Από την πρώτη στιγμή που εμφανίστηκαν στην ελληνική δισκογραφία με το ντεμπούτο τους ως Στέρεο Νόβα (το Στέρεο Νόβα θεωρείται από πολλούς ως το σημαντικότερο άλμπουμ στην ιστορία της εγχώριας electronica και ως σημείο αναφοράς για μια ολόκληρη γενιά μουσικών), είχαν δείξει ότι θα ερχόταν κάποια στιγμή που θα γίνονταν αυτό ακριβώς που είναι σήμερα: δύο σπουδαίοι μουσικοί, που χαίρουν μεγάλης εκτίμησης ακόμα και από ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τη μουσική που «εκπροσωπούν», και «επιδραστικοί» με έναν τρόπο που δύσκολα θα επαναληφθεί. Τα νέα άλμπουμ τους, που κυκλοφόρησαν αυτές τις μέρες, απλώς αποδεικνύουν πόσο μακριά έχει φτάσει αυτό το μουσικό ταξίδι, που τους βρίσκει πια ενήλικες, άντρες, κατασταλαγμένους, με δίσκους ορχηστρικούς που αποκαλύπτουν περισσότερα στοιχεία του εαυτού τους από κάθε άλλη φορά. Δύο άλμπουμ που απαιτούν προσεκτικές και συνεχείς ακροάσεις για να τα τοποθετήσεις στη θέση που τους αξίζει.

Δεν ξέρω γιατί ονόμασε το νέο άλμπουμ του Απαγορευμένη Ποίηση (Forbidden Poetry) ο Μιχάλης Δέλτα, είναι προφανώς αυτό το απαγορευμένο που κάνει κάθε τι πιο γοητευτικό, που σε προτρέπει να εξερευνήσεις κάτι καινούργιο και άγνωστο. Αυτή ακριβώς την αίσθηση σου δημιουργεί η ακρόαση του Forbidden Poetry –του πιο ολοκληρωμένου έργου του μέχρι σήμερα–, ενός δίσκου μελαγχολικού, κάποιες στιγμές συγκινητικού, χωρίς τα δυνατά beat που προτιμούσε στις προηγούμενες δουλειές του, με τη μελωδία να πρωταγωνιστεί, με το πιάνο και το τσέλο να κάνουν πιο έντονη τη συναισθηματική φόρτιση που σου μεταδίδουν τα κομμάτια, η οποία ξεκινάει με την πρώτη κιόλας νότα του Einstein’s Dream. Το Forbidden Poetry ήταν μία ανάγκη που έγινε μουσική, η ανάγκη να εκτεθεί περισσότερο από ποτέ, κι αυτό είναι φανερό στα κομμάτια του που βασίζονται αποκλειστικά στις μελωδίες, χωρίς τους εντυπωσιασμούς του ρυθμού, για ακροάσεις μοναχικές και όχι σε κάποιο club που θα μπορούσαν –ή επιβαλλόταν– να ακουστούν οι προηγούμενες δουλειές του.

