Ο Δημήτρης Γκιώνης έχει πάρει περισσότερες από 1000 συνεντεύξεις. Έχει κρατήσει στο κασετόφωνο καμιά πενηνταριά για να ακούει «κάποιες φωνές που ήθελα να μείνουν». Δεν ήταν ποτέ καλός στα προφορικά. Ήταν καλός στα γραπτά και μάλλον, όπως λέει ο ίδιος, γι' αυτό έγινε δημοσιογράφος. Επίσης το ότι κάθισε να μου δώσει συνέντευξη, δεν ήταν το καλύτερό του.

 

Για εμάς που ξεκινήσαμε να δουλεύουμε τη δεκαετία του 80, ήταν είναι ένα παράδειγμα. Ήθους, ψυχραιμίας και δικαιοσύνης. Ολιγάρκειας και σεμνότητας. Κατά γενική ομολογία, ένας άνθρωπος που εκτιμάμε σε αυτή τη δουλειά όσο λίγους. Μιλήσαμε για μια εποχή στον τύπο που έφυγε ανεπιστρεπτί, για ωραία ταξίδια.

 

Ήμουν εναντίον του άδικου. Και με τα παιδιά που είχα στο τμήμα αυτό κουβεντιάζαμε. Να μην είσαι άδικος. Και να δίνεις την ευκαιρία στον άλλο από τη στιγμή που θέλει να απαντήσει. Δε μου άρεσε το είδος της δημοσιογραφίας που είναι επιθετική, που είναι άδικη.

 

— Μου είπατε και τις προάλλες ότι αυτό το βιβλίο δε θέλετε να περάσει σαν ένα ακόμα βιβλίο συνεντεύξεων.

Ήταν μια μόδα και αυτή από την δική μας παρέα. Οι περισσότερες συνεντεύξεις που έχουμε πάρει ως δημοσιογράφοι είναι μονοθεματικές. Για ένα έργο, μια δουλειά. Εδώ με ενδιέφερε να καταδειχθεί ο άνθρωπος, το έργο του, η εποχή, το πιστεύω του, να βγει ένα κλίμα, γιατί εγώ πιστεύω ότι αυτά τα πρόσωπα χαρακτηρίζουν την εποχή τους. Και αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ότι όταν υπήρχαν αυτές οι προσωπικότητες τα πράγματα στην Ελλάδα ήταν πολύ πιο δύσκολα από ότι είναι τώρα. Είχαμε κατοχή, αντίσταση, εμφύλιο και όμως ξεπεταγόντουσαν διάφορες μονάδες. Σήμερα πως έχουμε καθίσει έτσι;

 

— Πιστεύετε ότι δεν ξεπετάγονται και σήμερα;

Μπορεί να συμβαίνει και αυτό αλλά εγώ έχω την αίσθηση ότι από τότε που ξεκίνησε η παγκοσμιοποίηση και μπήκαν και όλα τα ηλεκτρονικά μέσα, η ζωή μας αλώθηκε. Αλώθηκε και το γούστο του κόσμου ο οποίος δεν έχει και μεγάλες αντιστάσεις. Οπότε αν δεν έχει ο άλλος την ευχέρεια να βγει έξω, να παρακολουθήσει τα πράγματα, καθηλώνεται στην τηλεόραση. Ειδικά η ιδιωτική είναι χάλια. Κάποτε λοιδωρούσαμε τη Δημόσια τηλεόραση και σήμερα έγινε η απαντοχή μας. Ο πολιτισμός για τα ιδιωτικά μέσα είναι απόβλητος.


— Αυτό συνέβαινε και στις πολιτιστικές σελίδες των εφημερίδων;Ήταν λιγότερο σημαντικές από τις οικονομικές ή τις πολιτικές; Τους έδιναν οι εκδότες σημασία;

Μιλάμε για μια εποχή που οι εφημερίδες είχαν τεράστια πέραση. Σε μια εποχή που διάβαζε ο κόσμος οι εφημερίδες ήταν λίγες. Στη δεκαετία του 60, ήταν αλλιώς. Στα χρόνια τα δικά μου οι εφημερίδες ήταν 14, οι αθλητικές 2, αυτό ήταν. Σήμερα είναι ένα ατέλειωτο σούπερ μάρκετ. Εγώ είχα τη μεγάλη τύχη να δουλέψω σε μαγαζιά πάρα πολύ καλά. Στη Δημοκρατική Αλλαγή, στην Αυγή αμέσως μετά τη Χούντα και στην Ελευθεροτυπία από το πρώτο της φύλλο, από το 1975, έως το 2011.

