Το πρωινό στους δρόμους της πρωτεύουσας ήταν παγωμένο, μιας και ο Δεκέμβρης είχε φροντίσει να κάνει αισθητή την παρουσία του. Κουβαλώντας ένα σακί με γαλαζωπές νιφάδες χιονιού, είχε επισκεφθεί την πόλη την προπαραμονή των Χριστουγέννων και άρχισε να τις σκορπάει μέσα στο αττικό σκοτάδι. Τον είχε δει και η Άννα από την ενοικιαζόμενη γκαρσονιέρα του 3ου ορόφου της πολυκατοικίας της οδού Βεΐκου. Ένα από τα δεκεμβριανά μεσάνυχτα που κοιτούσε έξω από το παράθυρο.

 

Σύμφωνα με την μαρτυρία της ήταν ένας ψηλός άντρας γύρω στα 32, φορούσε μια πορφυρή κάπα και οδηγούσε ένα μαύρο ρετρό ποδήλατο, το οποίο και συχνά υπερίπτατο πάνω από την Αθήνα. Τον παρατηρούσε μέχρι που χάθηκε από το οπτικό της πεδίο, ενώ πίσω του άφησε ένα λευκό τοπίο έτοιμο να δεχθεί την ιστορία του καθενός. Έτσι, συντόνισε το κασετόφωνο του μυαλού της στα "Χριστούγεννα Λευκά" της Καίτης Γαρμπή και έπιασε τον εαυτό της να τρυπώνει σε διαφημιστικά κλισέ: δώρα, τζάκι, ρούχα, έρωτες. Όμως, χρήματα για δώρα δεν περίσσευαν, το τζάκι της ήταν μια κιτς σόμπα αλογόνου, η φλις ζακέτα της δεν έμοιαζε με δημιουργία μεγάλου μόδιστρου και οι άγγελοι του έρωτα σύντομα θα κήρυτταν παύση εργασιών λόγω πάγου και αργίας. Μια η κατάθλιψη, μια η ονειροπόληση, άργησε να κοιμηθεί.


Σε αντίθεση με τους ερωτιδείς, η Άννα δούλευε το πρωί της παραμονής των Χριστουγέννων και φτάνοντας αργοπορημένη προσπάθησε να δικαιολογηθεί στη νευρική εργοδότριά της. Μάταια. Τι κι αν έξω έπεφτε χιόνι και τα πεζοδρόμια της Αθήνας γλιστρούσαν; Τι κι αν σε λίγες ώρες θα σήμαιναν Χριστούγεννα; Η κυρία Λάουρα δε χαλάρωνε ποτέ στη δουλειά της, ούτε καταλαμβάνονταν από το πνεύμα των γιορτών. Αγριοκοίταξε την Άννα και άφησε να εννοηθεί η άμεση ανανέωση των παιδικών χριστουγεννιάτικων εικονογραφημένων ιστοριών της βιτρίνας με vintage υλικό από το υπόγειο.

 

Η Άννα άφησε το πανωφόρι και το κασκόλ στον ξύλινο καλόγερο της εισόδου και κατευθύνθηκε προς τα ενδότερα του βιβλιοπωλείου της στοάς. Κατέβηκε τη σκάλα, άναψε τη λάμπα και αναζήτησε την κούτα με τα βιβλία. Τη μυρωδιά του χαρτιού διαδέχτηκε μια αδιόρατη νότα μούχλας και σκέφτηκε πως η πόλη αρχίζει να σαπίζει από μέσα. Μέχρι και η πολυαγαπημένη snob γάτα της κυρίας Λάουρας πήγε να λιποθυμήσει.


Γύρω στις έξι, η κυρία Λάουρα ζήτησε το καθιερωμένο της τοστ γαλοπούλα-τυρί και τον απογευματινό γαλλικό του ενός ευρώ από την γωνιακή συνοικιακή καφετέρια. Έξω δεν είχε σταματήσει να χιονίζει, αλλά η Άννα δέχτηκε με ιδιαίτερη χαρά την καθημερινή της αγγαρεία. Στη διαδρομή θα μπορούσε να πέσει επάνω στον πορφυροφορεμένο άντρα και να κάνει επιτέλους κάποια κίνηση γνωριμίας.

