Έχουν περάσει αρκετά χρόνια, αλλά θυμάμαι ακόμα την εντύπωση που μου χε κάνει όταν είχα διαβάσει μικρός ένα κείμενο του Conrand Lorenz για την αποξένωση και την αλλοτρίωση γενικότερα. Το κείμενο αφηγούταν την ιστορία ενός ανθρώπου που είχε συναντήσει τυχαία ένα άγνωστο ζευγάρι, που έμενε σε ένα σπίτι μέσα στο δάσος και πόσο πολύ του άρεσε που τον υποδέχτηκαν με θέρμη και τον φιλοξένησαν. «Το τηλέφωνό μας εδώ χτυπάει μια στο τόσο. Και άνθρωπο βλέπουμε πολύ σπάνια και μας προξενεί μεγάλη χαρά που μας κάνει την τιμή να μας επισκεφθεί. Πώς είναι δυνατό να μην τον υποδεχτούμε με χαμόγελο και να τον φιλοξενήσουμε;» ήταν πάνω κάτω η λογική που τους διακατείχε. Και συνέκρινε την υποδοχή αυτή και τη στάση του ζευγαριού σε σχέση με τη ζωή στις πόλεις, που είχε επικρατήσει η αλλοτρίωση και η αποξένωση, που ο άνθρωπος απέφευγε να συναντήσει το συνάνθρωπό του, που κλεινόταν όλο και περισσότερο στον εαυτό του.


Μου χαν φανεί όλα τόσο παράξενα, σχεδόν ακαταλαβίστικα. Τι μπούρδες λέει αυτός εδώ σκέφτηκα; Ποιος άνθρωπος δεν ανοίγει την πόρτα του όταν του χτυπάνε το κουδούνι, για να δει ποιος τον επισκέφτηκε, ποιος δε σηκώνει το τηλέφωνο για να μάθει ποιος τον καλεί και να τον ακούσει; Όταν χτυπάει το τηλέφωνο στο σπίτι μου, πάω τρέχοντας να το σηκώσω για να δω ποιος μπορεί να είναι, με την ελπίδα φυσικά να είναι κάποιος φίλος από το σχολείο.


Μεγαλώνοντας στο πανεπιστήμιο, η απορία παρέμενε στο μυαλό μου. Σοβαρά τα εννοούσε αυτά που έλεγε; Και είναι αυτός τώρα ένας από τους σπουδαιότερους διανοητές της εποχής μας; Μου φαίνεται δεν ξέρει τι του γίνεται. Εδώ βγήκαν κινητά τηλέφωνα για να τα έχουμε μαζί μας όλη την ώρα προκειμένου να μη χάνουμε καμία κλήση και να μας βρίσκουν ανά πάσα στιγμή. Τι αλλοτρίωση και κουραφέξαλα. Πώς το έλεγε εκείνη η διαφήμιση; NOKIA, connecting people


Με τον καιρό ήρθε και η αναγνώριση κλήσης. Ενώ όμως το πρώτο διάστημα, ήταν ένα εργαλείο για να ξέρεις ποιος σε καλεί και να χάνεις περιττό χρόνο στο να διαπιστώνεις ποιος σε πήρε, σιγά σιγά άρχισε να γίνεται εργαλείο επιλεκτικής απάντησης στις κλήσεις αυτές. Έπιασα τον εαυτό μου να βλέπει ποιος είναι και να επιλέγει να μιλήσει αργότερα (αφού πλέον ήξερα ποιος με καλούσε) ή να αποφεύγει εντελώς να το απαντήσει. Το ίδιο έγινε όταν η αναγνώριση κλήσης επεκτάθηκε και στα σταθερά τηλέφωνα. Ειδικά από ένα σημείο και μετά λόγω και της δουλειάς και της διαρκούς χρήσης σταθερών και κινητών τηλεφώνων, η απόκριση σε αυτά γίνεται όλο και πιο επιλεκτικά. Άρχισαν να μετατρέπονται από όργανα επικοινωνίας σε όργανα επιλεγμένης απομόνωσης. Πλέον όταν θέλουμε κάποιες στιγμές ιδιωτικότητας, κλείνουμε το κινητό και μας φαίνεται και πολύ λογική επιλογή. Η εύκολη λύση. Η υπερβολή της επικοινωνίας επέφερε την επιδίωξη της απομόνωσης. Πόσο παράξενο θα φαινόταν στο ζευγάρι της ιστορίας μας αν του λέγαμε ότι κάποιος επιθυμεί να επικοινωνήσει μαζί μας κι εμείς αρνούμαστε να ανταποκριθούμε;


