Μου στέλνει ο πατέρας μου τη LiFO με τη δική του δημοσιευμένη απάντηση στην ερώτηση «Ποιο φαγητό σου φέρνει δάκρυα στα μάτια;» ή, πιο λογοτεχνικά, ποια είναι η δική σου «Μαντλέν του Προυστ;». Και τι απαντά; «Εξωτικά φρούτα Αυστραλίας και γαλλικά pieds et oreilles de cochon» (πόδια και αυτιά γουρουνιού), που δημοσιεύεται ανάμεσα στις απαντήσεις πολλών άλλων, ένα κολάζ ελληνικού γαστρονομικού φολκλόρ τύπου μοσχάρι γιουβέτσι, χαλβάς και «φαγητό μαμαδίστικο».

 

Εάν ήμουν έφηβη, θα τον έπαιρνα τηλέφωνο έξαλλη: «μα γιατί δεν μπορείς, για μία φορά, να δεχτείς την ελληνική σου ταυτότητα με περηφάνια, πόσο μάλλον δημοσίως;». Και ας έχουμε πλέον ξεπεράσει (να πω καλύτερα, «βελτιώσει») προβληματισμούς περί εθνικής ταυτότητας και πολιτισμικής κληρονομιάς με τον πατέρα μου, το άρθρο μού έφερε τη γλυκόπικρη ανάμνηση και νοσταλγία της έφηβης κόρης να τσακώνεται με τον μπαμπά...

 

Προερχόμενη λοιπόν από οικογένεια με εκλεπτυσμένο ουρανίσκο και εις βάθος γνώσεις της ελληνικής και γαλλικής κουζίνας, καθώς φυσικά και του κρασιού, πάντα ένιωθα το «μαύρο πρόβατο» της οικογένειας, με μια αδιόρθωτη ροπή προς οτιδήποτε junk. Θυμάμαι την αδελφή μου να με κοροϊδεύει δίχως έλεος τη μία φορά που έφαγα τόνο νομίζοντας πως είναι κοτόπουλο ή να καταβροχθίζω φαγητό αεροπλάνου όχι μόνο χωρίς παράπονο, αλλά σχεδόν στέλνοντας συγχαρητήρια στον σεφ.

 

Κατέφτασε περήφανος ένα βράδυ ο πατέρας μας σπίτι, με μια τεράστια πορτοκαλί κολοκύθα, να μας φτιάξει κολοκυθόσουπα. Έλα όμως που το συγκεκριμένο λαχανικό, ειδικά σε μορφή σούπας, δεν μας δελέασε ούτε στο ελάχιστο...

 

 

Μην έχοντας και πολλή αυτοπεποίθηση στον τομέα «φαγητό», σκέφτηκα τι θα απαντούσα εγώ στην ερώτηση αυτή της LiFO. Υπάρχει άραγε για εμένα μία madeleine του Προυστ; Δεν το είχα σκεφτεί ποτέ.

 

Θυμήθηκα όμως μια παιδική ανάμνηση ενός γεύματος (η, πιο σωστά, της «απόπειρας ενός βραδινού γεύματος») που έκανε εμένα και την αδελφή μου να σιχαθούμε τις κολοκύθες για πάντα.

 

Κατέφτασε περήφανος ένα βράδυ ο πατέρας μας σπίτι, με μια τεράστια πορτοκαλί κολοκύθα, να μας φτιάξει κολοκυθόσουπα. Έλα όμως που το συγκεκριμένο λαχανικό, ειδικά σε μορφή σούπας, δεν μας δελέασε ούτε στο ελάχιστο... Βρισκόμαστε λοιπόν με την αδελφή μου, αφημένες στο τραπέζι της κουζίνας υπό τις διαταγές της μάνας μας να τελειώσουμε τις σούπες μας, γιατί άλλο φαΐ δεν έχει.

 

Κατέφτασε περήφανος ένα βράδυ ο πατέρας μας σπίτι, με μια τεράστια πορτοκαλί κολοκύθα, να μας φτιάξει κολοκυθόσουπα.
Κατέφτασε περήφανος ένα βράδυ ο πατέρας μας σπίτι, με μια τεράστια πορτοκαλί κολοκύθα, να μας φτιάξει κολοκυθόσουπα.

 

Προσπαθούμε και προσπαθούμε να φάμε τη ριμάδα τη σούπα αλλά δεν μπορούμε, και τα λεπτά γίνονται ώρες... Μας φαίνεται τόσο σουρεαλιστικό το όλο σενάριο, που φυσικά μας πιάνει νευρικό γέλιο, το οποίο νιώθουμε να διαρκεί ώρες μαρτυρικές. Κάθε τόσο δίνουμε η μια στην άλλη κουράγιο, σηκώνουμε το κουτάλι και δοκιμάζουμε άλλη μια μπουκιά της σιχαμένης αυτής σούπας, μπας και καταφέρουμε να την τελειώσουμε.

 

Όσο περισσότερο γελάμε και δεν τρώμε, τόσο περισσότερο νευριάζει η μάνα μας, που έρχεται κάθε λίγο από το σαλόνι να ελέγξει την στάθμη της σούπας στα μπολ μας. Η οποία φυσικά καταλήγει κάποια στιγμή χυμένη στον νεροχύτη...

 

Τώρα που η αδελφή μου και εγώ ζούμε στην Αμερική, όπου κάθε φθινόπωρο η κολοκύθα σε κάθε της μορφή είναι βασιλιάς, όταν μας την προσφέρουν αρνούμαστε πάντα εμφατικά και καμιά φορά μάλιστα διηγούμαστε την παραπάνω ιστορία σε κάποιον άτυχο φίλο.

 

«Άτυχο» γιατί είναι μία από αυτές τις ιστορίες που μόνο η αδελφή μου μπορεί να καταλάβει απόλυτα, να θυμηθεί με την ίδια νοσταλγία τον ιδιαίτερο δεσμό που έχει κανείς με το αδέλφι του, τις ώρες εκείνες όπου δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά μόνο η δική μας παράλληλη πραγματικότητα.

 

Παρόμοιες αναμνήσεις έχω και από καλοκαιρινά μεσημεριανά με τα ξαδέλφια μας, όταν οι τέσσερις μας καθόμασταν να φάμε μετά το κολύμπι, μπαίνοντας σε έναν κατάδικό μας στρόβιλο συζήτησης και γέλιου όπου ο χωροχρόνος δεν υπήρχε πια, μέχρι να έρθει ένας γονιός να μας παραγγείλει και να μας πει να φάμε, αλλιώς δεν μας ένοιαζε και να μη φάμε καθόλου. (Και τι τρώγαμε άραγε; Κοτόπουλο, σνίτσελ, ψάρι..; Δεν είχε και πολλή σημασία.)

 

Μπορεί να μην έχω φάει κάτι που να με έχει «στείλει» σε κυτταρικό επίπεδο έστω και λίγα δευτερόλεπτα, αλλά καμιά φορά ακόμα και οι δυσάρεστες αναμνήσεις ενός φαγητού ή γεύματος μπορούν να σου θυμίσουν κάτι το τόσο ξεχωριστό και πολύπλοκο όσο ο αδελφικός δεσμός.

 

Χαιρετίσματα από τη Νέα Υόρκη και τη σεζόν της κολοκύθας.

 

* Η Δάφνη Στεργίδη είναι καλλιτέχνις που ζει στη Νέα Υόρκη.