ΕΙΜΑΣΤΕ ΠΕΡΙΕΡΓΑ ΠΛΑΣΜΑΤΑ οι άνθρωποι: γεννιόμαστε μικροί κι αδύναμοι, βγάζοντας από το στόμα μας άναρθρους ήχους. Κραυγές, γέλια, οδυρμούς, επευφημίες, αλαλαγμούς, μουγκρητά, αναστεναγμούς θλίψεως και κορεσμού. Μαθαίνουμε να ξεχωρίζουμε τα φωνήεντα από τα σύμφωνα, να τα συνδυάζουμε και να μιλάμε. Υποτίθεται ότι έτσι επιδιώκουμε την επικοινωνία των αναγκών και των σκέψεών μας.


Σύμφωνα με την εβραϊκή μυθολογία, από την εποχή που χτιζόταν ο Πύργος της Βαβέλ, οι άνθρωποι έχασαν τη δυνατότητα να συνεννοούνται μέσω μιας κοινής γλώσσας. Ο θεός του Ισραήλ τιμώρησε τους ανθρώπους που ήθελαν να χτίσουν έναν πύργο ίσαμε τον ουρανό, ώστε να αδυνατούν να κατανοήσουν ο ένας τον άλλο και το χτίσιμο του πύργου να σταματήσει. Ο ξυλοκόπος δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με τον σκαφτιά και το δέντρο έπεφτε και πλάκωνε τον δεύτερο. Οι λιθοξόοι ζητούσαν νερό να πιούν και τους έφερναν αντ' αυτού μπύρα ζεστή σαν κάτουρο μέσα στον καύσωνα. Ο μαραγκός ζητούσε ορείχαλκο και του έφερναν μια γαβάθα τυρί. Η πλύστρα έλεγε στη γειτόνισσα να της φυλάξει τα παιδιά και τη φωτιά πάνω στην οποία έβραζε η σούπα, για να πλύνει τα σεντόνια των γειτόνων στο ποτάμι. Γυρνώντας, ανακάλυπτε ότι η γειτόνισσα κατάλαβε πως έπρεπε να πλαγιάσει με τον άνδρα της και να μαγειρέψει τα παιδιά της. Ξάφνου, δημιουργήθηκαν ομάδες ανθρώπων που μιλούσαν διαφορετικές γλώσσες μεταξύ τους, αδυνατώντας έτσι να επικοινωνήσουν. Φυσικό επακόλουθο ήταν ο πύργος που θα έφτανε σε μεγαλείο το βασίλειο των ουρανών να μη χτιστεί ποτέ. Αντ' αυτού, οι άνθρωποι σκόρπισαν, διαχωρισμένοι σε φυλές, σε όλη τη Γη, χαμένοι μέσα στις φλόγες του πολέμου και της διχόνοιας. Αν κάποιος μιλούσε διαφορετικά ή είχε άλλο χρώμα δέρματος, οι άνθρωποι ήταν έτοιμοι να τον λιθοβολήσουν.


Το πρόβλημα που παρατήρησαν πολλοί ήταν το ακόλουθο: ότι, ενώ συχνά εκατομμύρια άνθρωποι μιλούσαν την ίδια γλώσσα, δύσκολα κατανοούσαν ο ένας τον άλλο. Σε μια οικογένεια, οι γονείς σφάζονταν με τα τέκνα τους για αφορμές ασήμαντες και οι γείτονες έτρεφαν μίσος για τους πλησίον, με τους οποίους ίσως να μην είχαν συζητήσει και συστηθεί ποτέ. Άνθρωποι σε πυκνοκατοικημένους οικισμούς ανά τους αιώνες εντοπίζονταν τυχαία στο σπίτι τους, μέρες μετά το θάνατό τους, καθώς δεν είχαν κάποιον να τους συμπαρασταθεί. Ακόμη και στις φιλικές παρέες, τις οποίες από αμνημονεύτων χρόνων επέλεγαν οι άνθρωποι, υπήρχε κάποιος που η γλώσσα του έκοβε τα φτερά των οικείων του σαν μπαλτάς.


Από όλους τους κατοίκους της Βαβέλ, οι πιο περίεργοι και πιο απελπισμένοι ήταν οι ποιητές. Έγραφαν στη γλώσσα των ομόγλωσσών τους, μα περισσότερο τους κατανοούσαν οι ποιητές των άλλων εθνών. Ονειρεύονταν έναν κόσμο καμωμένο στα μέτρα των ονείρων, φτιαγμένο με υλικά γήινα και πεζά. Εκεί που κανείς δεν έβλεπε τίποτα παρά λίγα αγριόχορτα και πέτρες ατάκτως ερριμμένες, εκείνοι θωρούσαν τον πιο θαυμαστό ανθό της πλάσης και μεγαλοπρεπή παλάτια. Στο πιο μαύρο σκοτάδι, στην πιο βαθιά νύχτα μπορούσαν να δουν την απαστράπτουσα ελπίδα μιας προσμονής. Ο κακός θεός που καταράστηκε τους ανθρώπους, γελούσε με τους ποιητές και, τους πιο ξεχωριστούς, τους έστελνε στην κόλαση.


Οι ποιητές, προσπαθώντας να εκφραστούν και να γίνουν καταληπτοί μέσα από τους στίχους τους, έδιναν διάφορους ορισμούς για το ποιος είναι ο σκοπός της τέχνης τους. Ένας ποιητής είπε ότι στόχος της ποίησης ήταν να φτάσει εκεί όπου δεν έφτασε ο Πύργος της Βαβέλ. Έπεσε και τσακίστηκε από έναν γκρεμό προσπαθώντας να πετάξει προς τον ήλιο. Ένας άλλος είπε ότι σκοπός της ποίησης ήταν να εκφραστούν οι μεγάλες αξίες και τα ιδανικά των ανθρώπων. Τον είδαν να πουλάει την ψυχή του σε τιμή ευκαιρίας σε κάποιο παζάρι της Ανατολής, έναντι πινακίου φακής. Κι ένας ακόμη ποιητής, ξεχασμένος σήμερα, είπε ότι τελικός στόχος πίσω από κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με το λόγο είναι οι ταλαίπωρες συναρθρώσεις φωνηέντων και συμφώνων να γίνουν πάλι ήχοι πηγαίοι και ιμερόεντες... Ίσως είπε την αλήθεια.