 

Με τα αναψοκοκκινισμένα μάγουλα να κάνουν αντίθεση με την χλωμή της όψη και μια μύτη να στάζει υγρές ανάσες, έσπρωξε τη τζαμένια πόρτα του μαγαζιού και μπήκε στα ζεστά. Κοντοστάθηκε τινάζοντας μερικές νιφάδες από πάνω της και ανέπνευσε λίγο ευεργετικό ατμό καφέ. Ύστερα, το βλέμμα της πλανήθηκε στα λιγοστά τετραγωνικά υπό τους ήχους ενός μητροπάνειου ζεϊμπέκικου σταμπάροντας την κυρία Μίλβα και τον κυρ Απόστολο.

 

Η κυρία Μίλβα κάθονταν στο τραπεζάκι που κοιτούσε τη Σόλωνος φορώντας –όπως πάντα- ένα φουστάνι-υπερπαραγωγή. Ήταν παλιά βεντέτα της πόλης, μια ηθοποιός παλαιάς κοπής με μια αρχοντιά στη στάση του σώματος. Ξεροστάλιαζε εκεί ώρες, κοιτάζοντας στο σημείο όπου –σύμφωνα με την ίδια- βρίσκονταν το παλιό της θέατρο. Στο βάθος και πίσω από την ταμιακή μηχανή καθόταν ο κυρ Απόστολος, ο ιδιοκτήτης της καφετέριας. Φανατικός θαυμαστής της κυρίας Μίλβα που περνούσε ώρες χαζεύοντάς τη.

 

Καθώς περίμενε να ψηθεί το τοστ, η Άννα παρατήρησε πως η θεατρίνα είχε βαριά διάθεση. Έτσι ήταν και στην "τελευταία παράστασή" της στον προαύλιο χώρο της Ακαδημίας Αθηνών. Τότε, η Μίλβα είχε βγει έξω και ούρλιαζε λόγια του Σαίξπηρ. Τα αδέσποτα γρύλιζαν, οι περαστικοί συνέχιζαν την πορεία τους νομίζοντας πως πρόκειται για μια ακόμη άνευρη performance κι αυτή άκουγε χειροκροτήματα. Λίγο πριν επιστρέψει στο βιβλιοπωλείο, ρώτησε τον κυρ Απόστολο αν της είχε δώσει το καθημερινό της τριαντάφυλλο, όπως τον είχε συμβουλέψει για να την κάνει να νιώθει καλύτερα και να δείχνει διακριτικά τον θαυμασμό του. Η απάντηση ήταν καταφατική και η ανησυχία έφυγε από πάνω της.


Έξω το χιόνι δυνάμωνε και στα μεγάφωνα του δρόμου έπαιζαν μελωδίες κλασσικών συνθετών. Την ίδια μουσική επιλογή θα έκανε και το κασετόφωνο του μυαλού της. Πάντα η ψευδαίσθηση της δυτικής μητρόπολης τη γέμιζε κουράγιο να συνεχίσει. Λίγο πριν μπει στο μαγαζί, κοντοστάθηκε στην βιτρίνα της εισόδου της στοάς και έμεινε να κοιτάει τα πολύχρωμα χριστουγεννιάτικα φωτάκια, τα οποία είχαν τοποθετήσει μαζί με την κυρία Λάουρα. Μέσα από τις αντανακλάσεις παρατήρησε πως απέναντι σε μια ταράτσα, ο Δεκέμβρης -καθισμένος στο ποδήλατό του- έριχνε νιφάδες. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν και αποφάσισε να του κάνει νεύμα, όμως η τσιριχτή φωνή της κυρίας Λάουρας από το γραφείο του άδειου βιβλιοπωλείου της χάλασε τα σχέδια.

 

"Συνέβη κάτι;" ρώτησε η Άννα. Η κυρία Λάουρα απέφυγε να απαντήσει και της έδωσε το σημείωμα που κρατούσε στα χέρια.

