Ο Βασίλης Βασιλικός έχει το εξής παράπονο

Ο Βασίλης Βασιλικός έχει το εξής παράπονο Facebook Twitter
Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO
1

Ο Βασίλης Βασιλικός έκλεισε φέτος 60 χρόνια προσφοράς στα ελληνικά γράμματα. Με την πεζογραφία κυρίως και ελάχιστα με την ποίηση στόχευσε σε μια αφήγηση ρεαλιστική, καλώντας τον αναγνώστη, μέσα από κάθε λέξη και φράση του, σε έναν ιδιότυπο, έμμεσο “διάλογο”. Διεθνώς, η φήμη του απογειώθηκε με το Ζ, το “φανταστικό ντοκυμαντέρ” όπως ο ίδιος το χαρακτήρισε, όταν γυρίστηκε σε ταινία από τον Κώστα Γαβρά. Το συναρπαστικό Ζ καθιέρωσε ένα πρωτοποριακό λογοτεχνικό είδος στην Ελλάδα, στα χνάρια του Τρούμαν Καπότε, όπου μια πολιτική δολοφονία, εν προκειμένω του Γρηγορίου Λαμπράκη, εμπλουτίζεται με τις φανταστικές συγγραφικές λεπτομέρειες ενός εγκληματικού μηχανισμού.

 

Στην συνέντευξη που ακολουθεί, ο πολυγραφότατος Βασιλικός σχολιάζει σημαντικές πτυχές του βιβλίου του Περί Λογοτεχνίας και Άλλων Δαιμονίων που κυκλοφόρησε προσφάτως από τις εκδόσεις Gutenberg. Πρόκειται για μια ανθολογία δοκιμίων και συνεντεύξεων όπου εντοπίζονται οι κυριότερες σκέψεις του Βασιλικού σχετικά με το γράψιμο, την ανάγνωση, την λογοτεχνική κριτική και εν γένει τη “δαιμονική” ώθηση που δίνεται στον συγγραφέα, έτσι ώστε να εκφραστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο κοινό του.

 

Πρόκειται για μια ανθολογία δοκιμίων και συνεντεύξεων όπου εντοπίζονται οι κυριότερες σκέψεις του Βασιλικού σχετικά με το γράψιμο, την ανάγνωση, την λογοτεχνική κριτική και εν γένει τη "δαιμονική" ώθηση που δίνεται στον συγγραφέα, έτσι ώστε να εκφραστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στο κοινό του.

 

Ο Βασίλης Βασιλικός έχει το εξής παράπονο Facebook Twitter
Οι σκηνοθέτες μας δεν διαβάζουν αρκετά λογοτεχνία. Στο εξωτερικό, όπου έζησα 45 χρόνια, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα ένας φανατικός αναγνώστης. Τρεφόταν από τα βιβλία... Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

Kύριε Βασιλικέ, πώς σκεφθήκατε να φτιάξετε ένα βιβλίο με συνεντεύξεις σας και δοκίμια; Το συγκεκριμένο δίνει αρκετά την αίσθηση μιας αυτοβιογραφίας, τύπου memoirs.