 

— Εσείς γιατί φύγατε τότε;

Εγώ δεν ήθελα να βγω στη σύνταξη ποτέ. Την έβλεπα σαν προθάλαμο του θανάτου. Αλλά πέθανε ο Τεγόπουλος, έφυγε ο Φυντανίδης και κάποια στιγμή είδα και την ιδιοκτήτρια του μαγαζιού. Εγώ έχω μια άποψη πολύ τεκμηριωμένη. Ότι η μεγάλη μάστιγα σε αυτό τον τόπο είναι οι μεσάζοντες και οι κληρονόμοι. Είχα 42 χρόνια στη δουλειά, πρόλαβα και πήρα αυτά που δικαιούμην και έφυγα. Άλλωστε ποτέ δεν έκανα μεγάλη ζωή. Δεν πίνω, δεν καπνίζω, δεν οδηγώ. Και τα πράγματα που αγαπούσα τα είχα τζάμπα. Εκείνα τα χρόνια μας υπολόγιζαν. Τους ενδιέφερε τι θα γραφτεί στην Ελευθεροτυπία. Ήταν μια ανοιχτή εφημερίδα και μια προοδευτική απάντηση της εποχής και στο βαθμό που ήμασταν καλά πληροφορημένοι, η εφημερίδα μας επέτρεπε να έχουμε διαφορετική άποψη.

 

— Είχατε πιέσεις;

Καθόλου. Απλώς συνέβαινε το εξής: Όταν είσαι νέος και σε παίρνει μια κυρία επώνυμη, κάποιος κύριος, εκεί ξιπάζεσαι και μπορείς να κάνεις το κέφι του. Εγώ το πήρα χαμπάρι αυτό το πράγμα και έκανα τις επιλογές που έκρινα ότι ήταν καλές. Να υπερασπιστώ ένα καλό έργο, να υπερασπιστώ έναν δημιουργό και να έχω μια άποψη πάνω σε αυτό.

 

— Έχετε μετανοιώσει για κάτι που δεν υπερασπιστήκατε; Αδικήσατε κάποιον;

Όχι, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι επιλογές μου ήταν οι καλύτερες. Ήμουν εναντίον του άδικου. Και με τα παιδιά που είχα στο τμήμα αυτό κουβεντιάζαμε. Να μην είσαι άδικος. Και να δίνεις την ευκαιρία στον άλλο από τη στιγμή που θέλει να απαντήσει. Δε μου άρεσε το είδος της δημοσιογραφίας που είναι επιθετική, που είναι άδικη.

 

— Είχατε ποτέ πιέσεις πολιτικές;

Όχι επειδή το μόνο μας πάρε δώσε ήταν με το υπουργείο Πολιτισμού. Και εκεί είχαμε την τύχη να έχουμε τη Μελίνα επί 8 χρόνια, η οποία ήταν ένας άνθρωπος που μπήκε στην ιστορία για να δώσει. Αυτό ήταν πολύ καθαρό.

 

Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO
Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν / LIFO

 

— Νοσταλγείτε αυτή την εποχή την πρώτη της Ελευθεροτυπίας;

Πάνω από όλα το γεγονός ότι δούλεψα δίπλα σε θηρία δημοσιογράφους που τους είχα σαν πρότυπα. Έδινα εξετάσεις σε αυτούς. Ο Λιδωρίκης, ο Στάγκος, ο Διακογιάννης... Αν είχα άνεση θα μπορούσα να πληρώνω για να είμαι σε αυτή τη δουλειά μαζί τους. Την χαιρόμασταν τη δουλειά και είχαμε την αίσθηση ότι προσφέραμε κάτι σε αυτό το πράγμα που λέγεται πολιτισμός.

 

— Αναρωτιέμαι για τη σχέση που είχατε με τις τότε εξουσίες.. Δηλαδή βλέπω τις παλιές φωτογραφίες. Χορεύει ο υπουργός και οι δημοσιογράφοι του βαράνε παλαμάκια. Αυτό σήμερα δε θα το λέγαμε διαφθορά;

Αυτή η φωτογραφία δε θα άρεσε και σε μένα. Και τότε. Ακόμα και στις φωτογραφίες του βιβλίου μου θα το δεις. Για μένα η φωτογραφία αποτελεί μόνο πειστήριο. Το πιο σημαντικό είναι ότι ο εκδότης μας έλεγε: κατά την κρίση σου. Δεν μας είπε ποτέ μη γράψεις για αυτόν. Σε καμία περίπτωση. Αλλά φυσικά ξέραμε πού δουλεύουμε.