 

Αντισταθείτε και επιχειρείστε την Αλλαγή!
Στην εκπνοή του παλιού έτους νιώστε το κύμα!
ΠΟΡΦΥΡΟΙ

 

Ήταν άλλη μια προκήρυξη που υποσχόταν την Αλ!@&#, μια λέξη απαγορευμένη για τη συντηρητική ιδιοκτήτρια του πιο παλιού βιβλιοπωλείου του Αθηναϊκού Κέντρου. Μπορεί τα τεράστια franchise να μην είχαν αφήσει τίποτα όρθιο στην επέλασή τους και μπορεί τα έσοδά της να είχαν μειωθεί δραματικά καθιστώντας αμφίβολη τη βιωσιμότητα της επιχείρησής της μέχρι την πολυπόθητη συνταξιοδότηση, αλλά ένα ήταν βέβαιο: η Αλ!@&# δεν έπρεπε να έρθει! Για αυτή τη πρόστυχη λέξη, πριν πολλά χρόνια, κάηκαν τράπεζες, έσπασαν βιτρίνες, τρομοκρατήθηκε η αλλοτινή μεσαία τάξη και πανικοβλήθηκε η άρχουσα τάξη της πρωτεύουσας. Μέχρι και η γάτα της στο άκουσμα της λέξης στρεσαρίστηκε.

 

"Έχουν γεμίσει το τόπο με αυτές τις σαχλαμάρες πάλι! Σε όλη την πόλη χιλιάδες black & white χάρτινες απειλές! Ακριβώς όπως τότε... Πάλι μας τρομοκρατούν, αλλά όχι! Θα μείνω εδώ να φυλάω τις βιτρίνες μου!". Πριν ολοκληρώσει τη σκέψη της απέστρεψε το πρόσωπο και με μια βιαστική κίνηση άγγιξε το μέτωπό της. "Μπορείς να πηγαίνεις Άννα, δεν υπάρχουν πελάτες και σε λίγο θα είναι όλοι στα σπίτια τους για το ρεβεγιόν. Φαγητά, στολίδια, θαλπωρή. Θα μείνω εγώ. Τοστ με γαλλικό, πολύχρωμα φωτάκια και τη Τζέλλα." της ανακοίνωσε έχοντας γυρισμένη την πλάτη και δείχνοντας προς την κακομαθημένη γάτα της. Η κυρία Λάουρα είχε μιλήσει και η Άννα ήξερε καλά πως δεν έπρεπε να έχει αντίθετη άποψη.


Στο δρόμο για το σπίτι, σκεπτόταν πως ίσως για μια στιγμή το αφεντικό της θέλησε να εκβιάσει συναισθηματικά την παραμονή της, αλλά η Άννα ήθελε να περάσει τις γιορτές στο σπίτι της. Εν τω μεταξύ, τα μεγάφωνα είχαν χοντρύνει το παιχνίδι. Οι κλασσικές μελωδίες είχαν αντικατασταθεί με νωχελικούς jazz σκοπούς. Θα νόμιζε κανείς πως μουσικά σύνολα και σχήματα είχαν τρυπώσει σε κάθε δυνατή γωνιά της πόλης και «παίζανε» καταπραϋντικά. Κάποια στιγμή διασχίζοντας την Πλάκα, έβαλε το χέρι στην τσέπη της, άγγιξε κάτι ψιλά και αποφάσισε να ψωνίσει για το εορταστικό δείπνο της. Οι ζαλάδες της δεν είχαν κάνει ακόμα την εμφάνισή τους, ήταν ακόμη ζωντανή –κόντρα σε όλες τις προβλέψεις- και έπρεπε να το γιορτάσει.