Το βιβλίο αυτό οφείλεται στους δύο ανθολόγους μου, τον Θανάση Αγάθο και Αριστοτέλη Σαϊνη, οι οποίοι έχοντας επιμεληθεί αρκετά βιβλία μου, αγαπούσαν τα γραπτά μου. Επειδή εγώ μέσα στην εξηκονταετία έγραψα πάρα πολλά βιβλία, δυσανάλογα πολλά, αποφασίσαμε και οι τρεις αυτό το βιβλίο να αφορά τη λογοτεχνία και όχι τα κοινωνικά θέματα, όχι την επικαιρότητα. Σταχυολογήσανε, από το 1952 μέχρι το 2012, ορισμένα κείμενα τα οποία θεώρησαν ότι ήταν σημαντικά. Εκεί μέσα, μου είπαν, θα έπρεπε να μπουν και μερικές συνεντεύξεις—ένας αναγνώστης θα μάθει πάρα πολλά πράγματα από τις συνεντεύξεις, για το πως σκέφτεσαι και πως αντιμετωπίζεις ορισμένα θέματα της δουλειάς σου. Έτσι, σ’έναν βαθμό, τα βιογραφικά στοιχεία και οι αναμνήσεις βγαίνουν από αυτές τις συνεντεύξεις. Τους ευχαριστώ γι’αυτό. Επίσης η έκδοση του βιβλίου είναι πολύ προσεγμένη γιατί ο εκδοτικός οίκος Gutenberg ασχολείται με την τεχνική της τυπογραφίας, η οποία έχει πλέον εκλείψει. Αφιερώνω ένα κείμενο στον Γιάννη Μαμάη, τον επιμελητή της έκδοσης και μαθητή των παλιών τυπογράφων, με τίτλο “Ψηφίδες.” Του είχε αρέσει πολύ όταν είπα ότι εκείνο που βλέπω πιο ευαίσθητο σ’ένα βιβλίο είναι όταν κόβω τις σελίδες και πετάγονται τα χαρτάκια.

 

Ο Βασίλης Βασιλικός έχει το εξής παράπονο Facebook Twitter
Η παραγγελία κειμένων για τις εφημερίδες και τα περιοδικά δεν είναι αναγκαία κακό. Οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογιέφσκι, έγραφαν στις εφημερίδες κατά παραγγελία..Φωτ.: Σπύρος Στάβερης/ LIFO

 

Μπορεί η κατά παραγγελία συγγραφή κειμένων στα περιοδικά και τις εφημερίδες, όπως συμπεριλαμβάνονται στην παρούσα έκδοση, να είναι εξίσου δημιουργική με την αυτόβουλη συγγραφή;

Η παραγγελία κειμένων για τις εφημερίδες και τα περιοδικά δεν είναι αναγκαία κακό. Οι συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Μπαλζάκ και ο Ντοστογιέφσκι, έγραφαν στις εφημερίδες κατά παραγγελία. Τα αφιερώματα και τα θέματα, όπως λ.χ. “Λογοτεχνία και Δημοσιογραφία”, είναι αρκετά ερεθιστικά. Επίσης, αν δεν στα ζητήσει κάποιος, μπορεί και να μην τα γράψεις. Για παράδειγμα, είχα βγάλει μια ανθολογία που λέγεται Λύρα Ελληνική και ως επίμετρο, με την προτροπή του φίλου μου εκδότη και ποιητή Μιχάλη Μεϊμάρη, έγραψα έξι φανταστικές συνεντεύξεις με ποιητές που δεν ζούνε πια, όπως ο Ρήγας, ο Κάλβος, ο Βιζυηνός, ο Παλαμάς, ο Καβάφης και ο Καρυωτάκης.

 

Τη λέξη “συγγραφέας” αναλύετε με έναν τρόπο ιδιαίτερο μέσα στο βιβλίο σας, τουτέστιν αυτός που γράφει έχει μαζί του πάντα και τον αναγνώστη (συν-γραφέας).

Σωστά. Η λέξη “συγγραφέας” στα γαλλικά είναι ecrivain, writer στα αγγλικά, schriftsteller στα γερμανικά και scrittore στα ιταλικά. Όλες αυτές οι λέξεις βγαίνουν από τη “γραφή”. Το συν που έχουμε εμείς είναι η “προστιθέμενη αξία”! Όπως και η λέξη μυθιστόρημα που βγαίνει από τον μύθο και την ιστορία, τα δύο μοναδικά συστατικά της πεζογραφίας που δεν γίνεται να εκφραστούν μέσα από τη λέξη novel.