 

— Σήμερα θα θέλατε να γίνετε δημοσιογράφος.

Όχι. Δεν μου αρέσει η δουλειά έτσι όπως γίνεται. Σε ρωτούν σε ποιο κανάλι δουλεύεις. Εξάλλου δεν έχει καμία σχέση το κύρος που είχαν οι εφημερίδες τότε σε σύγκριση με το τώρα.

 

— Και τι θέλατε να είσαστε;

Μάγειρος. Όχι πολλά, τέσσερα πέντε φαγητά. Ή δάσκαλος. Σε μικρά, όχι σε μαντράχαλους.

 

— Εσείς δουλεύατε σε μια εφημερίδα εξαιρετικά επιδραστική. Αυτό μπορεί να ήταν καλό για εσάς αλλά να μην ξεχνάμε ότι δεν ήταν πάντα καλό. Εννοώ ότι μπορούσε ένας δημοσιογράφος ή ένας διευθυντής να σβήσει από τον χάρτη κάποιον που δεν του άρεσε.

Α βέβαια, ναι. Γινόντουσαν αυτά τα πράγματα. Εσείς τι κάνατε σε μια τέτοια περίπτωση. Εγώ ακόμα και με ανθρώπους που για κάποιο λόγο είχα τσακωθεί μαζί τους, ποτέ δε έλεγα να μη μπει μια είδηση που τον αφορά. Κορυφή θα έμπαινε η είδηση. Έχω να σας πω ενδεικτικά την περίπτωση της Καρέζη. Της είχα πάρει μια συνέντευξη που δεν της άρεσε. Όμως οποιαδήποτε είδηση την αφορούσε την έβαζα κορυφή.

 

— Σας απογοήτευαν κάποιοι όταν τους γνωρίζατε από κοντά;

Επειδή έχεις ζήσει και εσύ με καλλιτέχνες το ξέρεις. Στην αρχή είχα ένα ξάφνιασμα, όταν πρωτομπήκα στη δουλειά. Με απογοήτευαν ως άνθρωποι. Αλλά σιγά σιγά το ξεπέρασα. Είναι ανθρώπινες αδυναμίες. Όταν είναι κάποιος επώνυμος διογκώνονται.

 

Με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη
Με τον Ζυλ Ντασέν και τη Μελίνα Μερκούρη

 

— Με ποιον άνθρωπο έχετε έρθει στη δουλειά σε μεγάλη ρήξη;

Με τον Χατζιδάκι. Είχε ενοχληθεί τότε γιατί υπερασπιζόμουνα ένα νομοσχέδιο που έγινε νόμος αργότερα, τα συγγενικά δικαιώματα. Οι δημιουργοί είχαν ενοχληθεί και εγώ υπερασπιζόμουν αγρίως αυτή την άποψη, ότι οι εκτελεστές ήταν ριγμένοι. Είχε στείλει ένα γράμμα τότε ο Χατζιδάκις και με είχε στολίσει αγρίως. Θα μπορούσε να πει η εφημερίδα, «μην ξανασχοληθείς ή σε απολύω». Ήταν μια επιστολή που για κάποιον θα μπορούσε να σήμαινε απόλυση. Όσοι όμως είχαν γνωρίσει τον Χατζιδάκι ήξεραν ότι είναι άνθρωπος της στιγμής. Η ευκολία με την οποία σου ριχνόταν ήταν η ίδια με την οποία σου μιλούσε σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Αισθανόμουν δύσκολα γενικώς μαζί του. Δεν ένοιωθα άνετα. Ακόμα και όταν του έκανα συνέντευξη δίσταζα, σκεφτόμουν «να την κάνω αυτή την ερώτηση ή θα ενοχληθεί;»

 

— Πότε σας ενοχλούσε αληθινά κάποιος;

Στις περιπτώσεις κάποιων, όταν η κακία τους ήταν μεγαλύτερη από το έργο τους. Δε μπορώ να σου πω ονόματα, μέσα στο χώρο είσαι και ξέρεις.

