Μεγάλωσε μέσα στα βιβλία. Με μητέρα την ποιήτρια Τζένη Μαστοράκη και πατέρα τον εκδότη Βαγγέλη Τρικεριώτη, δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Διάβαζε και ζωγράφιζε. Όσο θέατρο έβλεπε, το όφειλε μάλλον στη μητέρα της.

 

Τελικά, όταν ήρθε η ώρα να αποφασίσει τι θα γίνει, επέλεξε σπουδές σκηνογράφου και ενδυματολόγου στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. Κι αν σε κάτι τη βοήθησαν όλα εκείνα τα βιβλία, η «προίκα» της, όπως λέει και η ίδια, ήταν ότι έμαθε να κατανοεί τους θεατρικούς και κινηματογραφικούς χαρακτήρες σε βάθος.

 

Στην Ελλάδα τη γνωρίσαμε μέσα από εμβληματικές παραστάσεις του Μαστοράκη, του Βογιατζή, του Μαρμαρινού αλλά και νεότερων, όπως ο Μοσχόπουλος και ο Λυγίζος. Επίσης, από ταινίες όπως η «Χώρα προέλευσης» του Τζουμέρκα και πρόσφατα το «Παρί» του Ετεμάντι. Εδώ και χρόνια έχει επιστρέψει στο Λονδίνο, απ’ όπου ξεκίνησε.

 

Αυτό το καλοκαίρι, ανάμεσα σε αποκαρδιωτικούς περιορισμούς λόγω Covid, έχει αναλάβει τη νέα ταινία που γυρίζει στην Ελλάδα ο διάσημος Καναδός σκηνοθέτης Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ με πρωταγωνιστή τον αγαπητό και δημοφιλή Βίγκο Μόρτενσεν. Μας μίλησε λίγο πριν από την πρώτη μέρα γυρισμάτων, στην Αθήνα του καύσωνα. 

 

Οι πρόβες των κοστουμιών γίνονται κάθε μέρα. Έντυσα προχτές τον Βίγκο Μόρτενσεν. Είναι υπέροχος, λιγομίλητος, ιδιοφυής. Μαζί με το κοστούμι, έχει φορέσει κιόλας τον ρόλο του. Σήμερα είχα την πανέμορφη Λεά Σεντού, που είναι απόλαυση να την ντύνεις. Ξαναβρήκα με χαρά μετά από είκοσι χρόνια τον Γιώργο Καραμίχο. Χτες είχα την Κρίστεν Στιούαρτ, φοβερό παιδί. Κάναμε τρελά γέλια. Μετά από αυτήν μπήκε ο Σκοτ Σπίντμαν σαν ανεμοστρόβιλος, έτοιμος να προβάρει και τον ρόλο του μαζί. Σημειώστε πως ντύνω παράλληλα πεντακόσιους κομπάρσους. 

 

— Όταν αποφοιτά κανείς από θεατρικές σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου, περιμένει να τα βρει όλα ιδανικά. Ήταν ανώμαλη η προσγείωση στην πραγματικότητα, αντιμετωπίσατε σοβαρά προβλήματα στην εφαρμογή όσων μάθατε θεωρητικά;

Tο πανεπιστήμιο, μαζί με τη θεωρία, είχε και πράξη hardcore: ξύλα, καρφιά, πριόνια, σφυριά, μπογιές. Από την πρώτη κιόλας μέρα του πρώτου έτους, ο καθένας και το σκηνικό του, ο καθένας και τα εργαλεία του, με έναν αγαπημένο δάσκαλο, τον σκηνογράφο Κρις Μπο.

 

Σκληρή χειρωνακτική δουλειά είχε και η μεταπτυχιακή μου χρονιά στο Bristol Old Vic. Βγήκα, λοιπόν, στον έξω κόσμο αρκετά σκληραγωγημένη. Και μάλλον δεν προσγειώθηκα ανώμαλα, γιατί είχα την τεράστια τύχη να βρεθώ από τα είκοσι τέσσερα σε σπουδαίες παραστάσεις, με σπουδαίους ανθρώπους του θεάτρου.

 

— Ποια ήταν η πρώτη σας ελληνική παράσταση; 

Η «Λούλου» του Βέντεκιντ σε σκηνοθεσία Αντώνη Καλογρίδη. Ήταν τότε που ο κινηματογράφος «Αθηναΐς» γινόταν θέατρο, κι εγώ, που έπρεπε να δουλεύω για ένα διάστημα μόνο με κατόψεις και μακέτες, έζησα μέσα στο γιαπί την αγωνία του ράβε-ξήλωνε, ώσπου να φύγει επιτέλους η οθόνη και να δω το πραγματικό βάθος του χώρου πίσω της. Αυτό το βάθος, που δεν ήταν αποτυπωμένο στα σχέδια της αίθουσας, θα έκρινε αν θα χωρούσε να χτιστεί το σκηνικό.