 

Μέσα σε λίγα λεπτά, άνοιξε την πόρτα του παντοπωλείου της Ουρανίας, χαιρέτησε και "χάθηκε" στους δυο διαδρόμους των εμπορευμάτων. Όταν έφτασε στα λαχανικά και τα φρούτα, είδε τον άντρα της κυρίας Ουρανίας -τον Αλέκο- να παίζει μουσική σε ένα πιάνο, πάνω στο οποίο υπήρχαν τελάρα. Είχε καταφέρει να το σφηνώσει στο μικροσκοπικό μαγαζί. Ήταν κάπως αδέξιος με τις νότες, μα ακόμα πίστευε πως θα γινόταν μεγάλος μουσικός. Πριν αρχίσει να γίνεται ενοχλητικός ο θόρυβος του βασανιζόμενου πιάνου, η Άννα κατευθύνθηκε προς το ταμείο. Πλήρωσε και αποχαιρέτησε το ηλικιωμένο ζευγάρι."Σου έριξα χίλιες φορές τα ταρώ και φάνηκε πως ούτε φέτος θα κάνεις καριέρα στη μουσική. Γιατί δεν τα παρατάς; Διώχνεις και τους λιγοστούς μας πελάτες..." άκουσε να παραπονιέται η Ουρανία καθώς η πόρτα έκλεινε.


Στις οκτώ είχε νυχτώσει για τα καλά και μπαίνοντας στην τελική ευθεία για το σπίτι της, σταμάτησε στη μέση της χιονισμένης Βεΐκου, κάτω από το Μουσείο της Ακρόπολης και δίπλα από τη μικροσκοπική τριγωνική πλατεία με το σιντριβάνι. Εκεί είχε ζήσει όλα της τα χρόνια και δεν θυμόταν να την είχε ξαναδεί έτσι. Όλα τα μαγαζιά κατά μήκος του δρόμου ήταν κλειστά και η ατμόσφαιρα είχε χρωματιστεί με ένα περίεργο βαθύ μενεξεδί. Τα φώτα της πόλης ήταν σβηστά –πιθανώς λόγω κάποιου τεχνικού προβλήματος- και μόνο στο βάθος αχνοφαίνονταν κάτω από τον ροζ ουρανό κάποιες φωταγωγημένες νεραντζιές. Τόσα χρόνια άναρχης αστικής ανάπτυξης, μα η Αθήνα τερμάτιζε σε δάσος.

 

"Βλέπεις τις νεραντζιές στο τέλος του δρόμου; Παράδεισος!" έλεγε η μάνα της, όταν την μάζευε από το παιχνίδι. Μετά πέρασαν τα χρόνια. Ο πατέρας έφυγε για τις νεραντζιές. Μετά πέρασαν κι άλλα. Έφυγε η μητέρα. Και η Άννα ήταν σίγουρη πως κάτι τρομακτικά όμορφο θα υπήρχε εκεί και κανείς δεν επέστρεφε.

 

Ήταν περίεργη γυναίκα η μητέρα της. Αγαπούσε τις γάτες και το μελωδικό νιαούρισμά τους, έβλεπε προφητικά όνειρα μασώντας κόκκους καφέ, πίστευε στην ικανότητα πρόβλεψης γεγονότων μέσω της αστρολογίας και στην εκπλήρωση των ευχών που γίνονται τις βροχερές νύχτες των Χριστουγέννων, ταξίδευε με θέατρο και ευρωπαϊκές κινηματογραφικές ταινίες, αγαπούσε τις ξένες γλώσσες και το χειρότερο: μιλούσε και έγραφε πάντα για το θάνατο χρησιμοποιώντας ποιητικές μεταφορές. Πολύ ενδιαφέρουσα περσόνα για το ενήλικο κοινό, αλλά κάπως τραυματική για ένα μικρό παιδί.