Το τελευταίο διάστημα, η επέκταση της κρίσης, επέφερε μια περαιτέρω κρίση στην επικοινωνία. Ο κόσμος συνειδητά ή ασυνείδητα επιλέγει να απομονώνεται. Η μιζέρια προκαλεί και μεγαλώνει τη μιζέρια. Οι χαρούμενες φάτσες είναι δακτυλοδεικτούμενες, κάποιες φορές νιώθεις ένοχος που αισθάνεσαι χαρούμενος. Αντίθετα οι σκυθρωποί διαρκώς πολλαπλασιάζονται. Είτε λόγω της αδυναμίας να αντεπεξέλθει είτε και λόγω της κατάθλιψης που έχει επιφέρει η κατάσταση, το πρόβλημα μεγεθύνεται και αυξάνεται με γεωμετρικό ρυθμό.


Ξέρω άτομα που δε βγαίνουν γιατί δε «βγαίνουν». Και η αίσθηση ότι δε «βγαίνουν», τους κάνει να κλείνονται ακόμα πιο έντονα στον εαυτό τους, να βυθίζονται πιο βαθιά στην απομόνωσή τους. Γιατί δυστυχώς η επικοινωνία κοστίζει. Και όταν δεν έχεις λεφτά, έχεις έναν αδιευκρίνιστο φόβο ότι μπορεί να κοστίσει ακόμα περισσότερο. Όταν για κάποιον είναι πολυτέλεια το εισιτήριο του ηλεκτρικού και ο καφές, πώς να του πεις να βγει από το σπίτι; Δεν είναι όμως μόνο θέμα κόστους, είναι κυρίως θέμα διάθεσης που έχει επιφέρει η γενική οικονομική αδυναμία. Ακόμα και αν έχει τα λεφτά για να πάει να πιει έναν καφέ, ή ένα σινεμά, ακόμα και δε χρειάζονται καν λεφτά για να πάει μια επίσκεψη σε ένα φίλο, με τι διάθεση περιμένεις αυτός ο άνθρωπος να βγει από το σπίτι του και κυρίως από το καβούκι του, όταν νιώθει ότι δεν τα βγάζει πέρα, όταν βλέπει τα όποια όνειρά του να καταρρέουν και δε βλέπει φως στην άκρη του τούνελ;


Είναι τόσο εύκολο να σε πάρει η μπάλα και να κλειστείς στον εαυτό σου, να αποκοπείς από φίλους, από γκόμενες/γκόμενους (πόσο ερωτεύσιμος μπορεί να είσαι όταν φαίνεσαι και είσαι ανήμπορος να συντηρήσεις τον ίδιο σου τον εαυτό, και πολύ περισσότερο, πόσο ερωτεύσιμος μπορεί να δείχνεις στους άλλους όταν διακατέχεσαι από μια τέτοια ψυχολογία, κάνεις κρα χειρότερα και από μπακούρι). Τσακώνεσαι με όλους και με όλα και πάνω από όλα με τον ίδιο σου τον εαυτό. Αν κιόλας δε δουλεύεις, τότε δεν έχεις και αυτή τη διέξοδο του νου, να αποσπάται η προσοχή σου και έστω παροδικά και αναγκαστικά να σκέφτεσαι άλλα πράγματα. Η οικονομική αδυναμία σε ευνουχίζει σωματικά και ψυχικά και σε κάνει να μη θες να δεις άνθρωπο.