 

Αναφέρετε σε ένα από τα κείμενά σας ότι η νουβέλα και η μαρτυρία μπορούν ν’αποδώσουν καρπούς στην Ελλάδα, ενώ το μυθιστόρημα όχι. Γιατί;

Ο λόγος που δεν ευδοκίμησε στην Ελλάδα το μυθιστόρημα είναι ότι δεν υπάρχουν σαφείς διαχωριστικές γραμμές στις κοινωνικές τάξεις και αυτό είναι ένα εμπόδιο. Είμαστε μια κοινωνία λίγο-πολύ χύμα. Οι τάξεις ήταν το λούμπεν προλεταριάτο, το προλεταριάτο, ο μικροαστός, ο αστός, ο μεγαλοαστός, ο αριστοκράτης. Στην Ελλάδα δεν είχαμε αστική τάξη όπως στις άλλες χώρες, οι οποίες δεν περάσανε 450 χρόνια Οθωμανικής κατοχής. Και γι’αυτόν το λόγο ο πεζογράφος στον τόπο μας υστερούσε απέναντι στους συναδέλφους του των άλλων χωρών. Έτσι, οι βιωματικοί συγγραφείς είχαν μεγάλη απήχηση, όπως ο Σκαρίμπας και ο Πεντζίκης.

 

 

Οι σκηνοθέτες μας δεν διαβάζουν αρκετά λογοτεχνία. Στο εξωτερικό, όπου έζησα 45 χρόνια, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα ένας φανατικός αναγνώστης. Τρεφόταν από τα βιβλία. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ο σκηνοθέτης διαβάζει πολύ λιγότερο. Υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα Ελλήνων συγγραφέων που μπορούν αυτούσια να χρησιμοποιηθούν ως σενάρια. Το διήγημα του Παπαδιαμάντη "Χρήστος Μηλιόνης" είναι ντεκουπαρισμένο σενάριο

 

Σε μια από τις συνεντεύξεις του βιβλίου μιλάτε για έναν καιρό δύσκολο και καταπιεστικό για σας, αλλά και γι’άλλους Έλληνες συγγραφείς, όσον αφορά την αναγνώριση από τους εκδότες, τους κριτικούς και το αναγνωστικό κοινό. Με αφορμή την κατάσταση αυτή είχατε πει ότι όταν γράφετε βιβλία “μεταναστεύετε” σε δικές σας χώρες. Ποια είναι η πατρίδα του συγγραφέα;

Η μόνη πατρίδα για τον συγγραφέα είναι η γλώσσα. Για μένα είναι η ελληνική γλώσσα. Μέσα στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν πέντε γλώσσες: η Αττική διάλεκτος, η ελληνιστική, η βυζαντινή, η δημοτική, η καθαρεύουσα. Η διαχρονικότητά των ελληνικών διατηρήθηκε μέσα στους αιώνες. Ο Σεφέρης όταν πήρε το Νόμπελ αναφέρθηκε στο συνεχές της γλώσσας μας με το παράδειγμα της αρχαίας φράσης “φάος ηελίοιο”, που είναι το “φως ηλίου” στα νέα ελληνικά. Η ελληνική γλώσσα δεν έσβησε, δεν νεκρώθηκε, αλλά μεταλλάχθηκε. Κορυφώθηκε μια σύγκρουση, όταν η Ελλάδα έγινε ανεξάρτητο κράτος. Εκεί υπήρξε η διγλωσσία, ο διχασμός. Μάθαινες στο σχολείο “οίνος” στο σπίτι άκουγες “κρασί”. Μάθαινες “ύδωρ” και έλεγες “νερό,” “άρτος”, “ψωμί.” Πήγαινε ο χωρικός που έκλεψε πέντε “κότες” και άκουγε να κατηγορείται για “όρνιθες”. Ή για “αίγα” αντί “κατσίκι” και δεν καταλάβαινε τίποτα! Το 1978 έγινε η μεταρρύθμιση Ράλλη, γεγονός πολύ σημαντικό, γιατί πέρασε η δημοτική στα επίσημα κείμενα. Δηλαδή, τα κείμενα του αστικού κώδικα, του ποινικού. Υπήρξε επιτέλους για τους συγγραφείς μια απελευθέρωση. Από κει και πέρα το βασικό τους μέλημα ήταν τι θα πουν και όχι πώς θα το πουν. Αλλά μέχρι και μια πολύ πρόσφατη εποχή ήταν πώς θα το πεις εις βάρος του τι έχεις να πεις.