 

"Όταν θελήσεις να πεις πράγματα, όταν νιώσεις πως κανείς δε σε ακούει, να κοιτάξεις προς τα 'κεί, να σηκώσεις τα χέρια και να φωνάξεις! Το μήνυμά σου κάποιος θα βρεθεί να το μεταφέρει." θυμήθηκε λόγια της που δεν είχε ακολουθήσει ποτέ. Αμέσως, η Άννα σήκωσε τα χέρια κρατώντας τις σακούλες και φώναξε: "Καλά Χριστούγεννα!". Την ίδια στιγμή, ένας άνδρας περνώντας με το ιπτάμενο ποδήλατό του, της χτύπησε το δεξί χέρι και η σακούλα με τα ψώνια έπεσε. Τρία μέτρα πιο πέρα, μέσα στη σκοτεινιά, ο ποδηλάτης φρέναρε και γύρισε να κοιτάξει αν η Άννα είχε χτυπήσει. Τότε, διέκρινε τον τύπο με την κάπα μέσα στο σκοτάδι. Κοιτάχτηκαν και σώπασαν. Οι κόρες των ματιών της Άννας διαστάλθηκαν μεταφυσικά, αφού ο έρωτας είναι μια γερή ματιά στο κενό. "Εδώ μένω" είπε και έδειξε την πολυκατοικία της μέσα στο έρεβος. Ύστερα από λίγα δευτερόλεπτα, ο Δεκέμβρης ανέβηκε ξανά στο ποδήλατο. Καθώς απομακρύνονταν, τα κίτρινα φώτα της πόλης επανέρχονταν το ένα μετά το άλλο, μέχρι τη στιγμή που ο Παράδεισος εξαφανίστηκε από το βάθος πεδίου.

 

Ο ήχος της καμπάνας του Αγίου Ιωάννη Γαργαρέττας επανέφερε την υπνωτισμένη Άννα, η οποία άρχισε να μαζεύει τα ψώνια της από το δρόμο. Ο ξένος την έκανε να κρυώνει πιο πολύ και επανέφερε τις ζαλάδες της. Η Άννα έσπρωξε την εξώπορτα της πολυκατοικίας, περπάτησε τον διάδρομο με τους πράσινους τοίχους και τα φτηνά μωσαϊκά, κάλεσε το –όπως πάντα- χαλασμένο ασανσέρ και αναθεματίζοντας άρχισε να ανεβαίνει τα σκαλιά.

 

Στον 1ο όροφο διέμεναν δύο υπερήλικες: ο κύριος Κομνηνός, ετών 75 και η κυρία Δαστού, ετών 78. Ο ένας αποτυχημένος σκηνοθέτης που είχε καταφέρει να κάνει μόνο μια ταινία μικρού μήκους και τα τελευταία χρόνια κάθεται με τις ώρες μπροστά από το βίντεο για να την βλέπει ξανά και ξανά, η άλλη μια γεροντοκόρη που σε όλη της τη ζωή περιμένει τα Χριστούγεννα. Λέγεται πως μια άνοιξη, κάποιοι την είχανε επισκεφτεί και οι στολισμοί ήταν ακόμα στη θέση τους.

 

Στον 2ο όροφο κατοικούσε η οικογένεια Παπαδάκη. Η κυρία του σπιτιού, η Άριελ Παπαδάκη, είχε χάσει τα λογικά της τη μέρα που ο άντρας της χρεοκόπησε και αυτοκτόνησε. Από τότε δεν βγαίνει έξω, ενώ αναγκάζει τα παιδιά της μέσα στο σπίτι να κυκλοφορούν με μαύρες ομπρέλες.

 

Όταν έφτασε πια στον 3ο όροφο, πλησίασε την πόρτα του διαμερίσματός της. Απέναντί της κατοικούσε μια οικογένεια προσφύγων από τη Μέση Ανατολή για την οποία δεν ήξερε πολλές πληροφορίες. Βάζοντας το παλτό της πάνω στη σόμπα για να στεγνώσει από το λιωμένο χιόνι, η Άννα συνειδητοποίησε πως δεν ήξερε και τους γείτονές της στον 4ο όροφο. Ίσως να μην υπήρχαν κιόλας. Έπειτα, πήγε να μαγειρέψει.