 

Μαγιού Τρικεριώτη: H Eλληνίδα ενδυματολόγος που ντύνει τη νέα ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ 
«Με τους ηθοποιούς όλα γίνονται κανονικά, όπως την εποχή πριν από τον Covid. Για τους κομπάρσους, όμως, μου είπαν ότι δεν πρέπει να βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί τους, επειδή έρχομαι σε επαφή με τον Κρόνενμπεργκ και τους πρωταγωνιστές. Βλέπω τα κοστούμια από πέντε μέτρα μακριά, δεν μου επιτρέπεται ούτε να πλησιάσω ούτε να αγγίξω». Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν / LiFO

 

— Οι δουλειές με τις οποίες σας συνδέουμε στην Ελλάδα είναι κυρίως σκηνοθετών κύρους.

Είχα, όπως σας είπα, αυτή την τεράστια τύχη, αλλά δεν την είχα μόνο εγώ. Ήταν και η εποχή που οι καταξιωμένοι σκηνοθέτες ρίσκαραν να συνεργαστούν με πολύ νέους ανθρώπους. Μετά τη «Λούλου» ξαναγύρισα στο Λονδίνο για το «Silence and Violence» του Τόρμπεν Μπετς κι αμέσως μετά βρέθηκα πάλι στην Ελλάδα για τον «Επαγγελματία» του Ντούσαν Κοβάσεβιτς στο θέατρο της οδού Φρυνίχου, με σκηνοθέτη τον Μίμη Κουγιουμτζή.

 

Ακολούθησε ο Νίκος Μαστοράκης, που μου ζήτησε να του φτιάξω το σκηνικό για τις «Ιστορίες από το δάσος της Βιέννης» στο ΚΘΒΕ, έναν χώρο δυσανάλογο της ηλικίας και της πείρας μου. Στην τρέλα του Νίκου το χρωστάω αυτό το θαύμα. Αμέσως μετά κάναμε μαζί τον «Κουρέα της Σεβίλλης» για το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, που έφτασε μέχρι το Ηρώδειο. Κι ύστερα ήρθε ο Λευτέρης Βογιατζής με το «Λαχταρώ». 

 

— Αυτές οι εμπειρίες με Μαστοράκη και Βογιατζή ήταν ένα νέο μεταπτυχιακό; Τι θα λέγατε ότι κερδίσατε από τον καθένα;

Ήταν πολλά χρόνια σπουδών συμπυκνωμένα! Με τον Νίκο γνώρισα τη γερμανική κουλτούρα και τη σχέση μεταξύ πραγματικού και σκηνικού χώρου. Με τον Λευτέρη, τον τρόμο της απόλυτης ελευθερίας κάτω από το βάρος ενός απόλυτου βλέμματος. Θα θυμάμαι πάντα με απέραντη ευγνωμοσύνη πόσο με εμπιστεύτηκε και πώς το πλημμυρισμένο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων έγινε μια επικίνδυνη, αλλά συναρπαστική πρόκληση.

 

— Η εμμονή του για τελειότητα;

Ήταν εξοντωτική και μαγική ταυτόχρονα, και κέντρισε και τη δική μου τελειομανία. Στο «Λαχταρώ» έσπασα ένα-ένα τα πλακάκια του δαπέδου, έδεσα μία-μία, με ατέλειωτα ξενύχτια, πολλές από τις μαύρες σκουπιδοσακούλες που βρίσκονταν βουλιαγμένες κάτω από το νερό. 

 

— Στην Αγγλία θα είχατε τη δυνατότητα μιας τέτοιας εμμονικής αντιμετώπισης της λεπτομέρειας; Θα σας άφηναν να το κάνετε;

Και βέβαια θα με άφηναν, όπως με αφήνουν. Στο «Μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι» π.χ. μέχρι πρόσφατα πρόσθετα με το σφυρί τα τσαλακώματα που χρειαζόμουν πάνω στο χάλκινο στέλεχος του σκηνικού. Και δεν θα σας πω για τα φροντιστηριακά αντικείμενα πολλών παραστάσεων, που είναι από μόνα τους μια άλλη ιστορία.