 

— Εννοείτε και η εξουσία τους...

Και η εξουσία τους και ο τσαμπουκαλίδικος τρόπος να σου κλείσουν το στόμα. Παρόλο που δεν ήμουνα ποτέ άνθρωπος των καβγάδων. Ήθελα να τελειώσει αυτό το πράγμα.

 

—Στην εφημερίδα δεν είχατε ποτέ, στα πολιτιστικά στήλες με παρασκήνιο. Ήταν μια επιλογή σας αυτή;

Δεν το θέλαμε ποτέ αυτό, δεν το θέλαμε. Το κουτσομπολιό. Υπήρχαν περιπτώσεις που το επεδίωκαν αυτό. Η Βουγιουκλάκη ήξερε ας πούμε ότι και τα προσωπικά της ήταν ένα κομμάτι της προβολής της. Το ήθελε.

 

— Φίλους κάνατε; Όχι από τους συναδέλφους, από τους καλλιτέχνες...

Έκανα αλλά τελικά ήταν σε βάρος τους, γιατί δεν ήθελα να πουν ότι τους προβάλλω. Φρόντιζα να προφυλάξω και τον εαυτό μου και τη δημοσιογραφία έτσι όπως την αντιλαμβάνομαι.

 

— Ονόματα δε μου είπατε...

Τον Νταλάρα έχω εκτιμήσει πάρα πολύ, με τον Διαλεγμένο είμαστε φίλοι, τον Σαββόπουλο εκτιμώ, τον Θεοδωράκη τον λατρεύω, παρόλο που και με εκείνον είχαμε τσακωθεί για τα συγγενικά. Αλλά οτιδήποτε τον αφορούσε ήταν πάντα πρώτο για μένα.

 

— Όταν φύγατε από τη δουλειά αραίωσαν οι φίλοι, οι άνθρωποι που σας έπαιρναν τηλέφωνο;

Α βέβαια! Εγώ σε ανύποπτο χρόνο είχα γράψει ένα άρθρο στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία με τίτλο « Η μελαγχολία να είσαι πρώην». Ήμουν έτοιμος. Το θεωρούσα φυσικό, δε με είχαν ανάγκη. Ήταν αναμενόμενο. Επίσης μισούσα το τηλέφωνο. Ακόμα και σήμερα το σιχαίνομαι. Ξέρεις τι ήταν ωραίο; Το πάρε δώσε με τους αναγνώστες. Τηλέφωνα, επιστολές. Και εγώ, επειδή είμαι αρχειομανής έχω ντοσιέ ολόκληρα με επιστολές, που με επαινούν, με βρίζουν. Σήμερα είσαστε μονόλογοι.

 

— Τώρα που γράφετε ξανά πώς σας φαίνεται;

Εγώ μπήκα σε αυτή την ιστορία για να βοηθήσω τους συναδέλφους που βγάζουν την Εφημερίδα των Συντακτών. Θα ήθελα ιδανικά να γράφω στην Ελευθεροτυπία. Αλλά δεν έχει αλλάξει τίποτα από αυτό που με έκανε να φύγω. Πιστεύω ότι η Ελευθεροτυπία είναι πλέον παρελθόν. Όπως και πολλά άλλα πράγματα.

 

— Είχατε φιλοδοξίες;

Όχι να γίνω αρχηγός, αλλά να ξεχωρίσω λιγάκι, να ξεφύγω από την ανωνυμία. Αλλά να κρατήσω από την άλλη και το χαμηλό μου προφίλ. Δηλαδή αν έβγαζα το βιβλίο μου την εποχή που ήμουν στην Ελευθεροτυπία, δε θα έκανα καμία συνέντευξη. Τώρα υπερασπίζομαι το βιβλίο, μη βάλω μέσα και τους ανθρώπους που το έβγαλαν.

 

— Κυνηγήσατε ποτέ την καριέρα;

Η αλήθεια είναι ότι δεν κυνήγησα οφίτσια. Θα μπορούσα αν ήθελα, αλλά έτυχε και ήμουνα υπεύθυνος στα πολιτιστικά, χωρίς να το κυνηγήσω.

 

Εμένα οι γκουρού μου ήταν γυναίκες. Η Έλλη Αλεξίου με πήγε στη Δημοκρατική Αλλαγή. Εκτιμώ περισσότερο τις γυναίκες. Έχω πειστεί ότι όταν είναι ικανή μια γυναίκα είναι ικανότερη από τον άντρα. Και όταν είναι κακιά είναι πιο κακιά.

