ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΓΛΥΝΙΑΔΑΚΗ

 

Στον απόηχο του Ευρωμπάσκετ γυναικών, όπου η εθνική μας ομάδα για πρώτη φορά στην ιστορία της κατέκτησε την τέταρτη θέση και πήρε το εισιτήριο για το παγκόσμιο του 2018 στην Ισπανία, ο γυναικείος πρωταθλητισμός—ανέλπιστα σχεδόν—βρίσκεται στα φώτα της δημοσιότητας. Τι σημαίνει όμως αυτό για το μέλλον του γυναικείου μπάσκετ στη χώρα μας; Και, τι αξίζει να μας απασχολήσει όσον αφορά τις γυναίκες αθλήτριες και πρωταθλήτριες;

 

Έχοντας υπἀρξει ενεργό μέλος όλων των ηλικιακών κατηγοριών των γυναικείων εθνικών ομάδων μπάσκετ, και σε συνδυασμό με την ακαδημαϊκή μου ειδίκευση σε θέματα που αφορούν την κοινωνιολογία του φύλου, ένιωσα την ανάγκη να μοιραστώ κάποιους προβληματισμούς μου για το θέμα, με αφορμή και την πρόσφατη εθνική μας επιτυχία.

Παραθέτω εδώ μια σειρά ερωτημάτων, καθώς και κάποιες σχηματικές απαντήσεις σε αυτά, αναγνωρίζοντας ωστόσο ότι πρόκειται για ζητήματα που παραμένουν ανοικτά, και που χρίζουν ευρύτερου κοινωνικού προβληματισμού και διαλόγου.

 

1. Πώς γίνεται η Εθνική Ομάδα του δεύτερου πιο δημοφιλούς αθλήματος στη χώρα να φτάνει μια ανάσα από το μετάλλιο, χωρίς η πλειοψηφία των Ελλήνων και Ελληνίδων να γνωρίζει έστω και δύο-τρία ονόματα από το ρόστερ;

Απάντηση: Πρόκειται «φυσικά» για γυναίκες αθλήτριες. «Οι γυναίκες δεν καρφώνουν, είναι πιο αργές, λιγότερο αλτικές, λιγότερο δυνατές μυϊκά, και άρα δεν προσφέρουν θέαμα», θα υποστήριζαν οι περισσότεροι, επιχειρήματα που είναι δύσκολο να αντικρούσει κανείς. Στον αντίποδα βέβαια, υπάρχει και μια σειρά από αλήθειες, που συντελούν σε μια περισσότερο πολύπλοκη εικόνα. Οι γυναίκες δεν καρφώνουν γιατί οι μπασκέτες είναι στημένες με βάση τα αντρικά σώματα, και άρα πολύ πιο κοντά στον αντρικό μέσο όρο ύψους. Επίσης οι γραμμές του γηπέδου είναι πολύ πιο «φιλικές» στον μέσο όρο μεγέθους και ταχύτητας αντρών αθλητών. Πέρα από αυτό, οι γυναίκες αθλήτριες απλά δεν έχουν τα χρηματικά δολώματα των εκατομμυρίων ευρώ για να αποφασίσουν να αφιερώσουν την ζωή τους στον πρωταθλητισμό με την ίδια ευκολία. Συν το ότι δέχονται κοινωνική κριτική για την επίδειξη φυσικών μυών ή έντονα δυναμικού χαρακτήρα, αλλά και μεγαλύτερη κοινωνική πίεση να παντρευτούν και να κάνουν οικογένεια μέχρι τα 30-35, ηλικία όπου η καριέρα παικτών και παικτριών μπάσκετ σήμερα συνήθως φτάνει στο ζενίθ της. Υπάρχει λοιπόν και η αντίστροφη σχέση μεταξύ επιπέδου γυναικείου μπάσκετ και δημοτικότητας του αθλήματος: αν εξ' ορισμού το 50% του πληθυσμού θεωρείται—δικαίως ή αδίκως—ακατάλληλο ή υποδεέστερου επιπέδου, τότε οι εν δυνάμει χαρισματικές αθλήτριες, είτε δεν θα συνεχίσουν σε επίπεδο πρωταθλητισμού είτε δε θα επιλέξουν να ξεκινήσουν ποτέ.