 

— Ποια θα λέγατε ότι είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ αγγλικού και ελληνικού θεάτρου;

Δεν βλέπω καμία. Ως επαγγελματίας βλέπω μόνο τις συνεργασίες, ενώ, ως κοινό, αποφασίζω ιδιωτικά τι μου αρέσει και τι όχι. Το αγγλικό θέατρο είναι σαν το ελληνικό, έχει όλες τις αποχρώσεις, μια πολύ μεγάλη γκάμα.

 

Όσον αφορά τη δουλειά, οι Άγγλοι είναι μεθοδικοί, έχουν ωράρια που τα τηρούν, λειτουργούν σαν βιομηχανία. Όλα μπαίνουν σε πλαίσιο εργασιακό κι αυτό προς το παρόν μού πάει πολύ, καθώς πρέπει να μεγαλώσω και την κόρη μου. 

 

Μαγιού Τρικεριώτη «ντύνει» τη νέα ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ που γυρίζεται στην Αθήνα
«Το μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι» στο West End. © Marc Brenner

 

— Το αγγλικό θέατρο μοιάζει ιδιαίτερα ακαδημαϊκό. Εσείς βρίσκετε ενδιαφέρον το αποτέλεσμα;

Έτσι κι αλλιώς, το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Αλλά εκεί υπάρχει και κάτι ακόμα, από τη μεριά του κοινού. Όταν πηγαίνεις να δεις μια παράσταση, νιώθεις πως συμμετέχεις σε κάτι που είναι για τους πολλούς, ενώ εδώ, σ’ εμάς, μερικές φορές νιώθω πως πηγαίνω σε κάτι που αφορά πιο κλειστούς κύκλους, μια ελίτ των «μυημένων» ίσως.

 

Στις θέσεις των πέντε λιρών στο Globe μένουμε όρθιες με την κόρη μου για δυόμισι ώρες και είναι τέλεια, γιατί είμαστε μαζί με άλλους γονείς με παιδιά, περιφερόμαστε, περνάμε καλά. Αυτό το θέατρο μ’ αρέσει πολύ. Βλέπουμε Σαίξπηρ σαν να πηγαίνουμε σε γιορτή της κανονικής μας ζωής.

 

— Λένε ότι υπάρχει μεγάλος σεβασμός για το θέατρο στην Αγγλία, είναι έτσι;

Υπάρχουν πάρα πολλά θέατρα και αξιοκρατία. Μπορεί να γίνει κανείς καλλιτεχνικός διευθυντής και μετά να εξελιχθεί ως σκηνοθέτης. Όλο και πιο νέοι ηλικιακά άνθρωποι γίνονται διευθυντές και εξελίσσονται κι αυτό είναι πολύ σημαντικό. Όσο για το κοινό, ναι, σέβεται το θέατρο και το τιμά και με το παραπάνω.

 

— Από την Ελλάδα αποφασίσατε να φύγετε λόγω κρίσης ;

Έφυγα το 2008, που δεν είχαμε ακόμα κρίση εδώ, είχε όμως εκεί. Έφυγα κυρίως επειδή αισθανόμουν καλύτερα στο Λονδίνο και είπα να το δοκιμάσω. 

 

— Ξεκινώντας από την αρχή;

Από το μηδέν! Μόνη και έχοντας λείψει επτά χρόνια. Ήταν πολύ δύσκολο. 

 

— Πώς ξεκινήσατε;

Με αγγελίες. Ξεκίνησα με σινεμά, διέκοψα λόγω εγκυμοσύνης και μετά πέρασα στο θέατρο, σαν να ξεκινούσα από την αρχή. Οι πρώτες μου δουλειές ήταν κινηματογραφικές, ίσως γιατί τα κινηματογραφικά «σύνορα» είναι πιο ελαστικά.

 

Μαγιού Τρικεριώτη: H Eλληνίδα ενδυματολόγος που ντύνει τη νέα ταινία του Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ 
Σκηνή από την ταινία «Παρί» του Σιαμάκ Ετεμάντι.

 

— Ποια ιδιότητα προτιμάτε, του σκηνογράφου ή του ενδυματολόγου; 

Και τις δύο, αλλά στον κινηματογράφο θέλω να κάνω μόνο κοστούμια. Στο θέατρο εξακολουθώ να τα κάνω και τα δύο, αν και κάποιοι συνεργάτες μου επιλέγουν να μου αναθέσουν ή το ένα ή το άλλο. Είναι και ο τρόπος δουλειάς τους που οδηγεί σε αυτή την επιλογή.

 

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο Μιχαήλ Μαρμαρινός, για τον οποίο έχω κάνει κοστούμια. Μου πάει πολύ η δουλειά που κάνουμε μαζί με τον Μιχαήλ δραματολογικά πάνω στους ρόλους. 

