Ο Φράνσις Φορντ Κόπολα άφησε πίσω του τη δεκαετία του '70 έχοντας κάνει τους δύο «Νονούς» και ζώντας τη μεγαλύτερη περιπέτεια της ζωής του (που παραλίγο να του την πάρει) στο «Αποκάλυψη Τώρα».

 

Ενδιάμεσα είχε κάνει και τη «Συνομιλία» που για άλλον σκηνοθέτη μπορεί να ήταν παράσημο ζωής, για τον ίδιο όμως ήταν περισσότερο ένα διάλειμμα από τις μεγαλόπνοες ιδέες του.

 

Την ίδια περίοδο, οι δύο καλοί του φίλοι, Στίβεν Σπίλμπεργκ και Μάρτιν Σκορσέζε, την είχαν ήδη πατήσει, ακριβώς τη στιγμή που ένιωσαν ανίκητοι.

 

Ο Σπίλμπεργκ μετά τη σαρωτική επιτυχία που είχαν τα «Σαγόνια του Καρχαρία» και οι «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» αποφάσισε να θυμηθεί τη screwball κωμωδία και το «1941» κόντεψε να του καταστρέψει την καριέρα. Ο Σκορσέζε, από την άλλη, προσπάθησε να παντρέψει τη δράση του υποκόσμου με το μιούζικαλ και το εφευρετικό «New York, New York» άρεσε σε αυτούς που έπρεπε, ήταν όμως πολύ λίγοι.

 

Ήθελε να μένει στον θεατή η αίσθηση της υπερβολής στην ανάπλαση της πραγματικότητας, να υπάρχει η μυρωδιά του τεχνητού, γεμίζοντας τον χώρο με neon λεζάντες, ζωγραφισμένα backgrounds και φτιάχνοντας εξαιρετικά λεπτομερείς μινιατούρες που, με τη χρήση βίντεο που έπαιζε πίσω από αυτές, δημιούργησε μερικές εικόνες ασύλληπτης ομορφιάς. Στο τέλος όμως ήρθε ο λογαριασμός.

 

Ο Κόπολα ήταν λοιπόν ζωντανός από θαύμα, όπως περιγράφει το εκπληκτικό ντοκιμαντέρ «Hearts of Darkness: A Filmmaker's Apocalypse» που ταξιδεύει στα γυρίσματα του «Αποκάλυψη Τώρα» για να βρει τα ενδότερα της ψυχής ενός καλλιτέχνη του οποίου το δημιούργημα φάνηκε να τον ξεπερνά.

 

Η ταινία του πάντως ολοκληρώθηκε και η αξία της αναγνωρίστηκε άμεσα, κάτι που θα μπορούσε να τον ηρεμήσει για κάποιο διάστημα, ώστε να κινηθεί σε πιο ασφαλή μονοπάτια στις επόμενες δουλειές του. Πώς ακριβώς όμως μπορείς να δουλέψεις μετά από μια τέτοια υπερβατική εμπειρία;

 

Αυτό είναι ίσως το πρώτο ερώτημα που πρέπει να σκεφθεί κάποιος πριν μιλήσει για το «One From the Heart». Ποια μπορεί να είναι η επόμενη δουλειά σου όταν τα έβαλες με τη φύση, τους συνεργάτες, τους χρηματοδότες, τον εαυτό σου, το δημιούργημά σου και έφτιαξες την απόλυτη ταινία για το Βιετνάμ; Έτσι απλά ξεκουράζεσαι και σκηνοθετείς μέσα στην άνεση ενός μεγάλου στούντιο, που σε ξαναθεωρεί πλέον ιδιοφυΐα;

 

Ο Κόπολα επέλεξε κάτι που ήλπιζε ότι θα του λύσει τα χέρια στα επόμενα χρόνια. Έφτιαξε το δικό του στούντιο, έχοντας πίστη στις δικές του ικανότητες, σε αυτές των μόνιμων συνεργατών του, αλλά και τη διαφαινόμενη τεχνολογική πρόοδο.

 

Με οδηγό τη νέα τεχνολογία και τις αλλαγές που θα έφερνε στις κινηματογραφικές παραγωγές, θα έφτιαχναν υπέροχες και, κυρίως, καινοτόμες ταινίες, έχοντας ήδη έτοιμο το σενάριο για την πρώτη.

