδία της νύχτας. Το κορμί του άρχισε να πάλλεται με πιο έντονο ρυθμό. Της δάγκωσε απαλά το λαιμό, την φίλησε με μανία στην άκρη των χειλιών της. Αναστέναξε βαριά και έπειτα σταμάτησε για λίγα δευτερόλεπτα και την κοίταξε πάλι βαθιά στα μάτια Αυτή η στιγμή, κράτησε στιγμές, ίσως δευτερόλεπτα, ίσως και πολύ παραπάνω. Δεν είχε καμιά σημασία γιατί πλέον το μυαλό και των δύο είχε παραδοθεί στο τώρα, στο άγγιγμα, στην αίσθηση, στο ένστικτο. Και τότε ξανάρχισε με πιο πολύ πάθος από πριν να της κάνει έρωτα. Σταγόνες ιδρώτα τρεμόπαιζαν στο αχνό φως.


Η μικρή πυγολαμπίδα αποσβολωμένη από το αλλόκοτο θέαμα στάθηκε να πεταρίζει συνεπαρμένη δίπλα από το τζάμι. Μπορούσε να νιώσει στους μικροσκοπικούς πόρους τις την απίστευτη ενέργεια που ανάβλυζε σαν σιντριβάνι από την σκοτεινή μάζα που ορθωνόταν μπροστά της. Η ενέργεια αυτή που τώρα ένιωθε σ όλο το μικροσκοπικό της σώμα ήταν κάτι το τρομακτικά πρωτόγνωρο για την αφανή ύπαρξή της. Κύματα κύματα ερχόταν προς το μέρος της, και την γέμιζαν με μια μια φλογερή ενστικτώδη αίσθηση, σαν όλο αυτό που συνέβαινε να φόρτιζε το σώμα της. Και τότε είναι που άρχισε να συμβαίνει κάτι μαγικό. Σιγά σιγά μπορούσε να νιώσει το θαμπό φως της να δυναμώνει ολοένα και περισσότερο. Ήταν φοβερό, αλλά σαν ηλεκτρισμός διαπερνούσε το σώμα της τώρα αυτή η ενέργεια και μπορούσε να νιώσει και πάλι νέα και δυνατή. Αυτός ο ηλεκτρισμός τροφοδοτούσε το σώμα της και κάθε στιγμή που περνούσε το φως αυτό ολοένα γινόταν και πιο έντονο αναδύοντας μια μοναδικής ομορφιάς λάμψη μέσα στο σκοτεινό εσωτερικό του αμαξιού. Το ζουζούνισμα της άρχισε να δυναμώνει και αυτό, αλλά πλέον δεν ήταν μια ακατάπαυστη ενστικτώδη φλυαρία αλλά ένα κάλεσμα, ένα σήμα που εκπεμπόταν προς πάσα κατεύθυνση και που κανένα τζάμι ή μάζα δεν μπορούσε να σταματήσει. Η Πυγολαμπίδα ένιωθε και πάλι ζωντανή, και δυνατή πια, όρθωσε το μηδαμινό ανάστημα της και πετάρισε με αποφασιστικότητα ζουζουνίζοντας με όλη της την δύναμη και το ζουζούνισμα της έγινε μια πρόσκληση. Μια πρόσκληση για το ερωτικό πάρτι που την είχε κάνει να ξανανιώσει ζωντανή λίγο πριν το τέλος της.


Παράλληλα όμως το ερωτικό παιχνίδι είχε πάρει για τα καλά φωτιά. Με έναν ρυθμό που δυνάμωνε με το πέρασμα της κάθε στιγμής και μια αδημονία την έσφιξε στην αγκαλιά του πιο δυνατά από ποτέ. Η ανάσα του είχε γίνει πλέον κοφτή και γρήγορη, και τα δόντια του είχα αγκιστρωθεί στα κάτω χείλη του. Η κορύφωση ήταν κοντά. Μέσα σε ελάχιστες στιγμές ούρλιαξε από ηδονή. Την ίδια στιγμή ούρλιαξε και εκείνη. Οι κραυγές τους θύμιζαν ζωικό βασίλειο και όχι δύο ερωτευμένα νεαρά παιδιά, όμως πήγαζαν από μέσα τους. Μείναν αγκαλιασμένοι για κάμποσες στιγμές, με τα μάτια κλειστά, καθώς πάσχιζαν να επιστρέψουν πίσω στον πραγματικό κόσμο, και καθώς οι ανάσες τους επέστρεφαν στον κανονικό τους ρυθμό. Πρώτος άνοιξε εκείνος τα μάτια του. Οι κόρες των ματιών του έκαναν ένα απότομο πετάρισμα, και το θέαμα που αντίκρισαν τον έκαναν να τιναχτεί τρομαγμένος.

 

Εκατοντάδες μικρές πυγολαμπίδες πετάριζαν έξω από το τζάμι του αυτοκινήτου. Σαν σμήνος διέσχιζαν τον αέρα, μέσα από το πυκνό σκοτάδι, δημιουργώντας ένα μοναδικής ομορφιάς φωτεινό ψηφιδωτό μέσα στην καταχνιά της νύχτας. Σχηματίζοντας μια φωτεινή πανδαισία θαρρείς και ο ουρανός γέμισε από ιπτάμενα φαναράκια με κεριά, τα εκατοντάδες μικρά ζωύφια πετούσαν σαν μια μάζα. Η Πυγολαμπίδα μας, πιο δυνατή και πιο φωτεινή από ποτέ, με ένα σάλτο πέρασε κοφτά δίπλα από το τρομοκρατημένο ζευγάρι και εύκολα ξέφυγε από το στενό όριο του τζαμιού πετώντας με αποφασιστικότητα προς το σμήνος. Το λαμπερό αυτό υπερθέαμα, σχηματισμένο από εκατοντάδες, ίσως ακόμη και χιλιάδες μικρές πυγολαμπίδες τύλιξε το αμάξι δημιουργώντας μια φαντασμαγορική σκηνή. Είχαν υπακούσει στο κάλεσμά της. Σαν ένα ποτάμι που επιπλέουν στην επιφάνεια του χιλιάδες αναμμένα κεριά έτσι και το σμήνος κινούταν αργά γύρω γύρω από την σιδερένια εξωτερική όψη του αυτοκινήτου.