 

2. Γιατί μας φαίνεται φυσιολογικό όταν δημοσιογράφοι, μετά από ιστορική επιτυχία σε διεθνή διοργάνωση, ρωτούν αρχηγό ομάδας για το αν ο πρωταθλητισμός μπορεί να συνδυαστεί με τη δημιουργία οικογένειας ή τη διατήρηση της θηλυκότητάς της;

Απάντηση: Η απάντηση και πάλι βρίσκεται στο ότι πρόκειται για γυναίκα αρχηγό εθνικής ομάδας. Μπορεί η Εβίνα Μάλτση να έχει παίξει στο υψηλότερο επίπεδο του κόσμου (εκεί που τώρα παίζει και ο Γιάννης Αντετοκούνμπο, και που καλά κάνουν και τον ξἐρουν όλοι), αλλά η Εβίνα είναι γυναίκα. Και άρα στα μάτια των δημοσιογράφων είναι και κάτι άλλο εκτός από αθλήτρια. Το ότι έχει παίξει στο WNBA, ότι ήταν Ολυμπιονίκης το 2004, και ότι μέχρι και τα 39 της αγωνίζεται στην Ευρωλίγκα δεν φαίνονται να αρκούν για να αντιμετωπιστεί ως επαγγελματίας του αθλήματος, και να ερωτηθεί για τα επαγγελματικά της όνειρα, τους στόχους που έχει κατακτήσει, ή την κληρονομιά που αφήνει στις επόμενες γενιές. Είναι και γυναίκα εκτός από παίκτρια, και αυτό δεν μπορεί εύκολα να προσπεραστεί. Πώς γίνεται να είναι 39, και να μην έχει παντρευτεί; Μα πώς; Και η ερώτηση βέβαια δεν είναι αν το θέλει ή αν την ενδιαφέρει καν. Είναι το πόσο σύντομα σκοπεύει να το κάνει. Βέβαια, το τι νοιάζει τους τηλεθεατές να μάθουν, για την παίκτρια ή για την γυναίκα Εβίνα, παραμένει στη βάση του προβλήματος, δεδομένου ότι τα μίντια δεν διαμορφώνουν μόνο κυρίαρχες απόψεις, αλλά σε ένα μεγάλο βαθμό απλά τις αντικατοπτρίζουν.

 

Πώς γίνεται η εθνική ομάδα του δεύτερου πιο δημοφιλούς αθλήματος στην χώρα να φτάνει μια ανάσα από το μετάλλιο, χωρίς η πλειοψηφία των Ελλήνων και Ελληνίδων να γνωρίζει έστω και δύο-τρία ονόματα από το ρόστερ;
Πώς γίνεται η εθνική ομάδα του δεύτερου πιο δημοφιλούς αθλήματος στην χώρα να φτάνει μια ανάσα από το μετάλλιο, χωρίς η πλειοψηφία των Ελλήνων και Ελληνίδων να γνωρίζει έστω και δύο-τρία ονόματα από το ρόστερ;

 

3. Γιατί το μπάσκετ θεωρείται ανδρικό άθλημα και όχι γυναικείο;

Απάντηση: Πολλοί και πολλές, μέσα και έξω από τον χώρο του μπάσκετ χαρακτηρίζουν το μπάσκετ ως αντρικό άθλημα. «Μα, είναι απλό», πάλι θα πουν. «Η δύναμη, η ταχύτητα, η ένταση της επαφής ταιριάζουν περισσότερο σε άντρες». Ακούγεται σαν κοινή αλήθεια. Σα να λέμε το νερό βράζει στους 100 βαθμούς Κελσίου. Αυτό είναι, και τέλος. Τι ψάχνεις να βρεις; Υπάρχουν όμως και πάλι ένα σωρό αντιπαραδείγματα στο «κοινό» αυτό σκεπτικό. Πριν λίγες δεκαετίες η δικηγορία θεωρούνταν κατάλληλη για άντρες και όχι για γυναίκες, λόγω της μαχητικότητας και του δυναμισμού που απαιτεί, χαρακτηριστικά που ταιριάζουν με την «αντρική φύση», θα έλεγαν τότε. Σήμερα βέβαια, και χωρίς καλά καλά να το καταλάβουμε, η πλειονότητα των νέων δικηγόρων στην Ελλάδα είναι γυναίκες. Αλλά και λίγα χρόνια νωρίτερα, το να ψηφίζει ένας άνθρωπος στις εθνικές εκλογές απαιτούσε γνώση και σωφροσύνη, και αυτά βέβαια χαρακτηριστικά αμιγώς ανδρικά, κατά την εποχή. Μόνο όμως μέχρι το 1952, γιατί από τότε και μετά οι γυναίκες ψηφίζουν κανονικά και το θέμα σιγά σιγά έχει σταματήσει να μας απασχολεί. 'Όταν λοιπόν μια λογική τείνει να έχει παροδικό χαρακτήρα, αυτόματα καταρρίπτεται ο χαρακτηρισμός της ως «κοινή». Αν το νερό άλλοτε έβραζε στους 80, άλλοτε στους 100, και άλλοτε στους 150, τότε μάλλον θα άξιζε να μελετήσουμε σε μεγαλύτερο βάθος τις συνθήκες του περιβάλλοντος του βρασμού, και όχι να περιορίζουμε τη ματιά μας στα επί μέρους συστατικά του ίδιου του νερού.