 

Λόγω των σπουδών σας στην Αμερική πάνω στην τηλεόραση, αλλά και της επαγγελματικής σας εμπειρίας, παραθέτετε πολύ ενδιαφέρουσες απόψεις για τη σχέση κινηματογράφου-λογοτεχνίας.

Έχω το εξής παράπονο. Οι σκηνοθέτες μας δεν διαβάζουν αρκετά λογοτεχνία. Στο εξωτερικό, όπου έζησα 45 χρόνια, ο σκηνοθέτης ήταν πάντα ένας φανατικός αναγνώστης. Τρεφόταν από τα βιβλία. Στην Ελλάδα, δυστυχώς, ο σκηνοθέτης διαβάζει πολύ λιγότερο. Υπάρχουν λογοτεχνικά κείμενα Ελλήνων συγγραφέων που μπορούν αυτούσια να χρησιμοποιηθούν ως σενάρια. Το διήγημα του Παπαδιαμάντη “Χρήστος Μηλιόνης” είναι ντεκουπαρισμένο σενάριο. Δηλαδή, το σενάριο περιττεύει, εφόσον μπορείς να γυρίσεις το διήγημα, παράγραφο προς παράγραφο! Διότι κάθε παράγραφος είναι μια σκηνή, μια γωνία λήψης. Ξέρεις ακόμα από που το βλέπει ο Παπαδιαμάντης και μπορείς να τοποθετήσεις την κάμερα ανάλογα. 

Βιβλίο
1

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Βιβλίο / Στο βιβλίο της Μαίρης Κοντογεώργου πρωταγωνίστρια είναι μια βελανιδιά

Στην «Εκλεκτή των θεών», η πρωτοεμφανιζόμενη συγγραφέας εμπνέεται από τον βίαιο εκχριστιανισμό της Ευρώπης, και γράφει ένα πρωτότυπο, σκωπτικό και συγκινητικό μυθιστόρημα για την εξουσία και την εμμονή που οδηγεί στο ιδεολογικό μίσος.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Βιβλίο / Χλόη Κολύρη: «Ποιος είπε ότι οι ηλικιωμένοι δεν ερωτεύονται;»

Με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Τρίτης Ηλικίας, η ψυχίατρος-αναλύτρια και συγγραφέας εξηγεί τι είναι το νέο γήρας και πώς μπορούν οι ηλικιωμένοι σήμερα να καταρρίψουν τα στερεότυπα, να εξέλθουν από την κοινωνική απομόνωση και να διεκδικήσουν όλα όσα επιθυμούν και τους αξίζουν. 
ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ
Γιώργος Χωματηνός: «Οι Βρίκελοι είμαστε εμείς, οι ζωντανόνεκροι της ιστορίας»

Βιβλίο / Ο Γιώργος Χωματηνός έγραψε ένα βιβλίο για τους βρικόλακες της ιστορίας: εμάς

Οι «Βρίκελοι» είναι ένα μυθιστόρημα-επίτευγμα, όπου, με συναρπαστική γλώσσα και μοναδικό ρυθμό, συναντιούνται το δημοτικό τραγούδι, η αρχαία τραγωδία, η λαϊκή και λόγια παράδοση, σε ένα έργο που μιλά για μια κοινωνία που έχει χάσει την αίσθηση του συνανήκειν.
M. HULOT
Βερένα Κέσλερ: «Υπάρχουν πράγματι πολλά κοινά μεταξύ της κουλτούρας των ναρκωτικών και αυτής των αναβολικών και των λογής συμπληρωμάτων διατροφής»