 

Στο «One from the Heart», ο Φρέντερικ Φόρεστ και η Τέρι Γκαρ χωρίζουν το βράδυ της 4ης Ιουλίου, όταν και κλείνουν πέντε χρόνια σχέσης. Περνούν μια βραδιά με άλλους συντρόφους (Ναστάζια Κίνσκι, Ραούλ Τζούλια), ξαναβρίσκονται, ξαναμαλώνουν, με την Γκαρ να απειλεί πως θα φύγει για την Μπόρα Μπόρα, όμως χωρίς να έχει το κουράγιο να κάνει μια νέα αρχή.

 

Η ιστορία τους, βουτηγμένη στο μελόδραμα, μας παρουσιάζεται με τη μορφή ενός πρωτότυπου μιούζικαλ, σε στίχους και μουσική του Τομ Γουέιτς, που έγραψε και το ομώνυμο τραγούδι.

 

Βλέποντας σήμερα το «One from the Heart» μπορεί να μαγεύεσαι από τις εντυπωσιακές εικόνες του αλλά μαζί τρομάζεις αν προσπαθήσεις να σκεφτείς πως μπορεί να γυρίστηκαν όλα αυτά (γιατί δεν είναι μόνο μία-δύο σκηνές που ξεχωρίζουν) στις αρχές της δεκαετίας του 80.
Βλέποντας σήμερα το «One from the Heart» μπορεί να μαγεύεσαι από τις εντυπωσιακές εικόνες του αλλά μαζί τρομάζεις αν προσπαθήσεις να σκεφτείς πως μπορεί να γυρίστηκαν όλα αυτά (γιατί δεν είναι μόνο μία-δύο σκηνές που ξεχωρίζουν) στις αρχές της δεκαετίας του 80.

 

Το πρόβλημα που είχε η ιδέα του Κόπολα για καινοτόμο και επαναστατικό σινεμά από το στούντιό του ήταν πως έπεσε με τα μούτρα πάνω της και προσπάθησε να ενσωματώσει όσους νεωτερισμούς είχε στο μυαλό του στην πρώτη ταινία που έκανε.

 

Βλέποντας σήμερα το «One from the Heart» μπορεί να μαγεύεσαι από τις εντυπωσιακές εικόνες του αλλά μαζί τρομάζεις, αν προσπαθήσεις να σκεφτείς πως μπορεί να γυρίστηκαν όλα αυτά (γιατί δεν είναι μόνο μία-δύο σκηνές που ξεχωρίζουν) στις αρχές της δεκαετίας του '80.

 

Παράλληλα με το ορατό σε μας αποτέλεσμα, ο Κόπολα επεξεργάστηκε και καινοτόμους τρόπους παραγωγής, που θεωρητικά θα του γλίτωναν χρήματα, όμως ο συνεχής πειραματισμός πάνω σε αυτές εκτόξευσε το budget.

 

Τι έκανε λοιπόν ο Κόπολα; Καθιέρωσε ένα νέο μοντέλο παραγωγής που ονόμασε ασαφώς «electronic cinema» και καλωσόριζε την εισβολή των υπολογιστών στην παραγωγή ενός φιλμ και τη βοήθεια που θα παρείχε στους δημιουργούς κάτι τέτοιο.

 

Παρουσίασε με περηφάνια μια συσκευή που σκάναρε τα χειροποίητα storyboards μιας ταινίας και ενσωμάτωνε διαλόγους και μουσική, με αποτέλεσμα να βγάζει στον σκηνοθέτη κάτι σαν άμεσο preview της ταινίας (το οποίο μόνταρε όσες φορές ήθελε), πριν ακόμη αρχίσει γυρίσματα. Και σε αυτά όμως έφτιαξε κάτι που θεωρούσε επαναστατικό.

 

Ο Κόπολα καθιέρωσε ένα νέο μοντέλο παραγωγής που ονόμασε ασαφώς «electronic cinema» και καλωσόριζε την εισβολή των υπολογιστών στην παραγωγή ενός φιλμ και τη βοήθεια που θα παρείχε στους δημιουργούς κάτι τέτοιο.
Ο Κόπολα καθιέρωσε ένα νέο μοντέλο παραγωγής που ονόμασε ασαφώς «electronic cinema» και καλωσόριζε την εισβολή των υπολογιστών στην παραγωγή ενός φιλμ και τη βοήθεια που θα παρείχε στους δημιουργούς κάτι τέτοιο.