«Μωρό μου, φοβάμαι! Τι στο καλό συμβαίνει;» αναφώνησε την φωνή της να τρέμει.
«Δεν έχω ιδέα..!» , εκείνος αποκρίθηκε σοκαρισμένος. Και την έσφιξε δυνατά πάνω στο στήθος του.

 

Τα μάτια τους δεν είχαν προσαρμοστεί ακόμα στο έντονο φως που επικρατούσε έξω από τα τζάμια του αυτοκινήτου.

 

«Κοίτα!» αναφώνησε η κοπέλα, και κόλλησε το δάχτυλό της στο τζάμι που είχε τώρα γεμίσει υδρατμούς.

 

Η Πυγολαμπίδα, που το φως της δεν είχε σταματήσει στιγμή να γίνεται πιο δυνατό, είχε πλέον αρχίσει να ξεχωρίζει ξεκάθαρα από το υπόλοιπο σμήνος, και η λάμψη της είχε γίνει αφύσικα εκτυφλωτική. Είχε έρθει η στιγμή και το ένστικτό της, την διέταζε να κάνει μόνο ένα πράγμα. Κινούμενη πιο γρήγορα από ποτέ, πέταξε στο εσωτερικό του σμήνους των χιλιάδων πυγολαμπίδων που σχημάτισαν έναν κύκλο γύρω της αφήνοντας την στο κέντρο.
Έπειτα όλα συνέβησαν πολύ γρήγορα. Η λάμψη της άρχισε να δυναμώνει ακόμη περισσότερο λούζοντας τα πάντα γύρω της, μέχρι που κάποια στιγμή έγινε τόσο εκτυφλωτική που κατέστη αδύνατο να την κοιτάξουν τα δύο παιδιά με γυμνό μάτι. Έπειτα ακούστηκε ένα ΜΠΑΜ και σαν πυροτέχνημα έσκασε δημιουργώντας αμέτρητους μικρούς πίδακες φωτός που κατέκλυσαν την νυχτερινή ατμόσφαιρα. Με μικρές φωτεινές σπίθες να τρεμοπαίζουν ακόμη έξω από το αμάξι , το σμήνος άρχισε να παίρνει ύψος και να διασκορπίζεται.


Τώρα πλέον είχε σχηματίσει ένα φωτεινό σεντόνι που έμοιαζε με τον έναστρο ουρανό που μπορεί κανείς να δει μόνο σε κάποια απομονωμένη από πολιτισμό γωνιά του πλανήτη. Σαν χιλιάδες αστερισμοί, τα φώτα των πυγολαμπίδων τρεμόπαιζαν πάνω από το αυτοκίνητο και παρέμειναν εκεί σχεδόν ακίνητες.


Πέρασαν αρκετές στιγμές μέχρι τα δύο νέα παιδιά να συνέλθουν από αυτό που μόλις είχαν βιώσει... Τρομαγμένοι ακόμα, δεν είχαν συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Μια ανυπόφορη σιωπή είχε κατακλύσει τώρα το εσωτερικό του αυτοκινήτου και το μόνο που μπορούσες να διακρίνεις είναι το συνεχόμενο βούισμα των πυγολαμπίδων που είχαν περικυκλώσει τον ουρανό γύρω από το αμάξι χωρίς να δείχνουν ουδεμία πρόθεση να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους.


Πρώτη έκανε εκείνη να σπάσει την σιωπή και από το ξερό στόμα της σχηματίστηκαν με το ζόρι λιγοστές συλλαβές.


«Είσαι καλά;» ρώτησε ανήσυχος εκείνος...


«Σε θέλω» αποκρίθηκε εκείνη, και πλησίασε στο αυτί του.


«Σε θέλω, σε θέλω, σε θέλω» του ψιθύρισε...

 

«Και εγώ σε θέλω πολύ.." της αποκρίθηκε.

 

« Κάνε μια ευχή" της ψιθύρισε στ' αυτί.

 

«Να παραμείνουμε έτσι ερωτευμένοι για όσο περισσότερο γίνεται.." του απάντησε η κοπέλα..

 

Και έτσι δεν άργησε η στιγμή που ξανάρχισαν τον χορό του έρωτα. Πιο παθιασμένοι από πριν. Με τις χιλιάδες πυγολαμπίδες σαν στεφάνι στον ερωτά τους, να φωτίζουν τον ουρανό πάνω από τ αμάξι. Με κάθε φιλί, κάθε άγγιγμα, κάθε ερωτικό βλέμμα τους, ακόμη περισσότερες πυγολαμπίδες έφταναν και συμπλήρωναν τον αστερισμό φωτίζοντας τον ουρανό πάω από τ' αμάξι. Ένα φωτεινό στεφάνι που ολοένα δυνάμωνε το φως του καθώς 100άδες πυγολαμπίδες προσέρχονταν εν όσο περνούσε η ώρα. Έτσι όταν άρχισε να ξημερώνει κανείς τους δεν το πήρε χαμπάρι. Το ξημέρωμα τους βρήκε πιο ερωτευμένους και πιο παθιασμένους ο ένας για τον άλλον από το ξεκίνημα της νύχτας. Ίσως και να ήταν η πιο όμορφη νύχτα της ζωής τους...