 

— Είχατε κάποιους γκουρού στη δουλειά;

Εμένα οι γκουρού μου ήταν γυναίκες. Η Έλλη Αλεξίου με πήγε στη Δημοκρατική Αλλαγή. Εκτιμώ περισσότερο τις γυναίκες. Έχω πειστεί ότι όταν είναι ικανή μια γυναίκα είναι ικανότερη από τον άντρα. Και όταν είναι κακιά είναι πιο κακιά.

 

— Ποιες άλλες ήταν;

Η Ιορδανίδου, η Νάκου, η Δανάη, βάζω και τη Λιλή Ζωγράφου. Η Μελίνα. Την εκτιμούσα πολύ. Ήταν μια περίπτωση που ήθελε να δώσει και όχι να πάρει. Σκέφτομαι ότι ήταν κρίμα που έφυγε στα 74. Από την άλλη, αν ζούσε σήμερα, θα ήταν 94. Ήταν μια γυναίκα κοκέτα, μάλλον δε θα της άρεσε αυτό, να είναι ηλικιωμένη. Μια φορά βλέπαμε μια παλιά της ταινία και έλεγε συνεχώς «μα τι κούκλα ήμουνα τότε! Πώς έχω γίνει τώρα...».

 

— Έχετε και δυο γυναίκες που έφυγαν πολύ νέες στο βιβλίο σας, τη Γώγου και την Ρικάκη.

Αυτές με είχαν αγγίξει πολύ, η περίπτωση και της μιας και της άλλης. Η Γώγου είχε τεράστια μοναξιά. Όταν πήγα να της κάνω συνέντευξη μου είπε «δε με ενδιαφέρει η συνέντευξη, θέλω να πάμε κάπου να σε χαϊδέψω και να με χαϊδέψεις». Σκέφτηκα πολύ πριν το βάλω αυτό στο βιβλίο, αλλά ήθελα να καταδείξω αυτή τη μοναξιά, δεν υπήρχε τίποτα ερωτικό σε αυτό. Υπάρχει και μια άλλη τραγική περίπτωση, αυτή της Δανάης. Τελείωσε τη ζωή της σε οίκο ευγηρίας. Δύσκολες οικογενειακές ιστορίες.

 

— Ένας άντρας που θαυμάσατε πάρα πολύ;

Ο ψηλός, ο Θεοδωράκης. Ο Θεοδωράκης έδινε ας πούμε μια συνέντευξη στο Ρομάντζο και έλεγε: «Γιατί όχι; Τόσος κόσμος διαβάζει το Ρομάντζο». Δε θεωρούσε τίποτα κατώτερο. Αλλά θα μου πεις και εμείς στο στρατό τι διαβάζαμε; Ρομάντζο. Σάμπως επιτρεπόταν και τίποτε άλλο;

 

—Υπάρχει κάτι που δεν κάνατε;

Όχι, δεν νομίζω. Έκανα ίσως και παραπάνω από αυτά που ήθελα. Είμαι και ο πιο κορακοζώητος της γενιάς μου. Έμεινα και επέμενα σε αυτό το χώρο τον δημοσιογραφικό. Δούλεψα καλά.

 

— Θα μου πείτε μερικά ταλέντα;

Θαύμαζα τον Λιδωρίκη. Έκανε όλα τα θηρία της 7ης τέχνης. Την Μπακομάρου. Τον Τσαγκαρουσιάνο. Όχι επειδή μιλάμε τώρα στο περιοδικό του. Ήταν εκπληκτικές συνεντεύξεις, μια αποκάλυψη. Όταν τις διάβαζα στο Τέταρτο, έλεγα «να ένα ταλέντο». Από ξένους την Οριάνα Φαλάτσι. Αλλά με ενοχλούσε ότι προκαταλάμβανε τον αναγνώστη θετικά ή αρνητικά από τον πρόλογο. Δε μου άρεσε αυτό.

