Τον τελευταίο καιρό το σκεφτόταν αρκετά συχνά. Απασχολούσε το μυαλό της, βλέπεις, σε στιγμές κατεξοχήν δικές της. Όταν έπινε το πρωινό φλιτζάνι με τον καφέ της. Όταν διάβαζε το βιβλίο της. Όταν καθόταν στο μπαλκόνι και έπινε το καθιερωμένο ποτήρι με το κρασί.

 

Το παρελθόν πάντα είχε έναν τρόπο να την προφταίνει. Μήπως άφηνε ανοιχτούς λογαριασμούς πίσω της και δεν το καταλάβαινε; Μήπως οι άλλοι άφηναν μαζί της και και δεν το ήξεραν ούτε οι ίδιοι; Όποτε εμφανιζόταν ξανά μπροστά της προσπαθούσε να το καλοπιάσει το παρελθόν, μπας και της αποκαλύψει τις προθέσεις του. Μάταιος όμως κόπος.

 

Άρχισε να εκνευρίζεται σε σημείο τέτοιο να θέλει να κοπανήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Είχε ξεχάσει, είχε συγχωρέσει, είχε αποδεχτεί, είχε προχωρήσει. Είχε όμως στ´ αλήθεια; Μήπως το μόνο που είχε καταφέρει να προχωρήσει ήταν το μυαλό; Μήπως η καρδιά δεν είχε πάρει ακόμη το χρόνο της;

 

«Πότε θα ξεχάσεις επιτέλους βρε παιδάκι μου;» έλεγε και ξανάλεγε. Μα μέσα από αυτή τη μάταιη επανάληψη κατάλαβε. Χώρα της λήθης δεν υπάρχει. Και αν υπάρχει είναι για τους δειλούς. Αυτή δεν ήταν τέτοια. Ήταν γραφτό της να θυμάται και να ψάχνει απαντήσεις, να τις διεκδικεί.

 

Εξάλλου, πάντα έλεγε ό,τι ένιωθε και ας γνώριζε πως δεν είχε πολλές ελπίδες. Ποτέ δεν κρύφτηκε πίσω από φίλτρα και σιωπές. Τα ερωτήματα; Τα άντεχε όλα εκτός από ένα στο οποίο ήθελε «καλύτερη» απάντηση. «Ένιωσες κάτι;»

 

Ήξερε πως όλα κάποτε τελειώνουν, μα ποτέ δεν φαντάστηκε τον τρόπο. Κάποιες φορές της έλειπε και έπειτα θυμόταν πως δεν μετάνιωσε για τίποτα και ούτε θα το έκανε. «Μα πες, ένιωσες κάτι;»

 

Ίσως να μην έπρεπε να σκέφτεται έτσι. Ίσως δεν θα έπρεπε να αναπολεί, να αναλογίζεται ένα «εκεί» που της είχε λείψει. Ίσως αυτός ο κάποιος να μην καταλάβει ποτέ. Και ίσως πάλι όλα αυτά να έχουν απάντηση σε αυτό και μόνο το απλό που στο τέλος σκέφτηκε..

 

Ορισμένες τελείες είναι γραφτό να γίνονται κόμματα.