Δέκα μέρες μέσα. Ναι, δέκα με τη σημερινή. Έμεινα στο σπίτι.

 

Ήταν συμβουλή, παραίνεση, προτροπή. Μπορούσα να βγω, αλλά είπα εντάξει, μέσα. Για την προστασία τη δική μου. Πιο πολύ για την προστασία των άλλων.

 

Ψέματα. Για την προστασία τη δική μου πιο πολύ. Εγωιστικά όντα είμαστε οι άνθρωποι.

 

Για την προστασία των άλλων... Έτσι είπα για να αποκτήσει μια αίσθηση μεγαλείου η δήθεν επιλογή. Για να αισθάνομαι ότι κάνω κάτι παραπάνω απ' το να κοιτάω την πάρτη μου. Ανθρώπινο κι αυτό. Δεν είναι; Πιο εύκολο άμα πεις ένα ψέμα στον εαυτό σου ν' αντέχεις.

 

Μέσα δέκα μέρες. Από επιλογή. Από ανάγκη που έγινε επιλογή. Ψέματα κι αυτό. Από φόβο που έγινε επιλογή.

 

Επιλογή. Η αίσθηση ότι ακόμα ελέγχεις τα πράγματα. Αυτό είναι. Όχι, ούτε αυτό. Η ψευδαίσθηση ότι ελέγχεις τα πράγματα. Για να νικήσεις τον φόβο. Τον κάθε φόβο.

 

Και θυμάμαι να με βάζεις να φωνάζω μ' όλη μου τη δύναμη ένα ατελείωτο και βαθύ «ααααααα» σε μια άδεια παραλία χειμώνα μαζί με τον αέρα να φύγει ο φόβος απ' τα σωθικά μου, να τον πάρει η θάλασσα να τον πνίξει στον πάτο. Και θυμάμαι, χωρίς εσένα πια, να δακρύζω με τα κουδούνια που χορεύουν ρυθμικά στη μέση του γέροντα που χοροπηδάει σε έκσταση Καθαρά Δευτέρα στη Σκύρο να ξορκίσει κάθε κακό. Όχι κάθε κακό. Ένα είναι το κακό: ο θάνατος.

 

Θέλω μόνο να σε δω. Μ' έπιασε μια παράλογη αγωνία μήπως δεν σε ξαναδώ.

 

Μέσα λοιπόν. Από ανάγκη, από φόβο, από επιλογή. Μέσα για να μην μας πάρει ο διάολος. Μέσα που να πάρει η ευχή. Μέσα γαμώτο. Μέσα να δούμε ποιος θ' αντέξει.

 

«Γαμώ τον κορονοϊό, θέλω να σε δω!». Σύνθημα απ' τις πρώτες μέρες της οικειοθελούς μας καραντίνας. Κάποιος έφηβος ίσως. Ποιος άλλος θα το 'γραφε έτσι ωραία;

 

Να σε δω. Ας μην κάνουμε έρωτα. Ας μην σ' αγκαλιάσω. Ας μην φιληθούμε. Ας μην σ' αγγίξω. Ούτε καν το χέρι σου. Κυρίως αυτό δεν πρέπει να αγγίξω, θυμάμαι τις οδηγίες. Ας μην νιώσω καν τον ψίθυρό σου στο αυτί μου. Τη ζεστή σου ανάσα. Δεν θέλω να σκέφτομαι το γυμνό σου κορμί. Δεν θέλω να θυμάμαι πώς είναι να κουλουριάζομαι στο στήθος σου, να νιώθω στα μάγουλά μου τις τρίχες του στέρνου σου. Πώς είναι να σφίγγονται οι παλάμες μας, να μπλέκονται τα δάχτυλά μας, έστω χωρίς έκσταση, έστω σε μια χαλαρή βόλτα στο πάρκο, στον δρόμο, στο μουσείο, δίπλα στο ποτάμι, στη θάλασσα, κάτω απ' τον ήλιο ή τη βροχή, δεν έχει σημασία, με το κρύο να περνάει κάθε ρούχο ή τον ιδρώτα να τρέχει στο μέτωπο, δεν έχει σημασία, μόνο να μπλέκονται τα δάχτυλά μας, χωρίς να μας νοιάζει αν αυτή η ελάχιστη επαφή θα μας σκοτώσει και θα σκοτώσει κι άλλους δέκα κι ύστερα κι άλλους εκατό, μόνο να μπλέκονται τα δάχτυλά μας, να μπλέκονται οι γλώσσες μας, τα κορμιά μας. Μόνο να πιέζουν τα γυμνά δάχτυλα των ποδιών σου, τα δικά μου, ξέρεις, αυτό που πάντα μ' εκνεύριζε, έστω αυτό, έστω αυτό που, κι όταν στο είπα, συνέχισες να το κάνεις γιατί κάποιες φορές απλά σ' αρέσει να με βλέπεις να θυμώνω.

 

Όχι αυτές οι αναμνήσεις. Πονάνε. Ας είναι. Τίποτα απ' όλα αυτά. Ξεχνάει το δέρμα πώς είναι να το χαϊδεύουν. Γίνεται σκληρό. Τραχύ. Θ' αντέξει. Έτσι λέω: θ' αντέξει. Ψέματα; Δεν ξέρω. Θα δείξει.