 

Με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Μίκη Θεοδωράκη
Με τον Φιντέλ Κάστρο και τον Μίκη Θεοδωράκη

 

— Ποια πιστεύετε ότι είναι η μεγάλη τέχνη;

Τα τραγούδια του Θεοδωράκη. Θα σου πω και ένα άλλο παράδειγμα. Όταν πήγα στο Μπερλινλέρ Ανσάμπλ είδα ένα έργο του Μπρεχτ που δεν το ήξερα. Το « Άντρας ίσον άντρας». Το κατάλαβα από τον τρόπο που έπαιζαν. Αυτή είναι η Μεγάλη Τέχνη. Αυτό δε το βλέπω σήμερα. Μπορεί και να συμβαίνει αλλά να μην τους ξέρουμε. Ίσως επειδή λειτουργούν έτσι τα μέσα.

 

— Φταίει η υπερπληροφόρηση;

Καίγεται ο εγκέφαλος και δεν μπορεί να κρατήσει καμία πληροφορία. Αυτό νομίζω γίνεται. Δε θυμάσαι τι έγινε ή τι έγραψες την προηγούμενη εβδομάδα. Νομίζεις ότι έχεις πάθει Αλτσχάιμερ.

 

— Ποια θεωρείτε την πιο μεγάλη σας δημοσιογραφική επιτυχία;

Δεν είναι πολιτιστική. Πήγα στο Τσέρνομπιλ για δεκαπέντε ημέρες. Δεν ήθελε να πάει κανείς. Έτσι πήγα. Είχα και μια ρομαντική άποψη τότε για τον κομμουνισμό και είπα «αφού κινδυνεύει ο Ρώσος πολίτης, γιατί να μην κινδυνεύσω και εγώ λιγάκι;». Κάπως έτσι το είδα το πράγμα. Από κει και πέρα η καλύτερη δημοσιογραφική αποστολή ήταν το ταξίδι στην Κούβα και τη Νικαράγουα με τον Μίκη Θεοδωράκη. Ήταν τότε οι Σαντινίστας. Ζήσαμε ένα καταπληκτικό πράγμα. Και γνωρίσαμε τον Φιντέλ Κάστρο. Ένα θηρίο, ο μεγαλύτερος ζων επαναστάτης. Και βγάλαμε και φωτογραφίες μαζί του, γιατί κανείς δε θα πίστευε ότι τον γνωρίσαμε. Ήμασταν μόνο τρεις δημοσιογράφοι.

 

— Η κρίση σας ξαφνιάζει;

Δεν με ξαφνιάζει αυτή κρίση που ζούμε τώρα. Αναρωτιόμουν πως επί 35 χρόνια ζούμε στο ανέμελο. Με δάνεια. Εγώ όμως επειδή είμαι φύσει αισιόδοξος πιστεύω θα την σκαπουλάρουμε. Επειδή αυτή η δοκιμασία που περνάει ο τόπος δεν είναι η χειρότερη. Και στον κόσμο που ζούμε δεν είναι το χειρότερο. Μια φυσική καταστροφή ένα τσουνάμι ένα ηφαίστειο είναι χειρότερο, η εμπόλεμη κατάσταση. Πληρώνουμε πολλά πράγματα. Κυρίως το ότι ο μισός πληθυσμός αυτής της χώρας έχει συσσωρευθεί σε αυτή την πόλη, σε αυτή τη χαβούζα και όλοι αναζητάνε μια καρέκλα να βολευτούνε.

 

Εκδρομή με τον Μάνο Λοΐζο
Εκδρομή με τον Μάνο Λοΐζο

 

— Αν σας ζητούσα να μου δώσετε μια συμβουλή ποια θα ήταν;

Εγώ ήμουν πάντα μαθητής. Έτσι βλέπω τον εαυτό μου. Αυτό μπορώ να σου πω. Και σε σχολές όταν μου ζήτησαν να διδάξω δεν πήγα. Να' σαι πάντα μαθητής. Θαύμαζα πάντα τα κείμενα κάποιων συναδέλφων, χαίρομαι πάντα ένα καλό κείμενο. Επίσης όταν κάνεις ένα σχόλιο και επικρίνεις κάποιον να κρατάς κάτι εφεδρικό.

 

— Τώρα τι θέλετε να κάνετε;

Ασχολούμαι με το Μορφωτικό Ίδρυμα της ΕΣΗΕΑ. Διαβάζω τα βιβλία που δε διάβασα, θα ξαναδιαβάσω κάποια άλλα. Για να μην πάω αδιάβαστος.