 

— Πώς προσεγγίζετε δραματολογικά ένα κοστούμι; Έχει να κάνει με το ψυχογράφημα του ήρωα ή πρέπει να συμπληρώνει στυλιστικά τη σκηνοθεσία;

Είναι όλα μαζί. Και εξαρτάται πάντα από τον σκηνοθέτη και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί. Μου λείπουν όμως τα κοστούμια εποχής τώρα που πια υπάρχει η τάση να μετατοπίζονται ολοένα και περισσότερο σε ένα άχρονο σήμερα. 

 

— Θυμάστε ένα κοστούμι που σας παίδευσε, αλλά εν τέλει αποδείχτηκε ιδιαίτερα πετυχημένο; 

Παιδεύτηκα με τα κοστούμια στο «Λαχταρώ». Αυτά τα καθημερινά άχρωμα ρούχα, που μπορεί να έχουν ή να μην έχουν μια κρυμμένη ταυτότητα, είναι πάντα το πιο δύσκολο. Αφήστε που στο «Λαχταρώ» οι ήρωες είναι τελείως ρευστοί, κι όλοι μαζί είναι η Σάρα Κέιν. 

 

— Υπάρχει ένα έργο που θα θέλατε πολύ να σκηνογραφήσετε και να ντύσετε;

Ήταν να κάνω τα σκηνικά και τα κοστούμια για μια όπερα που λέγεται «Song of a child», αλλά αναβλήθηκε λόγω κορωνοϊού. Τέλη Μαρτίου του ’20 θα έφευγα για το Χόλστεμπρο της Δανίας, την πόλη του Εουτζένιο Μπάρμπα. Λίγο πριν από το ταξίδι μου, έκλεισαν τα σύνορα και άρχισαν τα lockdowns, τα σχέδια μετατέθηκαν για το ’21, και πάλι πάγωσαν λόγω κορωνοϊού.

 

Σε επίπεδο επιθυμίας, ονειρεύομαι μια καθαρόαιμη «παντομίμα», το είδος του λαϊκού θεάτρου που ανθεί πάντα τον χειμώνα στην Αγγλία, Νοέμβριο με Ιανουάριο, και συνδυάζει ένα χιλιοειπωμένο παραμύθι, π.χ. σαν τον «Παπουτσωμένο Γάτο», με αναφορές στην επικαιρότητα και τολμηρά καλαμπούρια σε στυλ επιθεώρησης, με ήρωες υπερβολικούς και υπερβολικά κοστούμια, και με τη συμμετοχή του επίσης υπερβολικού κοινού.

 

— Κάνατε πρόσφατα στην Αγγλία το «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι», με συμβολικό σκηνικό και ρεαλιστικά κοστούμια…

Ναι, στα κοστούμια έμεινα εντελώς στην εποχή. Επειδή όμως στο «Μαντολίνο», που ανέβηκε με επιτυχία στο West End, έπρεπε να προβλέψω και τις ανάγκες της περιοδείας, το σκηνικό μου ήταν μια εγκατάσταση με όλα της τα props επίσης πιστά στην εποχή. 

 

— Συνεργαστήκατε στην ταινία «Παρί» του Σιαμάκ Ετεμάντι, όπου τα κοστούμια σαφώς είχαν σημειολογικές αναφορές. Οι Έλληνες σκηνοθέτες συζητάνε τα κοστούμια σε βάθος; 

Στην ταινία του Σιαμάκ ήταν το ταξίδι της Παρί που έπρεπε να αναδειχτεί μέσα από το κοστούμι της. Αλλά και με τον Σύλλα Τζουμέρκα, που έκανα μαζί του τη «Χώρα προέλευσης», συζητήσαμε πολύ. Και με τον Έκτορα Λυγίζο για τα «Αγνά Νιάτα», την πρώτη μου μικρού μήκους. 

 

 

— Πώς σας επέλεξε ο Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ για το «Crimes of the Future»;

Πρέπει να είδε κάποιες ελληνικές ταινίες και να με διάλεξε από το «Παρί». Δεν ξέρω να σας πω λεπτομέρειες, που ελπίζω να τις μάθω αργότερα, αλλά όταν σε επιλέγει ο Κρόνενμπεργκ δεν λες «why me?», λες «wow!». Οι παραγωγοί ζήτησαν το βιογραφικό μου και τα σχετικά και μετά μίλησα με τον Κρόνενμπεργκ μέσω οθόνης. Δεν κρατήθηκα, του είπα από την πρώτη στιγμή ότι είμαι φαν κι εκείνος γέλασε και είπε «It helps». Ήταν γλυκύτατος. Είναι καταπληκτικός.