Βιβλίο / Βερένα Κέσλερ: «Όσο πιο πολλά “άψογα” σώματα βλέπεις, τόσο νιώθεις ότι το δικό σου υστερεί»

Η Γερμανίδα συγγραφέας που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με το «Γυμναστήριο», ένα μυθιστόρημα-θρίλερ για την εμμονή με την αυτοβελτίωση και την κουλτούρα της γυμναστικής, μιλά στη LiFO. 
ΘΟΔΩΡΗΣ ΑΝΤΩΝΟΠΟΥΛΟΣ
Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Βιβλίο / Η ανυπότακτη, μυστηριώδης, ερωτική, Αβάνα του Λεονάρδο Παδούρα

Ο κορυφαίος Κουβανός συγγραφέας μάς ξεναγεί στην πόλη που αγάπησε βαθιά και αρνήθηκε να εγκαταλείψει. Στη συναρπαστική «Αβάνα» του, τη δείχνει τραυματισμένη αλλά και ακατάλυτη, να αντιστέκεται πεισματικά στη λήθη.
ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ
Γεωργία Παπαγεωργίου, επιμελήτρια κειμένων

Οι Αθηναίοι / Γεωργία Παπαγεωργίου: «Δεν υπάρχει βιβλίο χωρίς λάθος»

Από τα παιδικά χρόνια στο Παγκράτι και τη Φιλοσοφική μέχρι τη γνωριμία με τον Φίλιππο Βλάχο και τη δημιουργία του εκδοτικού «Κείμενα», η ακαταπόνητη επιμελήτρια βιβλίων μιλά για την τέχνη της διόρθωσης, την ενασχόληση με την τυπογραφία, τις προσωπικότητες που συνάντησε και την ελπίδα που βλέπει σήμερα.
M. HULOT
Τι θα κάνατε αν βρίσκατε 350.000 ευρώ;

Το πίσω ράφι / Ο Κωνσταντίνος Τζαμιώτης ρωτά: Τι κάνεις αν βρεις 350.000 ευρώ;

Στο μυθιστόρημά του «Η πόλη και η σιωπή», ο διακεκριμένος συγγραφέας αφηγείται την ιστορία ενός σκληρά δοκιμαζόμενου ανθρώπου που παλεύει να διαφυλάξει την ακεραιότητά του, εν μέσω της οικονομικής κρίσης, στα τέλη της δεκαετίας του 2000.
ΣΤΑΥΡΟΥΛΑ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ
Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026)

Guest Editors / Mάργκαρετ Αλεξίου (1939-2026): Η γυναίκα που μελέτησε πώς πενθούν οι Έλληνες

Καθηγήτρια επί δύο δεκαετίες στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμιγχαμ, προτού διαδεχθεί τον Γιώργο Σαββίδη στην Έδρα Σεφέρη του Χάρβαρντ, η επιδραστική ερευνήτρια της ελληνικής γραμματείας έφυγε πριν από λίγες ημέρες από τη ζωή, αφήνοντας μια σπουδαία παρακαταθήκη.
ΚΙΜΩΝ ΒΕΛΙΤΖΑΝΙΔΗΣ
Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Βιβλίο / Ίαν ΜακΓιούαν: «Ξέρεις πόσο ανόητοι μπορούν να γίνουν οι έξυπνοι;» 

Λίγο προτού έρθει στην Ελλάδα, ο σπουδαίος Βρετανός συγγραφέας μιλά αποκλειστικά στη LiFO για το νέο του μυθιστόρημα «Τι μπορούμε να γνωρίζουμε», την τεχνητή νοημοσύνη, την κλιματική αλλαγή, τη μνήμη και τους νέους.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΤΑΖΟΠΟΥΛΟΣ

σχόλια

1 σχόλια