 

Με τον Κώστα Βάρναλη
Με τον Κώστα Βάρναλη

 

Με τη Λιλή Ζωγράφου
Με τη Λιλή Ζωγράφου

 

Με την Αλίκη
Με την Αλίκη

 

Με τον Στέλιο Καζαντζίδη
Με τον Στέλιο Καζαντζίδη

 

Λουκία Ρικάκη
Λουκία Ρικάκη

 

Mε τον Α. Τάσσο
Mε τον Α. Τάσσο
Γιώργος Τσαγκάρης
Γιώργος Τσαγκάρης

 

Με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση
Με τον Μίκη Θεοδωράκη και τον Γρηγόρη Μπιθικώτση

 

Με την Τζένη Καρέζη
Με την Τζένη Καρέζη

 

Με τη Μελίνα
Με τη Μελίνα
Με τη Δανάη
Με τη Δανάη

 

Με τον Βασίλη Τσιτσάνη
Με τον Βασίλη Τσιτσάνη

 

Δημήτρης Χριστοδούλου
Δημήτρης Χριστοδούλου

 

Με τον Γιάννη Σκαρίμπα
Με τον Γιάννη Σκαρίμπα

 

Με τον Δημήτρη Λάγιο
Με τον Δημήτρη Λάγιο

 

Στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών
Στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών

 

Το βιογραφικό του Δημήτρη Γκιώνη

Ο Δημήτρης Γκιώνης γεννήθηκε το 1939 στη Δημητσάνα της Αρκαδίας. Δημοσιογράφος από το 1964, με μια εμμονή στα πολιτιστικά – ως συντάκτης και υπεύθυνος καλλιτεχνικών σελίδων. Από το 1964 ως το 1967 στην εφημερίδα Δημοκρατική Αλλαγή. Στο εξωτερικό (Γαλλία – Καναδάς) από το 1967 ως το 1973, λόγω χούντας, αρθρογράφος σε ελληνόγλωσσα έντυπα. Συνεκδότης (με τον Φώντα Λάδη) του περιοδικού Τετράδιο: 1974-1976. Στην Αυγή για ένα χρόνο: 1974-1975. Στην Ελευθεροτυπία από την έκδοσή της: Ιούλιος 1975-Δεκέμβριος 2011. Συνεργάτης στα απεργιακά φύλλα της Ελευθεροτυπίας (καλοκαίρι 2012). Συνεργάτης της Εφημερίδας των Συντακτών από την έκδοσή της: Νοέμβριος 2012 μέχρι σήμερα. Από το 1976 ως το 1983 στο ρεπορτάζ της τηλεοπτικής εκπομπής Παρασκήνιο. Και πάντα στα πολιτιστικά, μ' ένα διάλειμμα, μεταξύ 1975-1978, οπότε μετακινήθηκε στο δικαστικό (στις δίκες των χουντικών βασανιστών και του Πολυτεχνείου) και, στη συνέχεια, για λίγο, στο κοινοβουλευτικό.

 

Δημοσιογραφικές αποστολές ανά τον κόσμο – για πολιτιστικά και ελεύθερα θέματα. Το 1994 κυκλοφόρησε το αφήγημά του Τώρα θα δεις... (27 εκδόσεις, μεταφρασμένο στα γαλλικά). Ακολούθησαν τα αφηγήματα: Το Περίπτερο – 1996 (Τώρα θα δεις... και Περίπτερο διαβάστηκαν σε συνέχειες από το Τρίτο Πρόγραμμα –το πρώτο από τον Γιώργο Διαλεγμένο, το δεύτερο από τον Γιώργο Τσαγκάρη– ενώ διδάσκονται σε σχολεία). Έτσι κι αλλιώς – 1999, Και μετά τι έγινε; – 2004, Χωρίς προστάτη – 2007. Το 2008 ακολούθησε το χιουμοριστικό Εμένα μου λες... Ενδιάμεσα, το 1996, κυκλοφόρησε το Καλύτερα στον τυπογράφο παρά στον ψυχίατρο (18 συνεντεύξεις σε 30 χρόνια με τον Βασίλη Βασιλικό) – όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη. Στην περίοδο του Τετράδιου έβγαλε το βιβλίο-έρευνα Οι μεγάλες αποδράσεις (πολιτικών κρατουμένων από φυλακές). Μέλος της ΕΣΗΕΑ και του Δ.Σ. του Μορφωτικού της Ιδρύματος.

 

— Αργυρώ Μποζώνη