Γύρω στις έντεκα και μισή, η Άννα καθόταν μόνη της στο μικρό τραπέζι της κουζίνας. Μπροστά της υπήρχε ένα εμαγιέ πιάτο γεμισμένο με λαχανόσουπα, ένα κολονάτο ποτήρι κρασί χύμα και ένα αναμμένο κόκκινο κερί. Δεν πεινούσε, δε διψούσε και έσβησε το κερί. Τα μεγάφωνα είχαν σταματήσει να παίζουν μελωδίες, το ίδιο και το κασετόφωνο του μυαλού της, με συνέπεια η σιωπή να ήταν εκκωφαντική. Περπάτησε στην καταθλιπτική της πορεία για μια ακόμη φορά. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν το παράθυρό της έβλεπε στη Βεΐκου και όχι στους φωταγωγούς. Από εκεί θα έβλεπε πιο συχνά τις νεραντζιές και ίσως τον γοητευτικό ποδηλάτη.

 

Κάποια στιγμή, άνοιξε την τηλεόραση και όλα τα κανάλια είχαν ζωντανή σύνδεση με το Κέντρο. Όχι, δεν υπήρχε κάλυψη κάποιας εορταστικής εκδήλωσης. Τα αμοντάριστα πλάνα από τις ταράτσες του Συντάγματος έδειχναν το δρόμο να γεμίζει από πορφυροφορεμένους νάνους, οι οποίοι έτρεχαν σα δαιμονισμένοι προς όλες τις κατευθύνσεις. Έσπαγαν, έκαιγαν, φώναζαν. Το θέαμα ήταν μεταφυσικά τρομακτικό και οι συγκεχυμένες πληροφορίες δεν βοηθούσαν στην εκλογίκευση της κατάστασης. Οι ζαλάδες της Άννας επανήλθαν, κρύος ιδρώτας την κυρίευσε και το κοιλιακό άλγος την έριξε κάτω.

 

Ο χτύπος του τηλεφώνου την επανέφερε μέσα σε 3 λεπτά. "Έχουν μαζευτεί δεκάδες νάνοι με πυρσούς και απειλούν να σπάσουν τα μαγαζιά! Είμαι μόνη! Σε παρ..." ακούστηκε η φωνή της κυρίας Λάουρας από την άλλη άκρη του ακουστικού. Πριν προλάβει να τελειώσει τη φράση της, η Άννα κατέβασε το ακουστικό. Η κυρία Λάουρα είχε κάνει την επιλογή της και η Άννα πονούσε πολύ για να την βοηθήσει.

 

Αναλογίστηκε πως ίσως οι νάνοι να σχετίζονταν με την Αλλαγή, αλλά η σκέψη της διακόπηκε από την συνειδητοποίηση του ειδώλου της στον καθρέπτη. Πάντα απέφευγε να τον κοιτάει χωρίς να φοράει την περούκα της. Ήταν φαλακρή και κυρίως μόνη. Με βουρκωμένη τη ματιά της και με τα χέρια της να στερεώνουν τη ξανθιά περούκα στο κεφάλι, τ' αφτιά της βρήκαν σωτηρία στον ήχο του θυροτηλεφώνου. "Δεκέμβρης".

 

Με τη φλις ζακέτα κατέβηκε γρήγορα τα σκαλιά, περπάτησε για τελευταία φορά το διάδρομο με τα μωσαϊκά και άνοιξε την εξώπορτα. Εκεί, ο Δεκέμβρης πόζαρε σα γκόμενος και η ερωτική εξομολόγηση δεν άργησε να γίνει.

 