 

4. Γιατί αξίζει να δώσουμε περισσότερη σημασία στον γυναικείο αθλητισμό και πρωταθλητισμό;

Απάντηση: Και τώρα στα δύσκολα. Ούσα σε μια ηλικία που θα μπορούσα να έχω δικά μου παιδιά, δεν ξέρω αν θα ήθελα η κόρη μου να είναι αθλήτρια του μπάσκετ. Να φοβάμαι αν θα αντιμετωπιστεί από νεαρή ηλικία ως γκόμενα από προπονητές και παράγοντες του χώρου, αντί ως αθλήτρια. Ή αν ξεχωρίζει, και επιλέξει να αφιερωθεί σε αυτό, να ανησυχώ για τις προοπτικές που θα τις εξασφαλίζουν τα προς το ζην στο μέλλον. Και φυσικά, πάντα με τον φόβο η ομάδα της να αρνηθεί να της πληρώσει τα ιατρικά έξοδα σε περίπτωση τραυματισμού ή χειρουργείου, και ας παίζει Α1. Ή να φτάσει στο επίπεδο να μπορεί να αγωνιστεί στην Ευρωλίγκα, αλλά στη χώρα της να μην υπάρχουν καν γυναικείες ομάδες που συμμετέχουν σε αυτήν. Ή ακόμη χειρότερα, να είναι επιτυχημένη και διεθνώς αναγνωρισμένη, να αγαπάει πολύ αυτό που κάνει, αλλά να την ρωτούν συνεχώς οι δημοσιογράφοι πότε σκοπεύει να παντρευτεί, και τι ψάχνει σε ένα άντρα...

Έχοντας ωστόσο κυριολεκτικά και μεταφορικά μεγαλώσει μέσα στα γήπεδα του μπάσκετ, εντός και εκτός Ελλάδας, δεν θα μπορούσα να σταματήσω την κόρη μου από το να κάνει το ίδιο. Γιατί παρά τις θυσίες, τις δυσκολίες, και τις επιπλέον προκλήσεις που ενδεχομένως θα είχε να αντιμετωπίσει σε σύγκριση με τον αδερφό της, θα έπαιρνε και μερικά σπουδαία μαθήματα ζωής: για την ατομική δουλειά και την ομαδική συνεργασία, για την αυτοπειθαρχία και τον αλληλοσεβασμό, για τη διαχείριση της αποτυχίας και τη σημασία της μαχητικότητας, αλλά και για την απαραίτητη υπομονή και επιμονή που απαιτεί η επίτευξη αξιόλογων και αξιέπαινων στόχων, όπως η 4η θέση σε Ευρωμπάσκετ. Και, σίγουρα αυτά τα μαθήματα διαπερνούν τις τέσσερις γραμμές του γηπέδου, αποτελούν σημαντικότατα εφόδια στη ζωή, και πάνω απ' όλα, δεν έχουν φύλο. 

 

Η Κατερίνα Γλυνιαδάκη είναι πρώην παίκτρια του μπἀσκετ και της Εθνικἠς ομάδας και νυν διδακτορική φοιτήτρια στο LSE