 

Ενσωμάτωσε στην κινηματογραφική κάμερα έναν βιντεομετατροπέα που έστελνε ό,τι τραβούσε η κάμερα σε μια οθόνη. Ο ίδιος βρισκόταν στο περίφημο hi-tech βαν που είχε παρκάρει έξω από το στούντιο και συχνά σκηνοθετούσε μέσα από εκεί, με τους συντελεστές να ακούν συνέχεια τη φωνή του σκηνοθέτη-θεού μέσα από μεγάφωνο. Ο Κόπολα ένιωθε έτσι πως είχε ενισχυμένο έλεγχο κατά τα γυρίσματα, κάτι που θεωρητικά θα περιόριζε τα λάθη.

 

Φυσικά όλα αυτά, με τα ανάλογα software και την ψηφιακή τεχνολογία σήμερα είναι δεδομένα, όμως τότε έκαναν τον σκηνοθέτη να νιώσει σαν μικρό παιδί. Έμοιαζαν όντως ιδανικά για εξοικονόμηση χρόνου και χρημάτων, όμως αυτός παγιδεύτηκε στην εμμονική χρήση τους με αποτέλεσμα να ακυρώσει τη χρηστική σημασία τους.

 

Απομονώθηκε στο βαν, έγραφε και ξανάσβηνε σκηνές και έδινε εντολές για απίθανα βιρτουόζικα πλάνα, κάνοντας τους συνεργάτες του να υποφέρουν. Και πάλι όμως, αυτά πρόσθεταν κυρίως ταλαιπωρία, ένταση, αλλά σχετικά μικρό περίσσιο κόστος.

 

Αυτό που πραγματικά εκτόξευσε τον προϋπολογισμό της ταινίας, και ουσιαστικά χρεοκόπησε το στούντιο πριν καν αρχίσει να λειτουργεί, ήταν η απόφασή του να κάνει μια ταινία που διαδραματίζεται στο Λας Βέγκας αλλά να μην πατήσει το πόδι του εκεί.

 

Προς έκπληξη των χρηματοδοτών του και για χάρη της απόλυτης δημιουργικής ελευθερίας, χωρίς να έχει όριο ότι θα μπορεί να γυρίζει μόνο συγκεκριμένες ώρες και μέρες, ο Κόπολα έδωσε εντολή να ξαναφτιαχτούν συγκεκριμένοι δρόμοι της πόλης, ακόμη και ένα αεροδρόμιό της, σε ένα τιτάνιο έργο στο οποίο θα επένδυε και το όραμα που είχε για την ταινία του.

 

Ήθελε να μένει στον θεατή η αίσθηση της υπερβολής στην ανάπλαση της πραγματικότητας, να υπάρχει η μυρωδιά του τεχνητού, γεμίζοντας τον χώρο με neon λεζάντες, ζωγραφισμένα backgrounds και φτιάχνοντας εξαιρετικά λεπτομερείς μινιατούρες που, με τη χρήση βίντεο που έπαιζε πίσω από αυτές, δημιούργησε μερικές εικόνες ασύλληπτης ομορφιάς. Στο τέλος όμως ήρθε ο λογαριασμός.

 

Το φιλμ υπολογίζεται πως κόστισε περίπου 25 εκατομμύρια δολάρια
Το φιλμ υπολογίζεται πως κόστισε περίπου 25 εκατομμύρια δολάρια

 

Το φιλμ υπολογίζεται πως κόστισε περίπου 25 εκατομμύρια δολάρια. Όταν το πρωτοπαρουσίασε ως ιδέα στην MGM, αυτή του έδωσε 2 και όταν αποφάσισε να το γυρίσει μόνος του, κατάφερε και εξασφάλισε 10.

 

Η υπερβολή όμως οδήγησε σε μια κατάσταση εκτός ελέγχου, καθώς τα σκηνικά έπιασαν 8 από τα 9 τεράστια soundstages που είχε, όλα βαρυφορτωμένα με φώτα.

 

Ο μόνιμος διευθυντής παραγωγής του, Ντιν Ταβουλάρις, δήλωσε πως για πολύ καιρό έβλεπε τον ίδιο εφιάλτη, ότι θα πιάσουν φωτιά στο γύρισμα, λόγω του τεράστιου αριθμού καλωδίων που δημιουργούσαν κανονικό λαβύρινθο πίσω από τις κάμερες και ανά πάσα στιγμή μπορούσαν να εκραγούν.