 

— Η πλοκή διαδραματίζεται στην Ελλάδα;

Όχι, σε μια δυστοπία του μέλλοντος, όπως στις παλιότερες ταινίες του Κρόνενμπεργκ από τη δεκαετία του ’90.

 

— Έχετε ξαναντύσει διάσημους ηθοποιούς, σε ταινία του Αλέξανδρου Αβρανά. Τώρα έχετε να ντύσετε τον Βίγκο Μόρτενσεν, τις Λεά Σεντού και Κρίστεν Στιούαρτ. Πώς είναι η εμπειρία μέχρι τώρα;

Τώρα που μιλάμε, οι πρόβες των κοστουμιών γίνονται κάθε μέρα. Έντυσα προχτές τον Βίγκο Μόρτενσεν. Είναι υπέροχος, λιγομίλητος, ιδιοφυής. Μαζί με το κοστούμι, έχει φορέσει κιόλας τον ρόλο του. Σήμερα είχα την πανέμορφη Λεά Σεντού, που είναι απόλαυση να την ντύνεις. Ξαναβρήκα με χαρά μετά από είκοσι χρόνια τον Γιώργο Καραμίχο. Χτες είχα την Κρίστεν Στιούαρτ, φοβερό παιδί. Κάναμε τρελά γέλια. Μετά από αυτήν μπήκε ο Σκοτ Σπίντμαν σαν ανεμοστρόβιλος, έτοιμος να προβάρει και τον ρόλο του μαζί. Σημειώστε πως ντύνω παράλληλα πεντακόσιους κομπάρσους. 

 

— Τα κοστούμια έχουν κάποιο ιδιαίτερο χαρακτήρα;

Σχεδιάστηκαν στο πνεύμα του Κρόνενμπεργκ. Είναι σύγχρονα, αλλά λίγο «κουνημένα». Με τον Κρόνενμπεργκ συζήτησα αρκετά, με πολλά moodboards και σχέδια. Καταλήξαμε σε τελικά σχέδια μαζί του και μαζί με τη μόνιμη production designer του, την Κάρολ Σπιρ, κι έτσι άρχισα να ντύνω τους ηθοποιούς. 

 

— Πού γυρίζεται η ταινία; 

Στο κέντρο. Νομίζω ότι ένας από τους λόγους για τους οποίους επέλεξε την Αθήνα ο Κρόνενμπεργκ είναι τα ρημαγμένα κτίρια και οι βρόμικοι δρόμοι μας. 

 

— Πώς είναι οι συνθήκες γυρίσματος με τον Covid; 

Ακόμα είμαστε στις πρόβες των κοστουμιών, που είναι πολύ δύσκολες όταν ντύνουμε τους κομπάρσους. Με απανωτά τεστ, μοριακά και ράπιντ, και με «φυσαλίδες» ασφαλείας. Με τους ηθοποιούς όλα γίνονται κανονικά, όπως την εποχή πριν από τον Covid. Για τους κομπάρσους, όμως, μου είπαν ότι δεν πρέπει να βρίσκομαι στον ίδιο χώρο μαζί τους, επειδή έρχομαι σε επαφή με τον Κρόνενμπεργκ και τους πρωταγωνιστές. Βλέπω τα κοστούμια από πέντε μέτρα μακριά, δεν μου επιτρέπεται ούτε να πλησιάσω ούτε να αγγίξω. 

 

— Σας αντικαθιστούν οι βοηθοί σας; 

Ναι, μπαινοβγαίνοντας εναλλάξ σε «φυσαλίδες» ασφαλείας. Αυτό το εξ αποστάσεως μπορεί να είναι απελπιστικό, όμως έχει γοητεία.

 

Έχω κάνει κι άλλες δουλειές με τον ίδιο τρόπο τον τελευταίο ενάμιση χρόνο για το αγγλικό θέατρο. Το περασμένο φθινόπωρο έντυσα από το Λονδίνο την ταινία του Θάνου Αναστόπουλου «Τα φαντάσματα της Επανάστασης», που γυρίστηκε στην Ιταλία. Η ταινία είναι ένας συνδυασμός ντοκιμαντέρ και μυθοπλασίας με κοστούμια εποχής. Είχα μια βοηθό εδώ στην Ελλάδα και μια στην Ιταλία. Ψάχναμε στα βεστιάρια, ράβαμε μέσω Zoom, καθοδηγούσα με σχεδιαγράμματα, η απόσταση πολλαπλασίαζε και τον χρόνο και τα προβλήματα, όμως τελικά όλα πήγαν πολύ καλά, κι ας στερήθηκα τη χαρά του «από κοντά».