"Το ήξερα πως θα 'ρθεις. Σε έβλεπα και με έβλεπες συχνά. Πες πως μ' αγαπάς και πως θα φύγουμε από δω. Βαρέθηκα να ζω μόνη μου σε μια πόλη γεμάτη περίεργους κατοίκους. Βαρέθηκα να προσέχω πως φέρομαι, να είμαι καλοσυνάτη για να μην με προσβάλλουν για τα ψεύτικα μαλλιά μου." είπε και έκανε τρια βήματα εμπρός. "Σε έβλεπα να σκορπάς νιφάδες και σκεφτόμουν πως θα ήταν πιο εύκολο αν σε βοηθούσα. Αλλά να ξέρεις, μην πάμε μακριά. Θα ήθελα τον επόμενο Δεκέμβρη να γυρίσουμε εδώ. Όσο και αν τους βαριέμαι όλους, κατά βάθος θέλω να μαθαίνω νέα τους." είπε και έκανε ένα βήμα πίσω. "Θα ήθελα να δω αν η κυρία Λάουρα γλίτωσε από την επίθεση των νάνων, αν ο κυρ Απόστολος προσέγγισε με επιτυχία την Μίλβα, αν ο άντρας της Ουρανίας έκανε καριέρα σαν πιανίστας, αν ο κύριος Κομνηνός πέθανε βλέποντας την ταινία του, αν η κυρία Δαστού σταμάτησε να περιμένει τα Χριστούγεννα, αν η οικογένεια Παπαδάκη κυκλοφορεί με ομπρέλες μέσα στο σπίτι και αν η οικογένεια των προσφύγων γλίτωσε από την Αθήνα." είπε και έκλεισε τα μάτια περιμένοντας την καταφατική απάντηση του φωτογενή Δεκέμβρη.

 

"Η κυρία Λάουρα θα καταταγεί στο κύμα της Αλλαγής, η Μίλβα θα πεθάνει και ο κυρ Απόστολος θα την καταχειροκροτήσει, οι νάνοι θα κόψουν τα χέρια του ζευγαριού του παντοπωλείου, ο κύριος Κομνηνός έχει πεθάνει ήδη και δεν το ξέρει κανένας, η κυρία Δαστού θα συνεχίσει να περιμένει τα Χριστούγεννα –ακόμα και μετά την απαγόρευσή τους-, η οικογένεια Παπαδάκη δε θα σταματήσει να κυκλοφορεί με ομπρέλες λόγω υδραυλικών προβλημάτων στο διαμέρισμά τους και η Γερμανία έχει κλείσει τα σύνορά της" είπε ο Δεκέμβρης και φύσηξε προς την Άννα. Το σώμα της πάγωσε, έπεσε άτσαλα στην άκρη του πεζοδρομίου και η περούκα της αποκολλήθηκε από το κεφάλι.


Το χάραμα, οι βανδαλισμοί στο Κέντρο της Αθήνας είχαν σταματήσει και όλα ήταν μακάβρια ήσυχα. Ένα βανάκι διεθνών ανταποκριτών κατέβαινε τη Βεΐκου. Σε μια γωνιά του δρόμου, πάνω στο πεζούλι μιας σπασμένης γυάλινης βιτρίνας, η φαλακρή Άννα περίμενε ανυπόμονα να ξημερώσει για να εμφανιστούν οι νεραντζιές. Μόλις ο οδηγός αντιλήφθηκε την παρουσία της, σταμάτησε. Η πίσω πόρτα του οχήματος άνοιξε και κατέβηκαν δυο δημοσιογράφοι. Ο ένας κρατούσε μια κάμερα με δυνατό φωτισμό κι ο άλλος ένα μικρόφωνο. Με δειλά βήματα ο ένας άρχισε να πλησιάζει την Άννα, ώσπου κάθισε δίπλα της, ενώ ο άλλος κατέγραφε. Άπλωσε το ένα χέρι του και την χάιδεψε στο κεφάλι και με το άλλο έκανε νόημα να σβήσει το βαν. Τα μάτια του δημοσιογράφου παρατήρησαν μια παρατημένη σάκα γεμάτη προκηρύξεις και είπε στον εικονολήπτη να την καταγράψει. "Πρέπει να κατηφορίσω προς τις νεραντζιές" ψιθύρισε η Άννα. Ο δημοσιογράφος έδειξε να μην καταλαβαίνει, αλλά τέτοιου είδους ποιητικές εκφορές «έγραφαν» στο φακό.

 

"Did you experience the events? Are you hurt?" τη ρώτησε.

"I have to walk down to the bitter-orange trees." νιαούρισε με στόμφο κινηματογραφικής ηρωίδας, θυμίζοντας για λίγο τη μάνα της.

 

stigmography.tumblr.com