«Μου λείπει ο ρομαντισμός και ο λυρισμός από την καθημερινότητα» λέει ο Μιχάλης. «Δεν μπορώ να ακολουθώ τα trends ενός lifestyle που με θέλει cool και απομακρυσμένο από τη συγκίνηση, ακόμα κι αν αυτή μερικές φορές μοιάζει αφελέστατη. Μέχρι και η techno σήμερα έχει γίνει τρομερά εγκεφαλική και αποστασιοποιημένη, σαν να μη θέλει πια να βουτήξει στα βαθιά, σαν να κουράστηκε από τη δραματικότητα που τη χαρακτήριζε στο παρελθόν. Δε λέω, ζούμε σε μια εποχή σιωπής· ή, αλλιώς, κάποιος πάτησε το pause στη σκέψη τού «τι ακριβώς υπάρχει πίσω από όλα εκείνα που θέλουν να με κάνουν ευτυχισμένο;». η φωνή της καθημερινότητας είναι ισχνή, και το πρόσωπό της επιλέγει να βαφτεί με το πιο κακόγουστο μακιγιάζ. Απαγορεύεται να κλάψεις στο σινεμά με μια ταινία, τι θα πουν οι γύρω σου; Αυτό άλλωστε είναι κι εμένα το δικό μου μεγάλο πρόβλημα, να μη μου ξεφύγει και φανεί στους άλλους το πόσο… τρωτός είμαι. Με πονάει η ποιητική μου φύση, με κάνει να αισθάνομαι μοναξιά κι ευθύνη. Θέλω πλέον να εκτεθώ…»
Είναι επίσης η πρώτη φορά που ανακαλύπτω σε τέτοιο βαθμό ενσωματωμένους ελληνικούς ήχους στη μουσική του. Το πιάνο του Χατζιδάκι στο Real Life, έναν παραπονιάρικο σκοπό, στο Path Finding -που μοιάζει ανατολίτικος αλλά θα μπορούσε να είναι και κάποιο δημοτικό-, η υποψία νεοαστικού βαλς στο Τhe Light Of The Day υπάρχουν δίπλα στο πιάνο του Satie και τις μελωδίες του Max Richter, σε έναν από τους πιο μοντέρνους δίσκους που έχουν εμφανιστεί την τελευταία δεκαετία στην Ελλάδα. Αυτή είναι η καλύτερη δουλειά του μέχρι σήμερα. Και σίγουρα η πιο αγαπημένη μου.

Το ρίσκο του Κωνσταντίνου Βήτα όταν ανέλαβε να γράψει τη μουσική για μια παράσταση η οποία δεν ήταν απλώς αναμενόμενη, αλλά το στοίχημα του Δ. Παπαϊωάννου με το μεγάλο κοινό –ανθρώπους δηλαδή που δεν είχαν μέχρι τώρα επαφή με την τέχνη του– ήταν μεγάλο. Κι αυτό γιατί, πέρα από την επιτυχία ή μη της παράστασης, η μουσική του είναι αυτή που εν τέλει θα μείνει τα επόμενα χρόνια για να τη θυμίζει. Ο Κωνσταντίνος Βήτα έχει αποδείξει πόσο μεγάλος δημιουργός είναι, δεν χρειαζόταν το «2» για να το διαπιστώσουν όσοι τον γνωρίζουν, αυτή όμως είναι η ευκαιρία του να περάσει και στο ευρύ κοινό και να έρθουν πολύ περισσότεροι σε επαφή με τη μουσική του. Και το «2» –καλώς ή κακώς– είναι ένα από τα έργα του που από ’δώ και στο εξής θα τον χαρακτηρίζουν. Ευτυχώς, το «2» είναι ένας εξαιρετικός δίσκος. Δεν είναι απλώς η μουσική που συνοδεύει την παράσταση, αλλά ένα έργο που μπορεί να σταθεί από μόνο του, αυτοτελές και ολοκληρωμένο. Ένα λιτό, ηλεκτρονικό κομψοτέχνημα που δεν έχει την ανάγκη της εικόνας για να λειτουργήσει. Το ηλεκτρονικό υπόβαθρο που δημιουργούν τα συνθεσάιζερ, οι ψηφιακοί ήχοι και ο μοναχικός ήχος της κιθάρας που προσθέτει μια οδυνηρή μελαγχολία μπορούν να «διηγηθούν» περισσότερα απ’ όσα θα σου έλεγαν οι λέξεις. Είναι η πρώτη φορά που η μουσική που έγραψε για να συνοδεύσει εικόνες μπορεί να θεωρηθεί ως μία ολοκληρωμένη δουλειά, βαθιά συναισθηματική, ήρεμη και κατασταλαγμένη, χωρίς τις ψυχρές φόρμες της electronica· μινιμαλιστική, βασισμένη σε απλές συνθέσεις, χωρίς τίποτα το περιττό. Μουσική που δεν μπορείς να την εκλάβεις ως απλή επένδυση, αλλά ως μία από τις πιο όμορφες δουλειές του Κωνσταντίνου Βήτα.