Στην καλύτερη, αποκτάς διαδικτυακούς φίλους, επιλέγοντας μια παράλληλη ιντερνετική ζωή, όπου δεν υπάρχουν τόσο μεγάλες οικονομικές ανισότητες και κυρίως όπου τα προβλήματά σου προσωρινά δεν υπάρχουν. Στη χειρότερη, το σκοτάδι γίνεται όλο και πιο πνιγηρό και σε τυλίγει, σε ρουφάει και σε κάνει δικό του. Αποφεύγεις κάθε είδους επαφή και επικοινωνία, απομονώνεσαι όλο και πιο πολύ στον εαυτό σου. Όταν για ένα μεγάλο διάστημα, οι μόνοι σταθεροί «φίλοι» σου που σε ψάχνουν είναι οι εισπραχτικές εταιρίες και οι τράπεζες, αναπτύσσεις μια σταδιακή απέχθεια για τα τηλέφωνα και τους ήχους τους. Σου έρχονται μηνύματα μόνο για δάνεια, οφειλές και υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας. Βλέπεις κλήση από απόκρυψη και δεν απαντάς γιατί ξέρεις «ότι δε θα ναι για καλό, άλλωστε ποιος να με ψάχνει εμένα για καλό;». Ο φόβος έχει καταπιεί κάθε ελπίδα, δεν αφήνει καμία αχτίδα χαράς να δραπετεύσει και να φωτίσει την ατμόσφαιρα.


Πριν κάποιες μέρες, ένα απογευματάκι, ήμουν στο σπίτι ενός φίλου, που μένει με τους γονείς του. Τους ήξερα και κάθισα λίγο να τα πούμε ενώ τον περίμενα να ετοιμαστεί για να φύγουμε. Οικογένεια σχετικά καλοβαλμένη, που όμως η κρίση τους έχει πλήξει σημαντικά, χωρίς βέβαια να έχουν χάσει ίχνος από την αξιοπρέπειά τους. Κάποια στιγμή χτύπησε το κουδούνι από το θυροτηλέφωνο. Πετάχτηκαν έντρομοι. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Ποιος να ναι; Αστραπιαία, δύο σκέψεις πέρασαν ταυτόχρονα από το μυαλό μου: Το ίδιο βλέμμα είχα ξανασυναντήσει, χρόνια πίσω, στο συγκάτοικό μου. Το είχε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μετά το μεγάλο σεισμό της Αθήνας, κάθε φορά που περνούσε φορτηγό έξω από το σπίτι που μέναμε τότε και έτριζαν τα παράθυρα από τα τζάμια. Πεταγόταν στον αέρα, νομίζοντας ότι γίνεται πάλι σεισμός. Και από την άλλη σκέφτηκα το ζευγάρι στο δάσος που σχεδόν με ευτυχία υποδέχτηκαν έναν απρόσμενο ταξιδιώτη. Πόσο αλλιώτικα θα είχαν αντιδράσει εκείνοι στον ήχο του δικού τους κουδουνιού. Και συνειδητοποίησα πόσο αλλοτριωμένος είμαι και γω σε σχέση το ανέμελο παλικάρι της εφηβείας μου. Το πρώτο βήμα για τη θεραπεία είναι να αντιληφθείς το πρόβλημά σου.


Φεύγοντας από το σπίτι του, μουρμούρισα στο φίλο μου: -Μαλάκα, δε με νοιάζει, ακόμα και τσακωμένοι να μαστε, εγώ θα σε παίρνω απλά να λέω μια καλημέρα και θα στο κλείνω. Και κανόνισε να μην το σηκώνεις. Θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Και αν εξαφανίζομαι, να με πάρεις να με βρίσεις εσύ. Οκ; Με κοίταξε, λίγο παράξενα στην αρχή (δεν την παλεύει ούτε σήμερα, θα σκέφτηκε) αλλά πριν ανάψει τσιγάρο, το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα μεγάλο χαμόγελο...