 

Όταν ο Κόπολα παρουσίασε την ταινία σε διανομείς, σχεδόν όλοι έφυγαν τρέχοντας. Ο ίδιος δικαιολογήθηκε χρόνια αργότερα, λέγοντας πως αυτό που τους παρουσίασε ήταν κάτι σαν work-in-progress. Είπε τη μισή αλήθεια, καθώς όλη η λογική της ταινίας εξελίχθηκε σε κάτι τέτοιο.

 

Ανεξέλεγκτος και χωρίς ίχνος αστυνόμευσης πάνω του, ο Κόπολα γύριζε για τη χαρά του γυρίσματος, είχε κολλημένο το μυαλό του στην έννοια της καινοτομίας και η οποιαδήποτε οικονομία στην αφήγηση πήγαινε περίπατο.

 

Ο διευθυντής φωτογραφίας του, Βιτόριο Στοράρο, περιγράφει στο βίντεο το φιλμ ως μια απλή ιστορία που έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά οι ίδιοι προσπάθησαν να την πουν διαφορετικά. Αυτή πρέπει να ήταν η βασική αρχή κάθε πλάνου, με ποιον τρόπο να διαφέρει από το σινεμά της εποχής, πώς να προκαλεί το μάτι του θεατή να δεχτεί κάτι καινούριο.

 

Όταν σκέφτεσαι αποκλειστικά έτσι χωρίς να τολμά κάποιος να σου πει στοπ, είναι δυνατόν να μη ξεφύγεις; Ο Κόπολα, προς τιμήν του, κατάφερε, μέσα στο σπίτι που έφτιαξε, να αναμετρηθεί με το μέσο με ακόμη πιο τολμηρές τακτικές σε σχέση με το παρελθόν, μόνο που τώρα ήταν χαμένος από χέρι από το ξεκίνημα του εγχειρήματος.

 

Ο διευθυντής φωτογραφίας του, Βιτόριο Στοράρο, περιγράφει στο βίντεο το φιλμ ως μια απλή ιστορία που έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά οι ίδιοι προσπάθησαν να την πουν διαφορετικά.
Ο διευθυντής φωτογραφίας του, Βιτόριο Στοράρο, περιγράφει στο βίντεο το φιλμ ως μια απλή ιστορία που έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά οι ίδιοι προσπάθησαν να την πουν διαφορετικά.

 

Η ταινία δεν έβγαλε ούτε 1 εκατομμύριο στις ΗΠΑ και οι κριτικοί έκαναν το λάθος να γράψουν γι' αυτήν με βάση τα περιπετειώδη γυρίσματά της και όχι το περιεχόμενο της – κάτι αντίστοιχο έκαναν και για το «Heaven's Gate» καταστρέφοντας την καριέρα του Μάικλ Τσιμίνο.

 

Ο Κόπολα κήρυξε πτώχευση και χρόνια αργότερα παραδέχτηκε πως οι περισσότερες ταινίες που έκανε ως το τέλος της δεκαετίας του '90 ουσιαστικά ξεπλήρωναν ένα μέρος του προσωπικού του χρέους, μέχρι που τελικά ήρθε στα ίσια του.

 

Απαλλαγμένος σήμερα από τέτοια άγχη, με αραιές δυστυχώς εμφανίσεις πίσω από την κάμερα (τελευταία ήταν το Twixt του 2011) αλλά με μια πληρότητα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του από εξωκινηματογραφικές ασχολίες που τον γεμίζουν, όπως οι περίφημοι αμπελώνες του, κλείνει τα 79 χρόνια.

 

Θα είναι για πάντα ο σκηνοθέτης του «Νονού» και επιφανές μέλος της παρέας που άλλαξε το σινεμά στην δεκαετία του 70, αυτή του όμως η απόπειρα, το δικό του «Μόμπι Ντικ», έχει μια καίρια θέση στις μεγαλύτερες αναμετρήσεις καλλιτεχνών με τα όρια της Τέχνης.

 

Δείτε τα 2 βίντεο που ανασύρθηκαν πριν από λίγα και περιγράφουν σε 20 περίπου λεπτά όσα συνέβησαν σε μια από τις πιο συναρπαστικές υπερβολές στην ιστορία του σινεμά.

 

 

Η κινηματογράφηση του «One from the Heart» (πρώτο μέρος)

 

 

Η κινηματογράφηση του «One from the Heart» (δεύτερο μέρος)