Υπάρχει κάτι συναρπαστικό στο να μην μας αρέσουν τα πράγματα. Η απαρέσκεια – αυτό το μικρό «όχι» που μας σκαλώνει στο λαιμό – είναι ίσως από τις πιο δημιουργικές δυνάμεις στην τέχνη. Γιατί αν όλα μας άρεσαν, αν όλα ήταν “όμορφα”, “σωστά”, “κανονικά”, τότε το μουσείο θα ήταν ένα showroom σκανδιναβικής διακόσμησης: ξύλο, λευκό, γαλήνη.
Ευτυχώς, οι καλλιτέχνες ιστορικά έχουν αναλάβει τον ρόλο του ενοχλητικού φίλου που μπαίνει στο πάρτι με λάθος παπούτσια και κάνει όλους να αναρωτηθούν αν τελικά αυτοί φόρεσαν τα σωστά. Το καθιερωμένο στην τέχνη λειτουργεί σαν κανόνας που φτιάχτηκε για να παραβιαστεί (ο Adorno θα συμφωνούσε, αν και με πολύ πιο βαρύ ύφος). Η απαρέσκεια τότε γίνεται στρατηγική: όχι μιζέρια, αλλά ανακατάληψη της αισθητικής εμπειρίας. Είναι το σημείο όπου ο θεατής συναντά αυτό που δεν περίμενε – κι ίσως δεν ήθελε – και εκεί αρχίζει η σκέψη. Όπως θα έλεγε και ο Williams, η κουλτούρα δεν είναι κάτι στατικό αλλά μια μάχη – και η τέχνη εδώ παίρνει θέση, συχνά με σηκωμένο φρύδι.
Η έκθεση συγκεντρώνει καλλιτέχνες που αποφασίζουν ότι η «κανονικότητα» είναι λίγο βαρετή. Διαστρέφουν, αποδομούν, ειρωνεύονται και – ναι – μας προκαλούν μια μικρή δυσφορία, αυτή την παραγωγική ένταση ανάμεσα στο «αυτό δεν μου αρέσει» και στο «γιατί δεν μου αρέσει;». Ίσως ο Marx θα έλεγε ότι η τέχνη φωτίζει τις κοινωνικές αντιφάσεις – κι εμείς απλώς τις βλέπουμε να λάμπουν νευρικά κάτω από τα φώτα της γκαλερί. Αν το καθιερωμένο είναι μια καρέκλα, η απαρέσκεια είναι το καρφί που σε κάνει να σηκωθείς. Και μόνο όταν σηκωθείς, μπορεί να δεις τον χώρο αλλιώς.
Βιβλιογραφία • Williams, Raymond (1977). Marxism and Literature. Oxford University Press. • Adorno, Theodor W. (1970). Aesthetic Theory. Routledge (μεταγενέστερες εκδόσεις διαθέσιμες). • Marx, Karl (1867). Das Kapital.
Επιμέλεια έκθεσης Ζωή Κάλφα







- Facebook
- Twitter
- E-mail
0