 

Μόνο να σε δω, σκέφτηκα. Στα δύο μέτρα απόσταση. Απόσταση ασφαλείας, όπως λένε οι οδηγίες. Όχι, ούτε καν αυτό. Θα είμαστε πιο προσεκτικοί. Όχι στα δύο μέτρα. Απ' τ' απέναντι πεζοδρόμια.

 

Θα ξεκινήσουμε απ' το σπίτι του ο καθένας. «Αύριο θα το κάνουμε», σου είπα. Κυριακή. Απογευματάκι. Θα δούμε τι ώρα ακριβώς. Θα περπατήσουμε όλη τη διαδρομή. Κάπου στη μέση. «Η πλάκα είναι μεταξύ μας» έγραψες κι έψαχνα να βρω τι το αστείο είναι μεταξύ μας, η κατάσταση είναι τραγική, πού βρίσκεις την πλάκα σε όλο αυτό. Και μετά κατάλαβα : «η Πλάκα είναι μεταξύ μας». Εντάξει, ναι, στην Πλάκα. Ο καθένας απ' την πλευρά του να φτάσουμε στην Πλάκα, κι ας μην έχει πλάκα τώρα η φάση.

 

Θα περπατήσουμε όλη τη διαδρομή για να συναντηθούμε. Όπως η Αμπράμοβιτς με τον Ουλάι στο Σινικό Τείχος. Μεγαλειώδες. Κινηματογραφικό. Μυθιστορηματικό. Θα μείνει στην ιστορία. Θα το λέμε στους φίλους μας, θα το θυμόμαστε τις στιγμές που η σχέση μας θα περνάει κρίση, θα ξελογιάζουμε τους νέους στα γεράματά μας με τα κατορθώματα μας, θα το αναφέρουμε στον γιατρό που θα μας εξετάσει για να βρει τις στενές επαφές μας όταν θα 'χουμε τα πρώτα σοβαρά συμπτώματα και θα σκεφτόμαστε «τι μαλακία που δεν έμεινα σπίτι».

 

Ας το κάνουμε, ας είναι. Θυμάμαι την τελευταία αγκαλιά. Τρεις μήνες πριν. Ξημερώματα. Πριν μπω στο ταξί να φύγω.

 

Θέλω να σε δω. Κι αφήνω πίσω τον φόβο του θανάτου που με κρατάει μέσα. Και θα πάρω όλες τις προφυλάξεις για να μην βάλω σε κίνδυνο κανέναν άλλον. Γιατί τελικά νοιάζομαι, κι ας θέλω να δείχνω κυνική. Θα διασχίσω την πόλη χωρίς ν' αγγίξω τίποτα και κανέναν, χωρίς ν' αγγίξω τα μάτια, τη μύτη ή το στόμα μου, θ' αναπνέω προς τα μέσα μην βγάλω στον αέρα τα πιθανόν μολυσμένα σταγονίδιά μου, δεν θα δακρύσω από συγκίνηση όταν σε δω μην βρέξω με μικρόβια τον δρόμο, δεν θα γελάσω όταν σκοντάψεις, γιατί σίγουρα θα σκοντάψεις. Αν μπορούσα θα πετούσα να μην ακουμπήσω καν τα πεζοδρόμια με τα παπούτσια μου. Δεν θέλω ν' αγγίξω τίποτα και κανέναν. Δεν θέλω να μολύνω και να μολυνθώ. Δεν θέλω καν να δουν οι άλλοι στα μάτια μου τον φόβο μου, είναι όλοι φοβισμένοι, έχουν τον δικό τους φόβο.

 

Θέλω μόνο να σε δω. Μ' έπιασε μια παράλογη αγωνία μήπως δεν σε ξαναδώ.

 

Έστω απ' το απέναντι πεζοδρόμιο. Ας είναι μόνο αυτό. Από μακριά η φιγούρα σου. Από μακριά το πρόσωπό σου. Θα μπορέσω να τρυπώσω στα μάτια σου, ας μας χωρίζει ένας δρόμος, θα καταφέρω να δω μέσα σου. Θα χαιρετηθούμε μ' ένα κούνημα του χεριού. Θα περπατήσουμε παράλληλα για κάμποση ώρα. Κι ύστερα θα χωρίσουμε πάλι, ο καθένας τον δρόμο του. Πίσω, μέσα.

 

«Τι ώρα;»

 

«Στις 6:00.»

 

«Εντάξει, την Κυριακή στις 6:00, στην Πλάκα.»

 

Έκτακτο διάγγελμα, την Κυριακή στις 6:00 το απόγευμα. Απαγόρευση κυκλοφορίας από τις 6:00 το πρωί της Δευτέρας.

 

Δεν προλάβαμε.

 

Θα μείνω ξύπνια ως τις 6:00 το πρωί. Τελευταίες ώρες ελευθερίας. Ακόμα έχω την επιλογή. Έστω κι αν δεν βγω έξω, θα ζήσω τις τελευταίες ώρες που έχω την επιλογή να το κάνω. Θα ζήσω μέχρι τέλους την ψευδαίσθηση.