Ζέστη.6 Νοέμβρίου και το θερμόμετρο στους 28. Με θράσος, απτόητο. Δρόμοι άδειοι. Το πουκάμισο με ενοχλεί, ζεσταίνομαι. Βήμα σταθερό. Η πόλη θυμίζει φρούριο. Πανό από μακριά και κόσμος. Πολύς κόσμος. Το βήμα σταθερό, αν και αβεβαιο κατα βάθος. Πρόσωπα περνάνε από δίπλα σου. Καθένα κουβαλάει τη δική του ιστορία, κρυμένο κάτω απο γυαλιά ηλίου ή με κατεβασμένο το πρόσωπο αόρατο. Ο ήλιος σε τυφλώνει πάνω από τα γυαλιά και έχεις ιδρώσει λίγο.

 

Σταδίου 1.

Ο λογιστής. Να πάρεις το φάκελο με τις αποδείξεις και να ξαναγυρίσεις με τα πόδια στη δουλειά. Στον Ευαγγελισμό. Οχι μετρό, όχι λεωφορείο. Η πόλη νεκρή και οι δρόμοι κλειστοί. Μέρα Τρίτη. Ώρα 12.40.Ταυτίζεσαι με την απόγνωση του κόσμου για λίγο. Έχεις δουλειά. Πέρνα απέναντι στην Πανεπιστημίου. Χώνεσαι μέσα στην πορεία διαμαρτυρίας, στα πανό, στον κόσμο, στους ταξιτζήδες που διαδηλώνουν για το στοιχειώδη σεβασμό στο επαγγελμά τους. Ανασηκώνω την τσάντα μου στον ώμο. Με βαραίνει. Ένα βάρος. Ένα απροσδιόριστο μούδιασμα. Μήπως η ζωή μου έχει πολλά κοινά με την εικόνα της Ομόνοιας τέτοια ώρα;

 

Χωμένος μέσα στο πλήθος πηγαίνω αντίθετα στην πορεία τους. Περνάω ανάμεσα από τον κόσμο σχεδόν σαν υπνωτισμένος. Παρακάμψεις δεξιά- αριστερά. Συνθήματα ακούγονται δυνατά. Αόρατος μέσα στο πλήθος ψάχνω την αρχή της Σταδίου . Πρέπει να κάνω τον κύκλο της πλατείας. Στρίβω. Πέφτω πάνω σε μια κοπέλα. Με κοιτάει ξαφνιασμένη και προσπερνάει. Οι σκέψεις μου δεν γίνεται να τιθασευτουύν. Βλέπω την είσοδο του κτιρίου που κάτι μου θυμίζει. Εδώ είναι. Τρίτος όροφος νομίζω.

 

Η πόρτα του ασανσέρ κλείνει. Πατάω το 3. Γυρνάω προς τον καθρέφτη. Βγάζω τα γυαλιά. Κολλάω στον τοίχο. Έρχεται πάνω μου. Κλείνω τα μάτια μου και νιώθω δυο χείλη να κολλάνε στα δικά μου. Τα χέρια μου αφήνονται και την τυλίγουν. Εκπνέω βαθιά. Με φιλάει στο λαιμό. Την σπρώνω με δύναμη πάνω στον καθρεφτή και έρχομαι εγώ πάνω της. Θέλω να έχω εγώ τον έλεγχο. Είναι ζεστή. Ανοίγω λίγο τα μάτια μου και τα βλέμματα μας καρφώνονται. Ναι. Εσύ είσαι. Εσένα θέλω. Τόσο πολύ. Μου ανοίγει το πουκάμισο και τα χείλη μας ενώνονται ξανά. Βίαια, διεκδικητικά, παθιασμένα. Με δαγκώνει σχεδόν. Και οι όροφοι περνάνε, πιο πάνω, πιο πάνω.

 

"Σε χρειάζομαι" ψιθυρίζει σαν να ντρέπεται που το λέει.

 

"Με ξέρεις πολύ λίγο για να το λές" απαντάω αμέσως με το ηλίθιο ύφος του ορθολιστή.

 

Δεν απαντάει. Με κοιτάει. Και το βλεμμα της μου δίνει μια απάντηση πιο ηχηρή. Τόσο που με πονάνε τα μάτια μου, τα αυτιά μου. Δεν είναι θέμα χρόνου αυτό γαμώτο. Μη σταματάς να είσαι αληθινός. Μη σταματάς να ζείς.

 

"Γιατί δε βγήκες χθές;"

"Δεν το είδα"

"Ήμουν απέξω. Σηκώθηκα και ήρθα μόνο για ένα φιλί... και να σου δώσω κάτι... πριν αλλάξει η μέρα"

Σιωπή

3ος όροφος.

Κιόλας;

 

Η φλέβα στον κροταφό μου πάλλεται. Καταπίνω. Ανοιγοκλείνω αποτομα τα μάτια μου. Ισιώνω τον κορμό μου. Ανασηκώνω ξανά την τσάντα μου. Εχω δουλειά. Είμαι στη δουλειά.  Βγαίνω, στρίβω δεξιά στο διάδρομο. Βήματα... Χάνονται στο βάθος.

 

"Χαίρεται, τι κάνετε; Για τις αποδείξεις ήρθα, τις έχετε έτοιμες;"